ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 6. Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητή

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

6. Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητή



moni

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
 
Α' Ο  πνευματικός:  Ένας ολόκληρος χρόνος είχε περάσει  αφ' ότου  για τελευταία  φορά  είχα δει τον Προσκυνητή, όταν ένα κτύπημα στην πόρτα και μια συμπαθής γνωστή φωνή ανήγγειλε τον ερχομό του  αδελφού  αυτού  του  αφιερωμένου  στον  Θεό  τον  οποίον  καλωσόρισα  με  την  καρδιά  μου, λέγοντας:
 «Έλα μέσα, αγαπημένε μου αδελφέ, έλα να ευχαριστήσουμε μαζί τον Θεό που ευλόγησε το ταξίδι και την επάνοδό σου».
 Ο προσκυνητής: Ευλογημένο να είναι το όνομα του Πανάγαθου Θεού, για την αφθονία των αγαθών, που σύμφωνα με την αγία Του βουλή παρέχει σε μας τους προσκυνητές και ξένους σε ξένα μέρη.
 Να με πάλιν. Ο αμαρτωλός που έφυγα τον περασμένο χρόνο. Με την βοήθεια του Θεού και το έλεός του, ξαναήλθα για να ευχαριστηθώ με το θερμό σου καλωσόρισμα.

Ασφαλώς θα περιμένεις να μάθεις πολλά απ' την Αγία πόλη του Θεού, την Ιερουσαλήμ στην οποία με τόση θέρμη επιθυμούσα να πάγω για να προσκυνήσω. Αλλά οι επιθυμίες του ανθρώπου δεν εκπληρώνονται όλες όπως αυτός θέλει, αυτό δε συνέβη και μ' εμένα. Όμως δεν εκπλήττομαι γι' αυτό, γιατί πώς ημπορώ, εγώ ένας ταλαίπωρος αμαρτωλός, να φαντασθώ τον εαυτόν μου άξιο να πατήσω στα άγια χώματα, τα οποία άγιασαν τα πανάχραντα του Χριστού μας πόδια;


Θυμάσαι, πάτερ μου, ότι σε άφησα πέρυσι, έχοντας ένα κουφό γέρο σύντροφό μου και ένα γράμμα ενός εμπόρου από το Ιρκούτσκ προς τον γιο του στην Οδησσό, που τον παρακαλούσε να με στείλει στην Ιερουσαλήμ;

Φτάσαμε τότε στην Οδησσό πολύ καλά και εγκαίρως. Ο σύντροφός μου έβγαλε αμέσως το εισιτήριο μ'  ένα  πλοίο  για  την  Κωνσταντινούπολη  και  αναχώρησε.  Εγώ  άρχισα  την  έρευνα  να  βρω  την διεύθυνση του σπιτιού του γιού του εμπόρου. Δεν άργησα, αλήθεια, να την βρω, αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη και θλίψιν, πληροφορήθηκα ότι αυτός που ζητούσα δεν υπήρχε πια, γιατί είχε πεθάνει ξαφνικά πριν είκοσι μέρες. Το γεγονός αυτό με έφερε σε αμηχανία, αλλά η ελπίδα προς τον Θεό δεν με εγκατέλειψε.

Όλοι   του   σπιτιού   θρηνούσαν   και   η   χήρα   με   τρία   παιδιά,   ήταν   τόσο   πολύ   θλιμμένη   και απογοητευμένη, ώστε έκλαιγε νύκτα - μέρα και κάθε τόσο λιποθυμούσε από την λύπη την πολλή. Πολλοί έλεγαν ότι δεν θα ζήσει απ' τον μεγάλο της πόνο.

Την παρηγόρησα όσον μπορούσα, αλλ' όπως ήταν φυσικό, μετά τον θάνατο του ανδρός της, δεν ήτο δυνατόν να με στείλει στα Ιεροσόλυμα.

Με παρεκάλεσε να μείνω σπίτι της μέχρις ότου πάει ο πεθερός της από το Ιρκούτσκ στην Οδησσό, για να τακτοποιήσει τις υποθέσεις της ορφανεμένης οικογενείας. Συμφώνησα και έμεινα.

Πέρασε μια εβδομάδα, ένας μήνας, δύο, αλλ' αντί να έλθει αυτός που περιμέναμε, έγραψε ότι οι δουλειές δεν του επέτρεπαν ν' αφήσει το Ιρκούτσκ και να πάει στην Οδησσό, συμβούλευε δε την χήρα να πληρώσει ό,τι χρωστούσε στους υπαλλήλους και να αναχωρήσει αμέσως με τα παιδιά για το Ιρκούτσκ.

Άρχισε όμως ύστερα απ' αυτό, αρκετή φασαρία στο σπίτι για την τακτοποίηση τόσων ζητημάτων κι εγώ αντιλήφτηκα ότι έπρεπε να φύγω, πράγμα που έκανα, αφού εξέφρασα τις πολλές ευχαριστίες μου για την φιλοξενία που ευγενικά μου είχε παρασχεθεί.

Ξανάρχισα, λοιπόν, και πάλι τις περιοδείες μου μέσα στην Ρωσία. Σκέφθηκα και ξανασκέφθηκα. Πού να πάω τώρα; Τέλος απεφάσισα να αναχωρήσω για το Κίεβο που είχα χρόνια να το επισκεφθώ.

Αναχώρησα, λοιπόν. Φυσικά στην αρχή στενοχωρήθηκα διότι δεν κατόρθωσα να πραγματοποιήσω το ιερό προσκύνημά μου στους Αγίους Τόπους, αλλά σκέφθηκα έπειτα, ότι η θεία Πρόνοια θα είχε κάποιο σκοπό που δεν μου επέτρεψε να πάγω κι έτσι ηρέμησα με την ελπίδα ότι ο Θεός που αγαπά όλους τους ανθρώπους, θα με βοηθούσε στο μέλλον και δεν θα με εγκατέλειπε χωρίς να μου δώσει κάποιαν ευκαιρία καταρτισμού και πνευματικής ωφελείας, έπειτα από ένα τόσο μεγάλο ταξίδι που είχα κάνει μέσα στην Ρωσία.

Είχα αλήθεια συναντήσει στο διάστημα αυτό τόσους ανθρώπους που με δίδαξαν και με φώτισαν για τόσα πράγματα και ζητήματα τα οποία με βοήθησαν στην σωτηρία της ψυχής μου. Εάν δεν είχα κάνει το μακρύ αυτό ταξίδι δεν θα είχα γνωρίσει τόσους ανθρώπους για να πάρω τόση μεγάλη ψυχική ωφέλεια.

Έτσι περπάτησα μιαν ολόκληρη μέρα λέγοντας την προσευχή του Ιησού και το βράδυ όταν σταμάτησα για να διανυκτερεύσω, διάβασα την Φιλοκαλία για να στηρίξω την ψυχή και να την παρακινήσω για την νίκη στον αγώνα της, εναντίον των αοράτων εχθρών της σωτηρίας της.

Εις τον δρόμο μου, σαράντα περίπου χιλιόμετρα απ' την Οδησσό, είδα το εξής περίεργο. Συνάντησα μια σειρά από τριάντα περίπου αμάξια φορτωμένα με εμπορεύματα. Παρεκάλεσα και μ' επήραν μαζί τους. Ο οδηγός του πρώτου, απ' όλα, αμαξιού, περπατούσε δίπλα στο άλογό του, ενώ οι άλλοι άνδρες βάδιζαν λίγο πιο κάτω, όλοι μαζί, αποτελώντας μια μεγάλη ομάδα. Όπως προχωρούσαν έφθασαν κοντά σε μια μεγάλη δεξαμενή που την διαπερνούσε ένα ρεύμα μέσα στο οποίο, την εποχή αυτή της ανοίξεως, κυλούσαν με θόρυβο, μαζί με το νερό, κομμάτια πάγου, που στοιβάζονταν στις άκρες της δεξαμενής. Ξαφνικά ο οδηγός του πρώτου αμαξιού, ένας νέος άνθρωπος, σταμάτησε το άλογό του, μαζί δε με αυτό σταμάτησαν αναγκαστικά, και όλη η υπόλοιπη σειρά των αμαξιών. Οι άλλοι αμαξηλάτες έτρεξαν προς το μέρος του πρώτου, όπου έκπληκτοι τον είδαν ότι είχε αρχίσει να βγάζει τα ρούχα του. Τον ερώτησαν γιατί ξεντύνεται και αυτός απάντησε ότι ήθελε να πάρει ένα λουτρό στην δεξαμενή. Μερικοί απ' τους αμαξάδες άρχισαν να γελούν, άλλοι τον κορόιδευαν αποκαλώντας τον τρελό και ο αδελφός του ο μεγαλύτερος προσπάθησε να τον σταματήσει εμποδίζοντάς τον με σπρωξιές. Αυτός όμως αντιστάθηκε, μη θέλοντας με κανένα τρόπο να υπακούσει στις προτροπές να μη κάνει το λουτρό που σκεπτόταν. Κάμποσοι από τους νεωτέρους της παρέας άρχισαν να βγάζουν νερό απ' την δεξαμενή με τους κουβάδες που πότιζαν τα άλογα και για αστείο το πετούσαν στον νέο που ήθελε να κάνει το λουτρό, λέγοντας: «Θέλεις λουτρό; Λοιπόν, εμείς θα σου κάνουμε ένα». Όπως, όμως, τον έβρεξε το νερό εφώναξε δυνατά: «Α! είναι εξαιρετικό»! και κάθισε κάτω στο έδαφος. Οι άλλοι εξακολούθησαν ρίχνοντας το νερό, αλλ' ο νέος όπως ήταν καθισμένος, σιγά - σιγά ξαπλώθηκε κάτω και προς μεγάλη έκπληξη όλων ξεψύχησε εμπρός στα μάτια μας. Όλοι τρομοκρατήθηκαν απ' το γεγονός αυτό και σάστισαν συγχρόνως, μη μπορώντας να καταλάβουν καλά - καλά τι είχε συμβεί.

Οι μεγαλύτεροι μαζεύτηκαν γύρω απ' τον νεκρό λέγοντας ότι πρέπει να ειδοποιηθούν οι αρχές, ενώ οι άλλοι συζητούσαν ότι αυτή ήταν η μοίρα του νεαρού νεκρού και φυσικά ό,τι έγινε έτσι έπρεπε να γίνει.

Έμεινα και εγώ εκεί μαζί τους μιαν ώρα περίπου και έπειτα εξακολούθησα τον δρόμο μου. Δυόμιση χιλιόμετρα απ' εκεί, ενώ περπατούσα, είδα ένα χωριό παραπλεύρως στον αμαξωτό δρόμο και όπως πλησίασα συνάντησα ένα γέρο ιερέα που περπατούσε στον δρόμο αυτόν. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να του διηγηθώ ό,τι είχαν μόλις δει τα μάτια μου, για να μπορέσω να μάθω τις σκέψεις του επάνω σ' αυτό το γεγονός. Ο παπάς μ' επήρε στο σπίτι του, όπου βρήκα την ευκαιρία να του διηγηθώ την ιστορία του θανάτου του νέου αμαξηλάτη και να τον παρακαλέσω να μου δώσει μιαν εξήγηση. «Δεν ημπορώ να σου πω τίποτα γι αυτό το γεγονός, αγαπητέ αδελφέ, εκτός ίσως από το ότι υπάρχουν πολλά θαυμάσια στην φύση, τα οποία δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε, έχουν δε από τον Θεό ορισθεί κατά τέτοιον τρόπον, ώστε να δείχνουν στους ανθρώπους τους νόμους του Θεού επάνω στην φύση  καθώς  και  την  Πρόνοιά  Του  περισσότερο  καθαρά,  δια  μέσου  των  αλλαγών  στους  νόμους αυτούς, και των διαφόρων φαινομένων που είναι αφύσικα. Συνέβη κάποτε και εγώ να παρακολουθήσω μια παρόμοια περίπτωση. Κοντά στο χωριό μας υπάρχει ένα απότομο και βαθύ βάραθρο,  όχι  πολύ  μακρύ  και  καμιά  τριανταριά  μέτρα  βάθος.  Είναι  τρομακτικό  να  κοιτάζεις  το σκοτεινό βάθος του. Γύρω του έχει κτιστεί ένα τοίχωμα προστατευτικό των ανθρώπων. Ένας χωρικός στην ενορία μου, καλός οικογενειάρχης και αξιοσέβαστος άνθρωπος, ξαφνικά, χωρίς κανένα λόγο, καταλήφτηκε από μιαν ακατανίκητη επιθυμία να πέσει μέσα στο βάραθρο. Πολέμησε σκληρά τον παράλογο και επικίνδυνο αυτόν πόθο μιαν ολόκληρη εβδομάδα, αλλά στο τέλος νικήθηκε. Σηκώθηκε, λοιπόν,  ένα  πρωί,  έτρεξε προς  την  χαράδρα,  πήδησε  το  τοίχωμα  και  έπεσε  μέσα  στο  βάραθρο. Ευτυχώς άκουσαν εγκαίρως τα μουγκρητά των πόνων του και με χίλια δυο βάσανα κατόρθωσαν να τον βγάλουν, με τα δυο πόδια σπασμένα, μέσα απ' την άβυσσο που είχε πέσει.

»Όταν τον ερώτησαν γιατί έκανε αυτό το διάβημα, απήντησε ότι αν και υπέφερε τώρα από φρικτούς πόνους, όμως του ήταν αδύνατο να αντισταθεί στην παράλογη και ακατανίκητη επιθυμία που τον βασάνισε μιαν ολόκληρη εβδομάδα, λέγοντάς του επιτακτικά, να πέσει μέσα στο βάραθρο, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο της ζωής του.

»Έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο στο νοσοκομείο. Συνήθιζα και πήγαινα και τον έβλεπα, πολλές δε φορές είδα τους γιατρούς γύρω του να τον περιεργάζονται. Ήθελα, όπως και εσύ, ν' ακούσω από αυτούς και να μάθω την αιτία του διαβήματος αυτού. Με μια φωνή όλοι οι γιατροί μου απήντησαν ότι αυτό που έκανε ο άνθρωπος αυτός να πέσει στο βάραθρο, ήταν αποτέλεσμα τρέλας. Όταν τους εζήτησα μιαν επιστημονική εξήγηση, για την περίπτωσιν αυτή που καταλαμβάνει καμιά φορά τους ανθρώπους, δεν ημπόρεσα καμιάν απάντηση να πάρω, εκτός από το ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι μυστικά της φύσεως, τα οποία δεν έχει ακόμη η επιστήμη ανακαλύψει.

»Εις αυτά παρατήρησα λέγοντας ότι εάν σε παρόμοιες περιστάσεις ο άνθρωπος απευθυνόταν στον Θεό με δυνατή προσευχή, ή αν ευρίσκοντο άνθρωποι να διδάξουν την προσευχή, σ' αυτούς που έχουν τις εκδηλώσεις αυτής της τρέλας, είμαι βέβαιος ότι ο ακυβέρνητος αυτός παροξυσμός δεν θα κατόρθωνε να επιτύχει του καταστρεπτικού σκοπού του.

»Αλήθεια, υπάρχουν πολλά ακόμα στην ανθρώπινη ζωή, τα οποία, δυστυχώς, δεν μπορούμε να τα καταλάβουμε τέλεια».

Ενώ εξακολουθούσαμε την συνομιλία επάνω σ' αυτό το ζήτημα, άρχισε να βραδιάζει. Κοιμήθηκα αυτήν την νύκτα στου παπά. Το πρωί ο δήμαρχος έστειλε το γραμματέα του να παρακαλέσει τον ιερέα για την κηδεία του νεκρού στο κοιμητήριο και να του πει ότι οι γιατροί μετά από την νεκροψία δεν ανακάλυψαν σημεία τρέλας, απέδωσαν δε το θάνατο σε συγκοπή καρδίας.

«Κοίταξε τώρα, είπε ο παπάς, απευθυνόμενος προς εμένα, η ιατρική επιστήμη δεν ημπορεί να μας πει ποια ήτο η ακριβής αιτία της ακυβέρνητης ορμής που εξεδήλωσε ο δυστυχής αυτός για το νερό».

Μετά από αυτά, χαιρέτησα τον ιερέα και ξανάρχισα τον δρόμο μου. Ύστερα από ταξίδι κάμποσων ημερών και ενώ άρχισα να κουράζομαι κάπως, έφθασα σε μιαν αρκετά μεγάλη εμπορική πόλη που ονομαζόταν Μπυελάγια  - Τσερκώβ.  Επειδή είχε  αρχίσει  να  βραδιάζει άρχισα  να  ερευνώ  για  την νυκτερινή διαμονή μου, οπόταν στην αγορά συνάντησα έναν άνθρωπο που φαινόταν πως ήταν κι αυτός ταξιδιώτης. Ερωτούσε κι εκείνος στα διάφορα καταστήματα για την διεύθυνση ενός προσώπου που κατοικούσε σ' αυτό το μέρος. Μόλις με είδε ήλθε κοντά μου και μου είπε:

«Φαίνεσαι κι εσύ να είσαι προσκυνητής σαν κι εμένα γι' αυτό ας πάμε μαζί να βρούμε έναν άνθρωπο που μένει σ' αυτήν εδώ την πόλη και ονομάζεται Εβραιίνωφ. Είναι ένας καλός χριστιανός, έχει ένα σπουδαίο ξενοδοχείο και ευχαριστείται να φιλοξενεί προσκυνητές. Κοίταξε, έχω την διεύθυνσή του γραμμένη».

Μ' ευχαρίστηση συμφώνησα, ύστερα δε από λίγο βρήκαμε το σπίτι που ζητούσαμε. Αν και ο οικοδεσπότης απουσίαζε, η σύζυγός του, μια εξαιρετική γυναίκα, μας εδέχθη με καλοσύνη και ευγένεια και μας έδωσε ένα μοναχικό δωμάτιο στο ανώγι του σπιτιού για ν' αναπαυθούμε κάπως.








Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |