ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

29. Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος;

Εἶναι τό τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς. Πλάστηκε μετά τή δημιουργία τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἔφερε στό εἶναι διαδοχικά σέ μακρά χρονικά διαστήματα, ἀκολουθώντας ἐξελικτικήπορεία ἀπό τά ἁπλούστερα καί ἀτελέστερα στά συνθετότερα καί τελειότερα, κατά τήν παντοδυναμία του.

῾Ο ἄνθρωπος εἶναι σύνθετο ὄν. Στήν ὑπόστασή του μετέχει τῶν δύο κόσμων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχαν πρό τῆς δημιουργίας του· τοῦ πνευματικοῦ, μέ τήν ἄυλη, λογική καί  νοερά  του  ψυχή  πούἔπλασε  ὁ  Θεός  ἀπό  τό  μηδέν·  καί  τοῦ  ὑλικοῦ  καί αἰσθητοῦ στόν ὁποῖο μετέχει μέ τό ὑλικό σῶμα του, τόὁποῖο πλάστηκε ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς. ῎Ετσι ὁἄνθρωπος βρίσκεται στό μεταίχμιο τῶν δύο κόσμων, εἶναι μία ἐπιτομή καί σύνοψη τῶν ὑπαρκτῶν δημιουργημάτων. Αὐτό τοῦ χαρίζει μιά ἔξοχη θέση στήν πλάση καί μαζί μέ τά ἄλλα πλεονεκτήματα πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός τόν κάνει τό ὀμορφότερο δημιούργημα, τή λαμπρή κατακλείδα καί τό στεφάνι τῆς δημιουργίας

30. ᾿Από ποῦ προῆλθε ὁ ἄνθρωπος;

Φυσικά ἀπό τό Θεό. Εἶναι δημιούργημα τῆς ἐλεύθερης βουλῆς τοῦ Θεοῦ, τῆς θείας ἐνέργειας. Καμιά ἀνάγκη ἐσωτερική ἤ ἐξωτερική δέν πίεζε τό Θεό νά τόν δημιουργήσει. Μόνο ἀπό ἀγαθότητα καί ἀγάπη τόν ἔφερε στό εἶναι ὁ πλαστουργός μέ τή δημιουργική του ἐνέργεια, ἡ ὁποία εἶναι κοινωνητή καί μεταδοτή στήν ἀπρόσιτη φύση τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ· ἔτσι, πού νά ὑπάρχουν καί ἄλλα ὄντα ἔξω ἀπό αὐτόν, τά ὁποῖα νά μετέχουν κάθε ἕνα μέ τή φυσική τάξη του στή μακαριότητα τοῦ πλάστη τους
῎Ετσι, σχετικά μέ τήν πλάση τοῦ κόσμου γενικά, εἶναι ἐσφαλμένες οἱ θεωρίες πού ἐκλαμβάνουν τόν κόσμο σύγχρονο μέ τό Θεό, αὐθύπαρκτο καί ἀναίτιο ἤ τόν ταυτίζουν μέ τό Θεό (ὑλισμός, πανθεϊσμός)· σχετικά δέ μέ τήν πλάση καί τή σύνθεση τοῦ ἀνθρώπου, ἐσφαλμένα διδάσκουν τόσο ὁ Πνευματισμός, πού ἀρνεῖται τή σωματική ἀρχή τοῦἀνθρώπου, θεωρώντας τό σῶμα του ὡς ἀπείκασμα ἤ δεσμωτήριο τῆς ψυχῆς, ὅσο καί ὁ ὑλισμός πού ἀρνεῖται τό πνεῦμα (τήν ψυχή) μέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις του τίς ὁποῖες θεωρεῖ ὡς ἐκφάνσεις καί προϊόντα τῆς ὕλης· καί τέλος ὁ Δαρβινισμός κατά τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δέν προῆλθε  ἄμεσα ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά προέρχεται διά τῆς ἐξελίξεως ἀπό τόν κατώτερο ζωϊκό κόσμο.


31. ῾Η γυναίκα βρίσκεται στό αὐτό δημιουργικό ὕψος μέ τόν ἄντρα;

᾿Απόλυτα  ναί.  ᾿Από  τήν  πλάση  της  ἡ  γυναίκα  δέν  εἶναι  κατώτερη  ἀπό  τόν ἄντρα. Δέν ὑπάρχει κάτι οὐσιῶδες ἀπό τή φυσική ἀνθρώπινη ἰδιοσυστασία πού νά μήν τό ἔχει καί αὐτή. Εἶναι ἄρτιος καί ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος στό αὐτό μέτρο πού εἶναι καί ὁ ἄντρας. ῎Εχει πλήρη ὅλα τά συστατικά τῆς φύσεως μέρη, σῶμα καί ψυχή. ῾Ο Θεός ὅταν θέλησε νά πλάσει τόν ἄνθρωπο, δέν τόν ἔπλασε μόνο ἄντρα, ἀλλά καί γυναίκα. ῾Η πραγματική ἰδέα τοῦ ἀνθρώπου, θεωρεῖται ἰσότιμα καί στά δύο φύλα, μᾶλλον στήν ἕνωση τῶν δύο. Χωρίς τό ἕνα ἀπ’ αὐτά ἡ ἀνθρώπινη ἰδέα εἶναι ἐλλιπής. ῎Αν ἡ Γραφή λέει, ὅτι ἡ γυναίκα πλάστηκε ἀπό τό Θεό μετά τήν πλάση τοῦ ἄντρα καί ἀπό τήν πλευρά του  , αὐτό δέν σημαίνει ὁποιαδήποτε ὑποτίμηση τῆς γυναίκας, ἀλλά τό στενό σύνδεσμο καί τήν ἀλληλεξάρτηση τῶν δύο φύλων, ἄσχετα ἄν στήν ἱεράρχηση τῆς ζωῆς ὁ ἄντρας φέρεται  ὄχι  πάντοτε  βέβαια  νά  προέχει  τῆς  γυναίκας.  Αὐτό  εἶναι  ἄλλο ζήτημα, ὀφειλόμενο σέ πολλούς λόγους ὄχι πάντοτε ἀδιάβλητους. Στίς καταχρήσεις στόν τομέα αὐτό ὀφείλουν τή γένεσή τους καί τά διάφορα φεμινιστικά κινήματα, τά ὁποῖα ὅμως δέν εἶναι κι αὐτά πάντα ἀδιάβλητα.

῾Η γυναίκα εἶναι ἴση μέ τόν ἄντρα τόσο στή φυσική τάξη τῆς δημιουργίας, ὅσο καί στό πεδίο τῆς χάριτος καί τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῞Οσοι κακολογοῦν καί ὑποβαθμίζουν τή γυναίκα  στό μεσαίωνα ἔφθασαν σέ σημεῖο νά διερωτῶνται ἄν ἡ γυναίκα ἔχει ψυχή!  εἶναι ἀνόητοι. ῎Αλλωστε ἀπό γυναίκα δέ γεννήθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀνέδειξε «τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ;»

 32. Ποιά εἶναι τά συστατικά μέρη τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου;

Εἶναι δύο, τό σῶμα καί ἡ ψυχή. Τό πρῶτο εἶναι ὑλικό, πλάστηκε ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς  [24], καί εἶναι ἀπό τή φύση του φθαρτό (δέ θά πέθαινε βέβαια ἄν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος δέν ἔπεφτε στήν ἁμαρτία)· τό δεύτερο, ἡ ψυχή, δέν προέρχεται ἐξ ἀπορροῆς ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ (δέν εἶναι δηλαδή κομμάτι της), ἀλλά οὐσία ἄυλη καί νοερά, ἀθάνατη καί ἄφθαρτη, πού πλάστηκε «ἐξ οὐκ ὄντων» (ἀπό τό μηδέν) καί δόθηκε σάν ἐμφύσημα θεῖο  στό σῶμα, γιά νά τό κινεῖ καί νά τό ζωογονεῖ. Αὐτή εἶναι ἡ ἀντίληψη στήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία.

Παράλληλα ὅμως μέ αὐτή ὑπάρχει καί μία ἄλλη θεωρία κατά τήν ὁποία ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τρία συστατικά μέρη, τό σῶμα, τό πνεῦμα καί τήν ψυχή. Εἶναι ἡ τριχοτομική θεωρία πού ἐμπνέεται ἀπό τά διδάγματα τῆς Πλατωνικῆς φιλοσοφίας. Σ’ αὐτή στηρίχθηκε ὁ᾿Απολλινάριος, ἐπίσκοπος Λαοδικείας τῆς Συρίας, γιά νά διατυπώσει τά εἰδικά διδάγματά του στό πεδίο τῆς Χριστολογίας, καθώς καί ἄλλοι ἀρχαῖοι Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας. Στή Γραφή ὑπάρχουν πολλά χωρία πού ἐκ πρώτης ὄψεως στηρίζουν τή θεωρία αὐτή· «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν δίστομον μάχαιραν διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς καί πνεύματος»   «Αὐτός δέ ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καί ὁλόκληρον ὑμῶν τό πνεῦμα καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη»  . Τά χωρία ὅμως αὐτά καί ἄλλα παρόμοια διδάσκουν πράγματι τήν τριχοτομική θεωρία;

῎Αν μελετηθοῦν προσεκτικά, νομίζω ὄχι. ῾Η διάκριση πού γίνεται μεταξύ πνεύματος   καί   ψυχῆς   εἶναι   μᾶλλον   φαινομενική,   παρά   πραγματική.   Δέ σημαίνει, ὅτι αὐτά τά δύο εἶναι ἴδια καί αὐτοτελή συστατικά μέρη στήν πνευματική οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι δύο ὄψεις ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ πράγματος, τῆς ψυχῆς, ἀνάλογα μέ τή στροφή της εἴτε στό Θεό καί τά θεῖα πράγματα (πνεῦμα),  εἴτε στά ὑλικά καί  τά χαμαίζηλα (ζωική ψυχή).  ῎Ετσι  ἡ Γραφή τόν ἄνθρωπο πού εἶναι ἀφοσιωμένος στό Θεό καί κινεῖται ἀπό τή χάρη τοῦ῾Αγίου Πνεύματος τόν ἀποκαλεῖ πνευματικό, τόν δέ ἀποκομμένο ἀπό τό Θεό καί  προσηλωμένο  στά  ὑλικά πράγματα  τῆς γῆς  τόν  χαρακτηρίζει  σαρκικό  ἤ ψυχικό .

33. ῾Ο ᾿Αδάμ ἦταν ὁ γενάρχης τοῦἀνθρώπινου γένους;

Ναί, ἦταν. ῏Ηταν ἡ ρίζα τοῦἀνθρώπινου γένους, ἀπό τήν ὁποία ἐκβλαστάνουν ὅλοι οἱ καταγόμενοι ἀπ’ αὐτόν ἄνθρωποι. ῾Η Γραφή λέγει· «(ὁ Θεός) ἐποίησεν ἐξ ἑνός αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπί πᾶν τό πρόσωπον τῆς γῆς» . Στήν ἑνότητα αὐτή τῆς φύσεως δέ στηρίζεται μόνο ἡ καταγωγή τῶν ἀνθρώπων ἀπό τό γενάρχη καί ἡ μετάδοση τῆς ἁμαρτίας τοῦ προπάτορα σέ ὅλους τούς ἀπογόνους τοῦ ᾿Αδάμ, ἀλλά καί ἡ καταγωγή τῶν πιστῶν ἀπό τή νέα πνευματική ρίζα τῆς ἀνθρωπότητας, τό Χριστό, καί ἡ μετάδοση σ’ αὐτούς τῶν καρπῶν τοῦ σωτηρίου ἔργου Του.

῎Αν ὅμως ὅλοι οἱἄνθρωποι κατάγονται ἀπό τό αὐτό ζεῦγος (᾿Αδάμ καί Εὔα), τότε ποῦ ὀφείλονται οἱ ποικίλες διαφορές πού παρατηροῦνται στούς ἀνθρώπους, ὡς πρός τό κρανίο, τό χρῶμα, τή νοητική κατάσταση καί τή σωματική τους ἐν γένει διάπλαση; Οἱ διαφορές αὐτές εἶναι πραγματικές· ὅμως δέν ὀφείλονται σέ διαφορετικούς γενάρχες, τούς ὁποίους ἔπλασε τάχα ὁ Θεός μέ τά ἰδιαίτερα αὐτά χαρακτηριστικά. ᾿Οφείλονται  μᾶλλονστίς συνθῆκεςτοῦφυσικοῦ περιβάλλοντος στό ὁποῖο ἔζησαν οἱ ἄνθρωποι, στό κλίμα, τή δίαιτα καί τά ἄλλα συναφή. Τό ὅτι οἱ ἄνθρωποιἀποτελοῦν            μία πανανθρώπινη ἑνότητα ἀποδεικνύουν ἡ γόνιμη σύζευξη μεταξύ τους, ἡ δι’ ἀσκήσεως δεκτικότητα τῶν καθυστερημένωνἀνώτερης σκέψεως καί ζωῆς καί τά πορίσματα τῆς συγκριτικῆς γλωσσολογίας, μυθολογίας καί ἐθνολογίας.

34. Πῶς μεταδίδεται ἡ ψυχή στόν ἄνθρωπο;

Στό ζήτημα αὐτό δέν ὑπάρχει ὁμοφωνία στήν ὀρθόδοξη θεολογία. ᾿Ενῶ γιά τήν καταγωγή τοῦ σώματος, ὅτι  δηλαδή  αὐτό  προέρχεται  ἀπό τούς γονεῖς μέ τή διαδικασία τῆς φυσικῆς συλλήψεως οἱ πάντες συμφωνοῦν, γιά τήν καταγωγή τῆς ψυχῆς δέν ὑπάρχει ὁμόφωνη διδασκαλία.

Σχετικά μέ τό θέμα αὐτό ὑπάρχουν τρεῖς βασικές θεωρίες· ἡ τῆς προϋπάρξεως, τῆς μεταφυτεύσεως καί τῆς δημιουργίας. Κατά τή θεωρία τῆς προϋπάρξεως, οἱ ψυχές προϋπῆρχαν τῶν σωμάτων σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, στόν ὁποῖο ἐλεύθερα ἁμάρτησαν, καί ὁ Θεός γιά νά τίς τιμωρήσει τίς στέλνει στή γῆ νά μποῦν σέ ὑλικά σώματα γιά νά καθαρθοῦν. Τή θεωρία αὐτή, πού δίδαξε ὁ ᾿Ωριγένης, τήν καταδίκασε ἡ ᾿Εκκλησία. Κατά τή Γραφή ἡ ἁμαρτία ἔλαβε ἀρχή ἀφότου ὁἄνθρωπος πῆρε ἀπό τό Θεό τήν ψυχοσωματική του ὕπαρξη καί ὄχι νωρίτερα. ῎Αλλωστε κανένας ἱστορικός ἄνθρωπος δέν ἔχει μέσα του τή συνείδηση, ὅτι ἁμάρτησε σέ ἕναν ἄλλο πρότερο κόσμο  καί ὅτι στή γῆ ζεῖ γιά νά καθαρθεῖ.

Κατά τή θεωρία τῆς μεταφυτεύσεως (ἀποσπάδα, ὑποφυάδα), τήν ὁποία ἀποδέχονται ἀρκετοί Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας (Τερτυλλιανός, Μ. ᾿Αθανάσιος, Γρηγόριος Νύσσης), ἡ ψυχή καταβάλλεται στόν ἄνθρωπο ἀπό τούς γονεῖς μαζί μέ τό σῶμα διά τῆς φυσικῆς συλλήψεως. ῾Η θεωρία αὐτή, πού εἶναι σύμφωνη μέ τούς νόμους γεννήσεως τῶν ἄλλων ὄντων, ἐξηγεῖ κάπως τή μετάδοση τοῦ προπατορικοῦ   ἁμαρτήματος  καίἐξαίρειτήνπανσοφίατοῦΘεοῦπού δημιούργησε τά πάντα ἐφάπαξ, χωρίς  νά  ἔχουν αὐτά  ἀνάγκη           ἄλλης δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, ἐκτός μόνο τῆς συντηρητικῆς Του θείας πρόνοιας. ᾿Από τήν ἄλλη ὅμως μεριά ἀντίκειται πρός τήν περιωπή τῆς πνευματικῆς ψυχῆς, τήν ὁποία κατεβάζει στή στάθμη τῆς φυσικῆς συλλήψεως τοῦ ὑλικοῦ σώματος.

Κατά τή θεωρία, τέλος, τῆς δημιουργίας, τήν ὁποία δέχονται οἱ Λατίνοι Πατέρες, ὁ Θεός δημιουργεῖ κάθε φορά τήν ψυχή τήν ὁποία στέλλει νά ἑνωθεῖ μέ τό ὑλικό σῶμα (τό  ἔμβρυο)  πού μορφώνεται  διά τῆς γαμικῆς  ἑνώσεως στή  μήτρα τῆς γυναίκας. ῾Η θεωρία αὐτή, ὑπέρ τῆς ὁποίας φαίνεται  νά συμφωνοῦν ἀρκετά χωρία τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἐξαίρει μέν τό μεγαλεῖο τῆς πνευματικῆς ψυχῆς δημιουργουμένης ἀπ’ εὐθείας ἀπό τό Θεό, τήν παρουσιάζει ὅμως νά μολύνεται ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα μέ τήν ἕνωσή της μέ τό ὑλικό σῶμα, πράγμα πού θυμίζει μανιχαϊστικές διαρχικές ἀντιλήψεις.

 35. Τί εἶναι τό «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» μέ τά ὁποῖα πλάστηκε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος;

Κατά τήν Γραφή ὁ Θεός ἔπλασε  τόν  ἄνθρωπο «κατ’  εἰκόνα» καί «ὁμοίωσιν» αὐτοῦ

Τό «κατ’ εἰκόνα» σημαίνει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἰκονίζει τό Θεό στή φύση του. ῾Ο Θεός εἶναι τό πρότυπο καί ὁ ἄνθρωπος ἡ εἰκόνα του.  ῾Η  εἰκόνα φυσικά δέν ἀναφέρεται στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ὁ Θεός, ὡς ἄπειρη πνευματική οὐσία, δέν ἔχει σῶμα αἰσθητό γιά νά τόν ἐξεικονίζει τό ὑλικό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. ῎Αν ὁρισμένοι Πατέρες βάζουν τό ἀνθρώπινο σῶμα στό θεῖο ἐξεικονισμό, αὐτό σημαίνει ὅτι τό σῶμα μέ τή βασιλική του παράσταση καί μεγαλοπρέπεια ἐκφράζει τόν ὅλο ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι φανερό, ὅτι τή θεία εἰκόνα στόν ἄνθρωπο ἐκφράζει τό πνευματικό του στοιχεῖο, ἡ λογική, νοερά καί ἐλεύθερη ψυχή του, κάτι πού σέ ἀπόλυτο βαθμό ἔχει ὁ Θεός. ῾Ο ἄνθρωπος εἰκονίζει τό Θεόὡς ἄυλη πνευματική ὀντότητα, ὡς ψυχή δηλαδή λογική καί ἐλεύθερη. ῾Η θεία εἰκόνα νοεῖται βέβαια, στή θετική της φορά πρός τό Θεό καί τό ἀγαθό. Εἶναι ἐλεύθερη στροφή ἐν ἀγάπη πρός τό θεῖο ἀρχέτυπό της.

Μία ἄλλη ὄψη τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ κυριαρχία τοῦ λογικοῦ πλάσματος ἐπί τῶν ἄλλων ζώων καί τῆς φυσικῆς κτίσεως. Αὐτό τό προνόμιο τό ἔδωσε ὁἴδιος ὁ Θεός στό λογικό του πλαστούργημα· «Καί ηὐλόγησεν αὐτούς (τό πρωτόπλαστοζεῦγος) ὁ Θεός λέγων ·αὐξάνεσθε  καί   πληθύνεσθε      καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς καί ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καί τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καί πάντων τῶν κτηνῶν καί πάσης τῆς γῆς καί πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπί τῆς γῆς»

Τό «καθ’ ὁμοίωσιν» δέ, ἦταν μιά δυνητική καί ἐξελικτική κατάσταση. ῾Η λογική εἰκόνα  ἔπρεπε  βαθμηδόν,  νά  γίνει  ὁμοίωση  Θεοῦ.  Αὐτό  θά  γινόταν  μέ  τή σταθερή στροφή τῶν λογικῶν καί ἠθικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό, μέ τή βοήθεια πάντοτε τῆς θείας χάριτος. ῾Ο ἄνθρωπος δηλαδή ἔπρεπε μέ τήν ἐπίμονη κατεργασία τοῦ ἀγαθοῦ, νά πετύχει τήν ἠθική του ἀτρεψία καί νά θεωθεῖ, μοιάζοντας μέ τόν πανάγαθο πλαστουργό του.

᾿Απόὅσα ἀνωτέρω εἰπώθηκαν, γίνεται σαφής ἡ σχέση τῆς εἰκόνος πρός τή θεία ὁμοίωση. ῾Η εἰκόνα εἶναι ἡ ὁμοίωση δυνάμει. Σ’ αὐτήν ἔπρεπε σιγά σιγά νά καταλήξει διαπράττοντας τό ἀγαθό. ᾿Ενῶ ἡὁμοίωση εἶναι ἡ εἰκόνα ἐν ἐνεργείᾳ, ὅταν δηλαδή ἡ τελευταία θά ἔφθανε στά τέλεια ἠθικά μέτρα της.

 36. Πῶς ζοῦσε στόν παράδεισο ὁ πρωτόπλαστος;

῾Η ζωή τοῦ πρωτόπλαστου στόν Παράδεισο ἦταν εἰρηνική καί εὐτυχής. Στόν παράδεισο δέν ὑπῆρχε τό κακό, πού προκαλεῖ ἀναστατώσεις στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ᾿Αδάμ εἰρήνευε μέ τόν ἑαυτό του. Δέν ὑπῆρχε στή φύση του ὁ πόλεμος τῆς κατώτερης σφαίρας πρός τήν ἀνώτερη, ἡ διαπάλη σάρκας καί πνεύματος, ἡ ὁποία καθιστᾶ δύσκολη τήν ἀνθρώπινη ζωή. ᾿Επίσης εἰρήνευε μέ τό φυσικό περιβάλλον του. ῾Η γῆ τόν ὑπηρετοῦσε στίς ἀνάγκες του. Τά ζῶα ὑποτάσσονταν πειθήνια στήν κυριαρχία του. ῾Η γῆ δέν εἶχε ταραχθεῖ ἀκόμα ἀπό τήν ἁμαρτία. ῞Ολα ἦταν ἤρεμα στή ζωή τοῦ πρώτου ἀνθρώπου. ῾Ο παράδεισος ἦταν τόπος γαλήνης, χαρᾶς καί εὐτυχίας. Τέλος ὁ ἄνθρωπος εἰρήνευε μέ τό Θεό, μέ τόν ὁποῖο εἶχε ἐλεύθερη ἐπικοινωνία, σάν παιδί πρός τόν πατέρα του, καί  ἐντρυφοῦσε στίς θεῖες δωρεές του.

῾Ο πρωτόπλαστος ζοῦσε στόν παράδεισο τῆς τρυφῆς ἀμέριμνος καί ἄλυπος, χωρίς τό μόχθο καί τόἄγχος τῆς μεταπτωτικῆς καθημερινότητας, χωρίς τή σωματική  κάκωση  καί  τίς  ἀσθένειες,  πού  κατέκλυσαν  τό  βίο  τοῦἀνθρώπου εὐθύς μετά τήν πτώση του.

37. Ποιά εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης μέ τήν ὁποία ἦταν προικισμένος ὁ πρῶτος ἄνθρωπος;

῾Η ἀρχέγονη δικαιοσύνη ἦταν μιά σειρά δώρων μέ τά ὁποῖα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ διακόσμησε τή θεία εἰκόνα στόν ἄνθρωπο, ὥστε αὐτή εὐκολότερα, νά πετύχει τόν τελικό προορισμό της, τήν ὁμοίωση τοῦἀνθρώπου μέ τό Θεό. Τά δῶρα αὐτά ἦταν ἐκτός ἀπό τήν κυριαρχία τοῦἀνθρώπου ἐπάνω στή ζωική καί φυσική κτίση, ἡ ἀπάθεια καί ἡ ἀθανασία τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, ἡ θεογνωσία καί ἡ εὐθύτητα τῆς θελήσεως τῶν πρωτοπλάστων.

Καί ἡ μέν ἀπάθεια καί ἀθανασία τοῦ ᾿Αδάμ δέν πρέπει, νά νοηθοῦν ὡς κατάσταση  τέλεια  καί ἀπροϋπόθετη,  ἀλλά σχετική  καί ὑπό ὅρους. ῾Ο  ᾿Αδάμ στόν παράδεισο εἶχε τή δυνατότητα νά μήν ἀποθάνει, ὄχι καί τό ἀδύνατο νά ἀποθάνει, καί αὐτό ἀνάλογα μέ τή στροφή τῆς βουλήσεώς του στό ἀγαθό (ἄν δέν ἁμάρτανε) καί τή στροφή της μακριά ἀπό τό Θεό (πού πραγματικά ἔγινε καί ἀπέφερε τήν πτώση του). Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀθανασία τοῦ προπάτορα δέν ἦταν ἀπόλυτη, ἀλλά σχετική καί ὑπό ὅρους.

῾Η δέ θεογνωσία ἐκινεῖτο μέν σέ ἕναν εὐρύ κύκλο γνώσεων, χωρίς ὅμως νά εἶναι καί παγγνωσία, ἰδίωμα ἀποκλειστικό τῆς θείας φύσεως. ῞Οτι ὁ᾿Αδάμ γνώριζε πολλά, φαίνεται ἀπό τίς διάφορες ὀνομασίες πούἔδωσε στά ζῶα, τάὁποῖα τοῦ παρουσίασε ὁ Θεός νά ὀνομάσει . ᾿Επίσης καί ἀπό τήν προφητεία, τήν ὁποία εἶπε  μόλις  εἶδε  τή  γυναίκα   του  (Εὔα),   πού  τοῦ  ἔδωσε  ὁ  Θεός   σάν συμπλήρωμα καί βοηθό του

Τέλος,  ὡς  πρός  τήν  εὐθύτητα  τῆς  βουλήσεως  τῶν  πρωτοπλάστων,  πρῶτο στοιχεῖο της ἦταν ἡ ἀθωότητα, ἡ ἁγνότητα καί τό ἀπονήρευτο. Πρίν ἀπό τήν πτώση οἱ πρωτόπλαστοι ἦταν γυμνοί στόν παράδεισο χωρίς νά ντρέπονται   Τήν ντροπή τήν ἔνιωσαν εὐθύς μετά τήν πτώση, ὅταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, πού τούς ἔντυνε σάν ἱμάτιο, τούς ἐγκατέλειψε. ῎Ενοχοι τότε κατανόησαν τή γύμνια τους καί ἔραψαν φύλλα συκῆς νά τή σκεπάσουν.

῎Αλλο στοιχεῖο ἦταν ἡ ἀκακία τῶν προπατόρων. Στή φύση τους δέν ὑπῆρχε τό κακό, οὔτε ἡ θέλησή τους ἔρεπε πρός αὐτό. ῎Αλλο βέβαια τό ζήτημα ὅτι οἱ πρωτόπλαστοι μποροῦσαν νά διακρίνουν στοιχειωδῶς τό καλό (τήν ὑπακοή στό Θεό),  ἀπό  τό  κακό  (τήν  παρακοή).  ῾Ο  ἄνθρωπος  πού  γνωρίζει  τό  κακό,  δέ σημαίνει ὅτι εἶναι κατ’ ἀνάγκην κακός. ῎Αλλωστε στή στερέωση τῆς διακρίσεως αὐτῆς ἀπέβλεπε καί ἡ ἀπαγόρευση τῆς βρώσεως τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ  , πού ἦταν φυτευμένο στόν παράδεισο. ῾Ομοίως πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡἀθωότητα καί ἡ νηπιακή πρός τά πνευματικά κατάσταση τῶν πρωτοπλάστων δέν πρέπει νά ἐκληφθεῖ ὡς ἠθική ἀδιαφορία, ἡ ὁποία, θέτοντας σέ ἴση μοίρα τά κατώτερα καί τά ἀνώτερα, τίς ἀπαιτήσεις τῆς σάρκας καί τά αἰτήματα τοῦ πνεύματος, εἶναι εὔκολο νά ὁδηγήσει τή βούληση πρός τό κακό.

῎Αλλωστε,  στοιχεῖο  τῆς  θείας  εἰκόνος  στόν  ἄνθρωπο  –ὅπως  εἴδαμε–  ἦταν  ἡ θετική  φορά της  πρός  τό  ἀγαθό.  Στή  βάση  αὐτή  καί  στή  βοήθεια  τῆς  θείας χάριτος ἡ εἰκόνα ἔμελλε, καλλιεργούμενη καί προκόπτουσα, νά φθάσει στήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ.

Τήν αὐτή, τέλος, ἔννοια ἔχουν ἡ ἀρετή καί ἡ ἁγιότητα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου. Οἱ καταστάσεις αὐτές δέν ἦταν τέλειες καί ὁλοκληρωμένες στόν προπάτορα, ἀλλά σχετικές. ᾿Αρετή ἀπηρτισμένη εἶναι ἔννοια ἀντιφατική. Γιά νά κατακτήσεις τήν ἀρετή καί νά γίνεις ἅγιος, πρέπει νά δουλέψεις ἐλεύθερα, νά παλαίψεις. Μέ αὐτό τόν τρόπο ἡ εἰκόνα μποροῦσε νά γίνει ὁμοίωση.

 38. Ποιά ἦταν ἡ σχέση τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης πρός τή θεία εἰκόνα στόν ἄνθρωπο;

῾Ο διάκοσμος τῆς θείας δικαιοσύνης δέν ἦταν δῶρο πρόσθετο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ,  χαλαρά  καί  ἐξωτερικά  συνδεδεμένο  μέ  τήν  εἰκόνα  (Ρωμαιοκαθολικοί), οὔτε ταυτιζόταν ἐσωτερικά μέ τήν πνευματική      φύση    τοῦ ἀνθρώπου (Προτεστάντες),  ἀλλά  κάτι  τό  ἐνδιάμεσο,  δωρεά  σέ  ἐσωτερική  σχέση  καί ὀργανικό σύνδεσμο μέ τό «κατ’ εἰκόνα» (᾿Ορθόδοξοι).

Τό σημεῖο αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό γιά τό ἀνθρωπολογικό δόγμα τῶν διαφόρων ᾿Εκκλησιῶν, στό ὁποῖο παρατηροῦνται ἀρκετές δογματικές διαφορές, τίς ὁποῖες θά δοῦμε στή συνέχεια.

 39.   Ποιά   εἶναι   ἡ   περί   ἀρχέγονης  δικαιοσύνης  διδασκαλία  τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν;

 ῎Αν καί στό     σημεῖο τῆς ἀρχέγονης  καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπουστή ρωμαιοκαθολική θεολογία ὑπάρχουν πολλές ποικίλλουσες ἀποχρώσεις καί διακυμάνσεις, ἐντούτοις θεμελιώδης ἰδέα εἶναι, ὅτι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὅπως βγῆκε ἀπό τά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ  του καί  τοποθετήθηκε στόν  παράδεισο, ἀποτελοῦνταν ἀπό δύο συστατικά μέρη, ἕνα φυσικό καί ἕνα ὑπερφυσικό.

Φυσικό ἦταν ἡ φύση καθ’ ἑαυτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπό σῶμα ὑλικό, πού δέν εἶναι οὔτε θνητό οὔτε ἀθάνατο, καί ἀπό τή νοερά ψυχή, ἡ ὁποία συμπίπτει μέ τό «κατ’ εἰκόνα». Στή φύση αὐτή ὑπῆρχαν ἀντίρροπες ὀρέξεις, οἱ σωματικές καί οἱ ψυχικές, οἱ ὁποῖες ὄφειλαν νά ὑποτάσσονται καί νά καθοδηγοῦνται ἀπό τόν ὀρθό λόγο.

῾Υπερφυσικό ἦταν τά ὑπερφυσικά δῶρα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τάὁποῖα συνιστοῦσαν τό διάκοσμο τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης. Τά δῶρα αὐτά δόθηκαν στόν ἄνθρωπο ἀπό τό Θεό μέ σκοπό, νά ἐξισορροποῦν τίς ὁρμές τῆς φύσεως (σαρκικές καί ψυχικές) καί νά ἐνισχύουν τόν ἄνθρωπο στήν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς του. Τά δῶρα αὐτά ἦταν· ἡ ἀπάθεια (ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη καί τίς ἀσθένειες) καί ἡ ἀθανασία τοῦ σώματος, ἡ ἐναρμόνιση τῶν ὁρμῶν καί τῶν ὀρέξεων τῆς ψυχῆς ὑποτασσόμενων στό λόγο, ἡ κυριαρχία ἐπί τῶν ζώων καί τῆς φύσεως καίἡὑπέροχη διανοητική καίἠθική τελειότητα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου.

῎Αν τά δῶρα αὐτά τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης ἦταν ὀργανικά συνδεδεμένα μέ τή φύση, ἤ ἄν προστέθηκαν κατόπιν στή φύση (ἀφοῦ δηλ. πλάστηκε πρῶτα αὐτή), δέν ὑπάρχει συμφωνία μεταξύ τῶν θεολόγων τῆς Δύσεως. Στό μεσαίωνα ἰδίως τό θέμα συζητιόταν ζωηρά. Μᾶλλον ἐπικρατέστερη θεωρεῖται ἡ δευτέρα ἄποψη, ὅτι ὁ ὑπερφυσικός διάκοσμος τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης ἦταν δῶρο πρόσθετο, ἐξωτερικά καί χαλαρά συνδεδεμένο μέ τή φύση.

40. ῾Υπάρχει διαφορά στή διδασκαλία περί ἀρχέγονης δικαιοσύνης μεταξύ τῆς ὀρθόδοξης καί τῆς ρωμαιοκαθολικῆς θεολογίας;

Ναί, ὑπάρχει.

1. ᾿Ενῶἐμεῖς πιστεύουμε, ὅτι στήν πρωτόκτιστη φύση δέν ὑπῆρχαν ἀντίρροπες σαρκικές καί ψυχικές ὀρέξεις καί ὁρμές, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί πιστεύουν τό ἀντίθετο,  δεχόμενοι  –ὅπως  εἴδαμε–  τήν  ὕπαρξη  τέτοιων  ὀρέξεων,  οἱ  ὁποῖες ἔπρεπε νά ὑποτάσσονται στόν ὀρθό λόγο καί νά ἐξισορροποῦνται στό πλέγμα τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης.

2. ῾Υπάρχει διαφορά στόν τρόπο συνδέσεως τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης μέ τήν πνευματική φύση τοῦ ἀνθρώπου (τό «κατ’ εἰκόνα»). ᾿Ενῶ ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία φρονεῖ, ὅτι τά πνευματικά δῶρα τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης βρίσκονταν σέ ἐσωτερική σχέση καί ὀργανικό σύνδεσμό μέ τή θεία εἰκόνα στόν ἄνθρωπο,   ἡ   ρωμαιοκαθολική   τά   θεωρεῖ   μᾶλλον   ὡς   πρόσθετα   δῶρα,   ὡς προσθήκη στή φύση ἐξωτερική καί χαλαρή.

Οἱ ἰδέες αὐτές τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν δημιουργοῦν ὄντως προβλήματα. ῾Η ἀντίθεση μεταξύ τῆς καθαρῆς φύσεως, τῆς ὑποκείμενης στή διαπάλη τῶν ἀντίρροπων   ὀρέξεων   καί   ὁρμῶν,   καί   τῆς   ἀκεραίας   φύσεως,   δηλαδή   τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης, ἐξισορροπούσης τίς ὁρμές αὐτές, μειώνει τήν ἀξία τῆς πρωτόκτιστης φύσεως, εἰσάγουσα διαρχία σ’ αὐτή μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, πού μπορεῖ νά καταλήξει σέ ἰδέες μανιχαϊκές.

Κατόπιν ὁ χωρισμός τῆς πρώτης φύσεως σέ δύο ἡμίσυ χαλαρῶς συνδεδεμένα μεταξύ τους καί ἡ ἔξαρση τῆς ἀρχέγονης δικαιοσύνης, ὑπέρ τή φύση, τῆς πρώτης συνεχούσης καί ἐξισορροπούσης τίς ὁρμές τῆς δεύτερης, κάνει ἀκατανόητη τήν πτώση   ὁδηγώντας   στό   ἐρώτημα·   Πῶς   ὁ   πρῶτος   ἄνθρωπος   ἀπώθησε   τά συνέχοντα αὐτόν ἀγαθά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἤ πῶς τά ὑπερφυσικά δῶρα ἐγκατέλειψαν τόν ἄνθρωπο;

Τέλος  καί  τό  λυτρωτικόἔργο  τοῦ  Χριστοῦ  πού  σάν  κύριο  σκοπό  εἶχε  τήν ἀνάπλαση τῆς φθαρείσας εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, θάἔπρεπε στό πλαίσιο τῶν δυτικῶν ἀντιλήψεων νά ἐκληφθεῖ ὁμοίως ὡς κάτι ἐξωτερικό καί μηχανικό, πράγμα φυσικά πού δέ δέχεται ἡ δυτική᾿Εκκλησία.



 Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,
με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

©ΑΛΑΒΑΣΤΡΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

http://www.alavastron.net/




Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |