ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Τα παιδικά χρόνια της Ευφροσύνης

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Τα παιδικά χρόνια της Ευφροσύνης




ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΦΥΡΑ
ΤΖΟΥΝΤΙΘ ΧΕΡΙΝ
Ενότητες  :
Τα παιδικά χρόνια της Ευφροσύνης   
Η εμπειρία της εξορίας   
Η ζωή της Μαρίας ως μοναχής   
Η ανατροφή της Ευφρόσυνης   
Η βασιλεία του Νικηφόρου Α' (802-811)   
Τρεις νεαροί αξιωματικοί και η «συνωμοσία» τους   
Η βασιλεία του Λέοντα Ε' (813-820)


Εχοντας υπόψη τους παραπάνω ασαφείς παράγοντες, δεν μπορούμε να πούμε με ακρίβεια πόσα από τα παιδικά της χρόνια πέρασε η Ευφροσύνη στην Κωνσταντινούπολη τέσσερα το πολύ, ένα το λιγότερο. Ωστόσο σε καμιά περίπτωση το περιβάλλον των γυναικείων διαμερισμάτων του Μεγάλου Παλατιού δεν θα ασκήσει σημαντική επιρροή προτού η Μαρία και τα δύο μικρά κορίτσια εξοριστούν από την πρωτεύουσα. Όμως η μητέρα και η μεγαλύτερη αδελφή της θα της μιλήσουν αργότερα για την προνομιούχο, αυτοκρατορική ζωή που ζούσαν στην Αυλή πριν τις εκδιώξει ο αυτοκράτορας. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Θεοφάνης, ο Κωνσταντίνος ΣΤ' διέδιδε πως η γυναίκα του προσπαθούσε να τον δηλητηριάσει, πράγμα που ισοδυναμούσε με σχέδιο δολοφονίας (έγκλημα το οποίο νομιμοποιούσε το διαζύγιο). Επιπλέον, κάτι τέτοιο στοιχειοθετεί επίθεση κατά του αυτοκράτορα, δηλαδή πράξη εσχάτης προδοσίας η οποία τιμωρείται με θάνατο. Στον Βίο του αγίου Ταρασίου (σύγγραμμα του Ιγνατίου του ιεροδιακόνου που χρονολογείται μετά το 843), ο πατριάρχης φέρεται να θεωρεί επαίσχυντη και ψευδή την κατηγορία.18 Εκείνη την εποχή πάντως οι άνθρωποι δεν εξέφραζαν ανοιχτά τις υποψίες τους για τα αληθινά κίνητρα του Κωνσταντίνου. Ο Ταράσιος αρνήθηκε να κείρει μοναχή τη Μαρία παρά τη θέλησή της, όμως δεν κατάφερε να τη σώσει από τη μοναστική εξορία που της επέβαλε ο άνδρας της. Αφού την καταγγείλουν ότι αποπειράθηκε να δηλητηριάσει και να δολοφονήσει τον αυτοκράτορα, η Μαρία και οι κόρες της υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 795 και να εγκλειστούν σ’ ένα μοναστήρι. Επτά μήνες αργότερα, όπως είδαμε, ο Κωνσταντίνος ΣΤ' παντρεύτηκε τη Θεοδότη, μία κουβικουλάρια, κυρία επί των τιμών, και την έστεψε αυτοκρατειρα, αυγουστα.



Έτσι λοιπόν ο Κωνσταντίνος κατάφερε αυτό που ήθελε, πληρώνοντας όμως το τίμημα. Η αποτυχία της Μαρίας να του χαρίσει έναν γιο και διάδοχο κατέληξε σε ένα αμφιλεγόμενο διαζύγιο και σ’ έναν δεύτερο γάμο του αυτοκράτορα, που καταγγέλθηκε σχεδόν αμέσως ως παράνομος από τον Πλάτωνα, τον ηγούμενο της Μονής Σακκουδίωνος, και τον ανιψιό του Θεόδωρο, συγγενών και των δύο της Θεοδότης.20 Ωστόσο οι συγγενικοί δεσμοί δεν επηρέασαν την αντίθεσή τους σε αυτό τον γάμο που παραβίαζε τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Πάντως δεν φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε κανείς στον αυτοκράτορα για να υπερασπιστεί τη Μαρία. Τι απέγιναν όλοι αυτοί οι συγγενείς που είχαν έρθει μαζί της στην Κωνσταντινούπολη το 788, μόλις επτά χρόνια νωρίτερα, και είχαν εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα; Φαίνεται πως δεν την υποστήριξαν στην πιο κρίσιμη για εκείνη στιγμή. Δεν είναι επίσης ξεκάθαρο πού ακριβώς εξορίστηκαν στην αρχή η Μαρία και οι κόρες της. Μια μεταγενέστερη πηγή ισχυρίζεται ότι η πρώην αυτοκράτειρα αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι που είχε ιδρύσει η ίδια, τη Μονή των Δεσποινών, αλλά δεν της επετράπη να μείνει εκεί. Άλλοι αναφέρουν ότι στάλθηκε στη Μονή τα Γαστρίου, ένα μοναστήρι «στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης». Ο ισόβιος εγκλεισμός της πραγματοποιήθηκε τελικά σ’ ένα μοναστήρι που είχε ιδρύσει η Ειρήνη, η αυτοκράτειραμητέρα, στο νησί της Πριγκίπου, πριν από το 780.21 Το 795 ήταν κιόλας ένα διάσημο ίδρυμα εικονολατρών υπό την προστασία της Ειρήνης.

Η ζωή της Μαρίας ως μοναχής

Ετσι από τα τρυφερά της χρόνια η Ευφροσύνη έζησε στη συνεχή αφάνεια του μοναστικού εγκλεισμού. Η μητέρα της, η Μαρία, εκάρη παρά τη θέλησή της από τον κατηχητή του πατριάρχη· της έκοψαν τα μαλλιά και την ανάγκασαν να ενταχτεί σε μια θρησκευτική κοινότητα στο μεγαλύτερο από τα Πριγκιποννήσια, που βρίσκεται στη Θάλασσα του Μαρμαρά όχι μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Το νησί είναι μικρό, δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής παρά μόνο από τη θάλασσα. Άραγε ένα βυζαντινό Αλκατράζ; Ίσως όμως για την Ευφροσύνη και τη μεγαλύτερη αδελφή της, την Ειρήνη, η Πρίγκιπος με τα πευκοδάση της, τα κόκκινα βράχια της και την υπέροχη θαλασσινή θέα να μην ήταν τελικά και τόσο απαίσιος τόπος. Ως παιδιά έζησαν στο Μοναστήρι με τη μητέρα τους, πιθανόν σε διαμερίσματα καλύτερα επιπλωμένα από το συνηθισμένο, με υπηρέτες να τις φροντίζουν και να τους παρέχουν κάποια μορφή εκπαίδευσης. Όταν ενηλικιώθηκαν και μπορούσαν πλέον να δώσουν τους ιερούς τους όρκους, πιθανόν να εντάχτηκαν στη θρησκευτική κοινότητα. Αλλά όχι απαραίτητα. Η Ειρήνη φαίνεται ότι πέθανε νέα· δεν γίνεται μνεία στο πρόσωπό της μετά το 816 περίπου, κι έτσι δεν έζησε για να χαρεί την αποκατάσταση της οικογένειάς της.

Δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε τον ισχυρισμό του Θεοφάνη ότι η αυτοκράτειρα Ειρήνη είχε ιδρύσει αυτό το ξακουστό Μοναστήρι στην Πρίγκιπο, όπου βρήκε άσυλο η Μαρία. Ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της βασιλείας της και του θανάτου της και επιπρόσθετα η γυναίκα του, η Μεγαλώ, εντάχτηκε στην ίδια θρησκευτική κοινότητα με την προσωπική υποστήριξη της αυτοκράτειρας. Ο ρόλος της Ειρήνης ως προστάτιδας της Μονής επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όταν πρωτοεξορίστηκε από την Κωνσταντινούπολη πέρασε ένα μικρό διάστημα στην Πρίγκιπο, το 802 (βλ. κεφάλαιο 2). Στον Βίο της αγίας Ειρήνης, μια πολύ μεταγενέστερη συγγραφή, η Ειρήνη φέρεται να απευθύνει μια επαινετική ομιλία στην ηγουμένη την παραμονή της αναχώρησής της για τη Λέσβο. Όλες οι μοναχές συγκεντρώνονται κλαίγοντας γύρω της τη στιγμή που η Ειρήνη φεύγει. Ύστερα από τον θάνατό της, το 803, η σορός της μεταφέρεται με τις οφειλόμενες τιμές από τη Λέσβο στην Πρίγκιπο και τοποθετείται για να αναπαυτεί σε μια καινούργια σαρκοφάγο φτιαγμένη από μάρμαρο της Προκοννήσου στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, στην αριστερή πλευρά της μοναστηριακής εκκλησίας.22

Δεν είναι εύκολο να υποθέσουμε αν το κύρος της Μαρίας ως τέως αυτοκράτειρας της είχε εξασφαλίσει κάποια προνόμια απέναντι στις άλλες μοναχές ή αν αντίθετα την καταδίκασε σε μια πιο σκληρή ζωή. Στα τέλη του ΣΤ' αιώνα, γυναίκες της αριστοκρατίας που ήταν πιστές στη Μονοφυσιτική Εκκλησία υποχρεώνονταν να φοράνε τραχιά ράσα και να καθαρίζουν τα αποχωρητήρια του μοναστηριού όπου τις είχαν περιορίσει. Η αυτοκρατορική πριγκίπισσα Ανθούσα, που έγινε καλόγρια στα τέλη του Η' αιώνα, αφιερώθηκε στο κουβάλημα του νερού και στο σερβίρισμα των αδελφών της στην αίθουσα εστίασης της μονής.23 Ένα άλλο σχεδόν σύγχρονο κείμενο περί της γυναικείας μοναστικής ζωής υπογραμμίζει ότι κάποιες πολύ αφοσιωμένες μοναχές δεν επέτρεπαν ποτέ στις άλλες να τις σερβίρουν είτε να τους χύνουν νερό στα χέρια. Η διατροφή τους ήταν εξαιρετικά λιτή. Η Αθανασία δεν έτρωγε ποτέ φρούτα η Ειρήνη της Χρυσοβαλάντου έτρωγε μόνο ψωμί και έπινε νερό με λίγα πράσινα λαχανικά το βράδυ. Τα ρούχα τους ήταν φτιαγμένα από τραχύ μαλλί κατσίκας, είχαν μόνο ένα φόρεμα που το άλλαζαν μια φορά τον χρόνο, κάθε Πάσχα. Μερικές φορές κοιμόντουσαν πάνω σε πέτρες, χωρίς καν να πλαγιάζουν.24

Ένα ελαφρώς μεταγενέστερο κείμενο του Θ' αιώνα επιβεβαιώνει ότι γυναίκες που είχαν ζήσει μιαν άνετη ζωή προτού γίνουν μοναχές όφειλαν να επιδείξουν ταπεινοφροσύνη αναλαμβάνοντας ιδιαιτέρως επίμοχθες και κουραστικές εργασίες. Με αυτόν τον τρόπο η Θεοδώρα από τη Θεσσαλονίκη μεταβλήθηκε σε «τιποτένια υπηρέτρια» που εκτελούσε τις πιο καθημερινές οικιακές δουλειές: ζύμωνε ψωμί, άλεθε στάρι, μαγείρευε, ψώνιζε, κουβαλούσε τα ξύλα και ύφαινε. Η αξίωσή της στην αγιοσύνη ισχυροποιήθηκε από την ολοκληρωτική της υπακοή στην πνευματική της μητέρα, την ηγουμένη Άννα, την οποία φρόντιζε η Θεοδώρα τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Όταν η Άννα ήταν κατάκοιτη και είχε απολέσει τα λογικά της, η Θεοδώρα την κουβαλούσε στο λουτρό, την τάιζε και τη γυρνούσε στο κρεβάτι για να νιώθει πιο άνετα, ακόμη και όταν η Άννα την καταριόταν και τη χτυπούσε. Με αυτόν τον τρόπο εκδηλώθηκαν τα σημεία της αληθινής αγιοσύνης, η οποία αργότερα επιβεβαιώθηκε με τα θαύματα που γίνονταν στον τάφο της μετά τον θάνατό της.25

Εφόσον επικρατούσε αυτή η γενική αρχή, η Μαρία όφειλε να επιδείξει ταπεινότητα και να εκτελεί παρόμοιες αγγαρείες. Εκείνη ίσως να ένιωθε το Μοναστήρι της Παρθένου περισσότερο σαν τόπο κράτησης παρά σαν θρησκευτικό ίδρυμα. Και άλλες γυναίκες πιθανόν να μοιράζονταν τηνεξορία της: καταδικασμένες μοιχαλίδες, αιρετικές, πρώην σύζυγοι επισκόπων και φρενοβλαβείς κατά κανόνα εγκλείονταν σε μοναστήρια. Ο εγκλεισμός στο μοναστήρι και η προσαρμογή στον μοναστικό βίο ήταν ο συνηθέστερος τρόπος τιμωρίας αυτών των γυναικών. Σε μια εποχή όπου δεν υφίσταντο φυλακές με τη σύγχρονη έννοια του όρου, τα απομονωμένα μοναστήρια ίσως να χρησίμευαν για τον ίδιο σκοπό. Το πραιτώριον (επίσημη κατοικία του έπαρχου της Κωνσταντινούπολης) διέθετε κελιά όπου φυλακίζονταν συνήθως οι στασιαστές. Ήταν όμως εξίσου σύνηθες να τους φυλακίζουν σε ασφαλή μέρη, κοντά σε διάφορες εκκλησίες, καθώς και σε μονές, ακόμη και στα υπόγεια του Μεγάλου Παλατιού. Όταν παντρεμένοι ιερείς εκλέγονταν σε επισκοπικές έδρες, υποχρεώνονταν να διαζευχθούν τις γυναίκες τους οι οποίες υπακούοντας στον νόμο κλείνονταν σε μοναστήρια μακριά από τους πρώην συζύγους τους. Όσοι καταδικάζονταν ως αιρετικοί ή για σεξουαλικά εγκλήματα τιμωρούνταν με παρόμοιο τρόπο. Και οι άνδρες επίσης εγκλείονταν σε εκκλησιαστικά ιδρύματα. Εκθρονισμένοι αυτοκράτορες και αυτοκράτειρες κατά κανόνα τελευτούσαν τον βίο τους σε μοναστήρια όπου ζούσαν υπό διαρκή φρούρηση, αν δεν ήταν κιόλας φυλακισμένοι σε κελιά. Στις αρχές του Η' αιώνα, ο Φιλιππικός τυφλώθηκε και κατόπιν φυλακίστηκε στη Μονή του Δαλματίου, διαδικασία που θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές στο μέλλον (βλ. παρακάτω την περίπτωση του Βαρδάνη Τούρκου). Πολλοί φυσικά ήταν και εκείνοι που αναζητούσαν καταφύγιο στη μοναστική απομόνωση από τον κόσμο, όταν συνειδητοποιούσαν πως οι αυτοκρατορικές τους φιλοδοξίες δεν μπορούσαν να εκπληρωθούν.26

Δεν είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε το ποσοστό των γυναικών κοινών εγκληματιών που κρατούνταν σε μοναστήρια, αν και θα πρέπει να ήταν λίγες ωστόσο οι αφοσιωμένες μοναχές που κατέφευγαν σε μονές ωθούμενες από τη χριστιανική τους πίστη και την προσήλωσή τους στα θεία ήταν υποχρεωμένες να συναγελάζονται μαζί τους. Είναι λοιπόν πιθανό η πρώην αυτοκράτειρα να βρέθηκε έγκλειστη σε μια μικτή ομάδα. Δεν γνωρίζουμε με ποιον τρόπο διοικούσε η ηγουμένη μια τέτοια κοινότητα, όμως αφηγήσεις που διασώθηκαν σε σύγχρονες και κάπως μεταγενέστερες πηγές έλκουν την προσοχή μας στα προβλήματα που ενδεχομένως αναφύονταν. Μερικά νεαρά κορίτσια αναζητούσαν καταφύγιο σε μοναστήρια για να αποφύγουν την επίμονη ερωτική πολιορκία κάποιων ανδρών, άλλες είχαν διανοητικά προβλήματα, ενώ ορισμένες κατέχονταν από δαιμονικά πνεύματα.27 Όπως και σε κάθε μικρή κοινότητα, μικροζήλιες και προσωπικοί ανταγωνισμοί έπρεπε να επιλυθούν από την ηγουμένη: η κρίση της ήταν τελεσίδικη και οι τιμωρίες που επέβαλλε αυστηρές.

Μία από τις αφοσιωμένες αδελφές στο Μοναστήρι της Πριγκίπου ήταν η Μεγαλώ, πρώην σύζυγος του Θεοφάνη, ο οποίος έγραψε μέρος τουλάχιστον της Χρονογραφίας. Η ιστορία του αρραβώνα τους σε πολύ μικρή ηλικία, ο σύντομος γάμος που επακολούθησε και από τον οποίο δεν απέκτησαν παιδιά, καθώς και η απόφασή τους να χωρίσουν ακολουθεί ένα καθιερωμένο πρότυπο. Σύμφωνα με τον πανηγυρικό που συνέθεσε ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης για τον Θεοφάνη, ο τελευταίος εγκατέστησε τη Μεγαλώ στο Μοναστήρι της Παρθένου στην Πρίγκιπο με την προτροπή της αυτοκράτειρας Ειρήνης και εκείνη πήρε το μοναστικό όνομα Ειρήνη. Κατόπιν ο Θεοφάνης εκάρη στο γειτονικό νησάκι της Καλωνύμου κι έτσι εισήλθε στη μακρά μοναστική ζωή του, οπότε και τελειοποίησε τις δεξιότητες της γραφής {καλλιτεχνίας) και συνέγραψε την περίφημη ιστορία του που τόσο συχνά αναφέρεται στην παρούσα μελέτη. Συμφώνησαν να μην ξαναϊδωθούν ποτέ πια. Ενώ η ΜεγαλώΕιρήνη πιθανόν να είχε πάρει μαζί της την προίκα της, μια και ο πατριάρχης Μεθόδιος ισχυρίζεται πως καταγόταν από πολύ πλούσια οικογένεια, και ο Θεοφάνης από τη μεριά του έκανε ανάλογες δωρεές στη θρησκευτική κοινότητα της Πριγκίπου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η γυναίκα του ασπάστηκε τον μοναστικό βίο με τη θέλησή της και ότι χρίστηκε μοναχή με τη λειτουργία εισδοχής των γυναικών στη μοναστική ζωή.28

Αφού η Μεγαλώ και ο Θεοφάνης είχαν αποφασίσει να χωρίσουν το 780/781 περίπου, εκείνη ήταν από τις παλαιότερες αδελφές της κοινότητας όταν η Μαρία έφτασε με τις δύο μικρές της κόρες δεκατέσσερα χρόνια αργότερα. Η Μεγαλώ έζησε και μετά τα πρώτα χρόνια του Θ' αιώνα για να πληροφορηθεί τον θάνατο του πρώην συζύγου της, του Θεοφάνη, το 818, από τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη. Είναι πολύ παράξενο ότι αυτό το συλλυπητήριο γράμμα απευθύνεται στη ΜεγαλώΕιρήνη και τη Μαρία, και μας βάζει στον πειρασμό να υποθέσουμε μια φιλία ανάμεσα στις δύο γυναίκες που δεν τεκμαίρεται από πουθενά αλλού.29 Αν όντως έτσι συνέβαινε, αυτό θα σήμαινε ότι η Μαρία στον καταναγκαστικό εγκλεισμό της στο Μοναστήρι είχε συνάψει φιλίες και με άλλες γυναίκες της αριστοκρατίας, κάτι το αναμενόμενο. Κάτω απ’ αυτές τις σταθερά αναλλοίωτες συνθήκες, οι γυναίκες που περιορίζονταν σε μοναστήρια για πολιτικούς λόγους μπορούσαν να βρουν ευχάριστη συντροφιά ανάμεσα σε εκείνες που είχαν αναζητήσει καταφύγιο από τον κόσμο στις γυναικείες κοινότητες.

Η αμετάκλητη αφοσίωση στον Χριστό σημαδεύεται από την τελετή της κουράς των μαλλιών, που συμβολίζει την απάρνηση του κόσμου και των ανέσεων του και την υιοθέτηση της φτώχειας, της υπακοής και της αγνότητας. Οι γονείς συχνά αντιμετώπιζαν την ορκωμοσία σαν ένα θεαματικό γεγονός και έντυναν τις κόρες τους με πλούσια μεταξωτά ρούχα και ακριβά κοσμήματα. Αυτή η πρακτική καταδικάστηκε στην εν Τρούλλω Σύνοδο ως περιττή επίδειξη πλούτου που πιθανόν να έκανε τα κορίτσια να μετανιώσουν για την απόφασή τους. Παρόμοιες καταδίκες για ανάρμοστο ντύσιμο και φανταχτερή επίδειξη πλούτου αφορούν τόσο λαϊκούς όσο και κληρικούς. Γιατί αν κάποια κορίτσια έκλαιγαν αντί να χαμογελούν χαρούμενα στην προοπτική να γίνουν «νύμφες του Χριστού», τα δάκρυά τους πιθανόν να παρερμηνεύονταν. Έτσι ο εκκλησιαστικός κανόνας απαιτούσε ταπεινό ντύσιμο που δεν θα προκαλούσε την παραμικρή αίσθηση απώλειας.30

Η ιδέα ότι ο μοναστικός όρκος ήταν πράγματι μια τελετή ισοδύναμη με έναν κοσμικό γάμο απαντά συχνά σε αναφορές στην τελετή του επουράνιου γάμου στους βίους των αγίων γυναικών. Ένα περίπλοκο γαμήλιο τελετουργικό με τον Χριστό στον ρόλο του νυμφίου, που συμπληρωνόταν με ένα νυφικό, ένα γαμήλιο γλέντι και έναν νυμφώνα, καθιστούσε ολοφάνερο ότι τα κορίτσια δίνοντας τον όρκο τους δεσμεύονταν διά βίου να εγκαταλείψουν τον κόσμο για να εναγκαλιστούν τον Χριστό. Οι αληθινά αφοσιωμένες μοναχές υιοθετούσαν τη διά βίου παρθενία και εγκαθίσταντο μόνιμα σ’ ένα μέρος, γεγονός που πιστοποιεί η περίπτωση της Ανθούσας, της κόρης του Κωνσταντίνου Ε', η οποία στη διάρκεια της δεκαετίας του 780 αρνείται να υποκύψει στις επανειλημμένες προσπάθειες του πατέρα της να την πείσει να παντρευτεί. Παρότι λέγεται ότι η αυτοκράτειρα Ειρήνη είχε πιέσει την Ανθούσα να παραμείνει στο Μέγα Παλάτιο, εκείνη φορούσε πάντα ένα κουρελιασμένο τρίχινο ρούχο ασκητή κάτω από τα αυτοκρατορικά της ενδύματα και τελικά αποσύρθηκε από τα εγκόσμια. Αφού πρώτα διένειμε όλα της τα υπάρχοντα στους φτωχούς, σε εκκλησίες και σε θεοσεβή ιδρύματα, εκάρη από τον πατριάρχη Ταράσιο.31 Η απόσυρση της Ανθούσας από τον κόσμο σήμαινε ότι δεν θα επανερχόταν ποτέ σε αυτόν, ούτε καν θα μετακόμιζε από ένα μοναστήρι σε κάποιο άλλο.

Στην εξορία της στη Μονή της Πριγκίπου, η πρώην αυτοκράτειρα είχε το δικαίωμα να λαμβάνει γράμματα ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης έγραφε σε αυτήν και στις δύο της κόρες, την Ευφροσύνη και την Ειρήνη.32 Η Μαρία προφανώς του απαντούσε και πράγματι οι επιστολές του Θεόδωρου δεν αφήνουν αμφιβολία ότι οι γυναίκες που του έγραφαν (και ήταν κάμποσες) του έστελναν πληροφορίες, του ζητούσαν τη συμβουλή του και υποστήριζαν την υπόθέση της εικονολατρίας με διάφορους τρόπους.33 Άρα η Μαρία δεν ήταν εντελώς αποκομμένη από τον κόσμο. Επιπλέον, μετά την πτώση της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η Μαρία και οι κόρες της πιθανότατα υπήρξαν μάρτυρες της άφιξής της στην Πρίγκιπο, της αναχώρησής της για τη Λέσβο το 803 και της επιστροφής της μέσα στο φέρετρο. Αν όντως συνέβησαν έτσι τα πράγματα, αυτή ήταν και η μοναδική φορά που συναντήθηκαν οι δύο αυτοκράτειρες μεταξύ Ιανουάριου του 795, όταν η Μαρία εξορίστηκε, και Νοεμβρίου του 802, όταν το ίδιο συνέβη στην Ειρήνη.34

 Παραδόσεις της θρησκευτικής ζωής των γυναικών στα τέλη του Η' αιώνα

Αίγες γυναικείες μοναστικές κοινότητες μοιράζονταν τις καθιερωμένες παραδόσεις που συνδέονταν με τα πιο φημισμένα ανδρικά μοναστήρια, όσα ήσαν συγκεντρωμένα την εποχή εκείνη στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας.35 Ανάμεσα στους θρησκευτικούς οίκους που ίδρυσαν οι γονείς του αγίου Θεόδωρου γύρω στο 781 εντοπίζουμε μια χτυπητή αντίθεση. Ενώ η μητέρα του, η Θεοκτίστη, και η αδελφή του μετέτρεψαν το σπίτι τους στην Κωνσταντινούπολη σε μοναστήρι του οποίου η Θεοκτίστη υπήρξε πιθανόν η πρώτη ηγουμένη, ο πατέρας και τα αδέλφια του Θεόδωρου ίδρυσαν μια μονή αρρένων στο Σακκούδιον, σε ιδιόκτητους οικογενειακούς αγρούς, η οποία έγινε διάσημο εικονολατρικό κέντρο. Ο θείος του, Πλάτων, ήταν ο πρώτος ηγούμενος του Μοναστηριού και με τη σειρά του ο Θεόδωρος έγινε ο δεύτερος. Οι παραδόσεις του Μοναστηριού μεταφέρθηκαν στη Μονή Στουδίου όταν ο Θεόδωρος έγινε ηγούμενός της. Τπό την προστασία της αυτοκράτειρας Ειρήνης εισήχθησαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις με τις οποίες τέθηκαν νέα πρότυπα ιερατικής συμπεριφοράς. Στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της εικονομαχίας, η εικονολατρική κοινότητα διαλύθηκε με αυτοκρατορική εντολή και στη Μονή εγκαταστάθηκαν μοναχοί πιστοί στην επίσημη θεολογία. Μετά το 843, η διαδικασία αντιστράφηκε και η Μονή Στουδίου εξακολούθησε να ακτινοβολεί σαν φάρος της μεταρρύθμισης της μοναστικής πρακτικής. Σε σύγκριση με την ιστορία αυτής της Μονής, τίποτα περισσότερο δεν αναφέρεται για τη γυναικεία μονή που είχε ιδρύσει η Θεοκτίστη. Οι γυναικείες κοινότητες σπάνια μακροημέρευαν συχνά ιδρύονταν από μία ευσεβή πλούσια πάτρωνα και δεν επιβίωναν μετά τον θάνατό της.

Οι Βυζαντινές μοναχές εκείνης της περιόδου συμπλήρωναν την αγαμία που όφειλαν να τηρούν ως «νύμφες του Χριστού» με τη φτώχεια και την υπακοή. Δεν είχαν καμιά περιουσία η διατροφή τους ήταν πολύ λιτή και η καθεμιά με τη σειρά της μαγείρευε, κουβαλούσε νερό, ύφαινε, καθάριζε και πάει λέγοντας. Ξυπνούσαν την καθορισμένη ώρα για να ψάλουν στις ακολουθίες και αφοσιώνονταν στην εκμάθηση του Ψαλτηρίου και των Ευαγγελίων τα οποία αποστήθιζαν. Σπάνια επιτρέπονταν επισκέψεις, όμως οι μοναχές μπορούσαν να παραστούν στην κηδεία ενός στενού τους συγγενή · κατά τ’ άλλα ελάχιστες ήταν οι επαφές ανάμεσα στον έξω κόσμο και στη μοναστική κοινότητα. Πολλές κοινότητες αναφέρονται επειδή ένας μελλοντικός άγιος, ένας πλούσιος πάτρωνας ή κάποια αυτοκράτειρα επέλεγαν να τις ευνοήσουν. Σε ορισμένες απ’ αυτές τις πηγές διακρίνουμε την ύπαρξη ενός ανεπίσημου ταξικού φράγματος ανάμεσα στις πλούσιες ανεξάρτητες γυναίκες που υιοθετούσαν με τη θέλησή τους τον μοναστικό βίο και των υπηρετριών τους που έκαναν τις διάφορες δουλειές. Ωστόσο υπάρχουν τόσο πολλές αφηγήσεις γυναικών που δεν εκμεταλλεύθηκαν το πλούσιο παρελθόν τους για να εξαγοράσουν προνόμια, ώστε είναι δύσκολο να γενικεύουμε. Οι πιο αφοσιωμένες μοιράζονταν την κεκανονισμένη ζωή της κοινότητας ανεξάρτητα από την καταγωγή τους.

Κατά τον Η' αιώνα, ωστόσο, τα μοναστήρια τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών υπόκειντο στην εποπτεία του κράτους, ιδίως όσα βρίσκονταν κοντά στην πρωτεύουσα. Όταν εικονομάχοι ηγεμόνες ασκούσαν την εξουσία, όλες οι μοναστικές κοινότητες υποχρεούνταν να τηρούν την επίσημη πολιτική για τις εικόνες, οι οποίες έπρεπε να αποσυρθούν, να σοβατιστούν, ακόμη και να καταστραφούν. Η αγία Ανθούσα (όχι η αυτοκρατορική πριγκίπισσα), η οποία διοικούσε ένα τεράστιο διπλό μοναστήρι κοντά στο Μαντίναιο, καταδιώχθηκε από αξιωματούχους που είχε στείλει ο Κωνσταντίνος για να την πείσουν να υιοθετήσει τις απόψεις των εικονομάχων. Όταν εκείνη αρνήθηκε, τη βασάνισαν μαζί με τον ανιψιό της που ήταν επικεφαλής του ανδρικού μοναστηριού. Την Ανθούσα την ξάπλωσαν καταγής και τη μαστίγωσαν, της έβαλαν φλέγόμενες εικόνες στο κεφάλι και τοποθέτησαν πυρακτωμένα κάρβουνα στα πόδια της.36 Όσο κι αν παρόμοια μεταχείριση δεν ήταν ο κανόνας, ωστόσο επιβεβαιώνεται ότι οι εικονομάχοι βασάνιζαν και έδερναν ακόμη και γυναίκες. Μετά το 787 όλοι οι μοναχοί όφειλαν να επιστρέψουν στη λατρεία των εικόνων. Οι ηγουμένισσες έπρεπε να εφαρμόσουν τη νέα πολιτική, αλλιώς διέτρεχαν τον κίνδυνο να τιμωρηθούν. Όπως έχουμε δει προηγουμένως, ορισμένες γυναίκες επαινούνται ξεχωριστά από τους εικονολάτρες συγγραφείς· το θάρρος τους εντοπίζεται σε συνθήκες που αποκαλύπτουν ισχυρή πίστη στις εικόνες και αποφασιστικότητα να ανακουφίσουν τα θύματα των διωγμών από τα βάσανά τους. Έτσι, ανάμεσα στις «αδελφές» της Μαρίας ίσως να υπήρχαν μερικές που είχαν υποφέρει και τώρα έδρεπαν τους καρπούς της αφοσίωσής τους στην πρακτική της εικονολατρίας. Φαίνεται λογικό να υποθέσουμε ότι μεταξύ 795 και 815 η Μονή της Πριγκίπου τηρούσε πιστά τις εικονολατρικές ρυθμίσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή το 787.

Η ανατροφή της Ευφρόσυνης

Τ ι έκαναν η Μαρία και οι δύο της κόρες στη διάρκεια των επτά μακρών χρόνων που μεσολαβούν από την αναγκαστική τους άφιξη στη Μονή το 795 ως την εξορία της Ειρήνης το 802; Παρά την απομόνωσή τους πιθανόν θα είχαν πληροφορηθεί τις εξελίξεις στην Αυλή: τον δεύτερο γάμο του Κωνσταντίνου ΣΤ', την εκθρόνισή του και την τύφλωσή του (797), τη βασιλεία της Ειρήνης και την προστασία που παρείχε σε μοναχούς όπως οι Στουδίτες, καθώς και την περαιτέρω υποστήριξή της σε ιδρύματα, όπως το Μοναστήρι της Πριγκίπου όπου βρίσκονταν έγκλειστες. Γνωρίζουμε μάλιστα μία περίπτωση όπου η Αυλή ασχολήθηκε μαζί τους: μετά την επισκευή της εκκλησίας της Αγίας Ευφημίας στην Κωνσταντινούπολη, μικρά τεμάχια από τα λείψανα της αγίας στάλθηκαν στην Πρίγκιπο για τα δύο μικρά κορίτσια. Αυτό το δώρο, που πιθανότατα οφείλεται στην Ειρήνη, αποτελεί τη μοναδική καταγραμμένη επαφή της γιαγιάς με τις εγγονές της. Για την Ευφροσύνη και την αδελφή της, αυτά τα επτά χρόνια θα σηματοδοτήσουν τη μεταμόρφωσή τους από μικρά κορίτσια σε νεαρές κοπέλες που έχουν πλήρη συνείδηση των θεολογικών διαφορών για τις εικόνες, έχουν εξοικειωθεί με τις ορθές μορφές λατρείας και πιθανότατα έχουν διδαχτεί ανάγνωση και γραφή από τις γηραιότερες μοναχές ή από έναν εντεταλμένο παιδαγωγό. Παρ’ όλο που είναι αποκλεισμένη από τον κόσμο, η Μαρία μπορεί να αλληλογραφεί με σημαντικούς εικονολάτρες, όπως ο άγιος Θεόδωρος. Και καθώς το χάσμα ανάμεσα στους Στουδίτες και τους οπαδούς του Ταράσιου σχετικά με το διαζύγιο της Μαρίας εξακολουθεί να βαθαίνει, είναι ολοφάνερο ότι οι υποστηρικτές της την τηρούν ενήμερη. Γι’ αυτούς είναι μια γυναίκα που κατηγορήθηκε άδικα και εξορίστηκε παράνομα, κι αυτό είναι η μόνη της παρηγοριά. Τα νέα για τον γάμο της Θεοδότης με τον Κωνσταντίνο που καταγγέλθηκε ως μοιχικός και κατόπιν η γέννηση και ο πρόωρος θάνατος του γιου τους Λέοντα που τον ακολούθησε ο ακρωτηριασμός του πρώην συζύγου της, όλα αυτά σίγουρα ενέτειναν τη δικαιολογημένη αγανάκτηση που αισθανόταν η Μαρία για όσα βάσανα εξακολουθούσε να υποφέρει εξαιτίας της αδικίας που είχε υποστεί.

Η Ευφροσύνη πιθανόν να μην είχε αντιληφθεί όλα αυτά όσο ήταν ακόμη παιδί. Ωστόσο διδάσκεται την εικονολατρική θεολογία και πρακτική και αποκτά βασική παιδεία. Ως ενήλικη θα αποδείξει ότι διαθέτει σύνεση και ικανότητες στον χειρισμό των συγγενών της. Επιδεικνύει επίσης τις αυτοκρατορικές αρετές που τη διαποτίζουν ίσως χάρη μιας συνειδητής μίμησης των επιφανών προγόνων της (έστω και αν ήταν εικονομάχοι). Παραμένει η νόμιμη κόρη του Κωνσταντίνου ΣΤ', εγγονή του Λέοντα Δ' και της Ειρήνης και δισέγγονη του Κωνσταντίνου Ε', του ανυπέρβλητου στρατιωτικού ηγέτη. Το πεπρωμένο της βρίσκεται σε αυτή την κληρονομιά. Γιατί μετά τον θάνατο της μεγαλύτερης αδελφής της, της Ειρήνης, η Ευφροσύνη είναι η μοναδική εν ζωή απόγονος του Λέοντα Γ', το τελευταίο επιζών μέλος της ένδοξης Συριακής δυναστείας που είχε κυβερνήσει την Αυτοκρατορία τον Η' αιώνα. Στις ταραγμένες πρώτες δεκαετίες του Θ' αιώνα, ο σύνδεσμος αυτός θα αποδειχτεί εξαιρετικά πολύτιμος.


Η βασιλεία του Νικηφόρου Α' (802-811)

Προκειμένου να παρακολουθήσουμε το επόμενο στάδιο στη σταδιοδρομία της Ευφροσύνης είναι απαραίτητο να κάνουμε μια ακόμη σύντομη παρέκβαση στην ιστορία των διαδόχων της αυτοκράτειρας Ειρήνης. Μετά το πραξικόπημα του 802, ο υπουργός των Οικονομικών Νικηφόρος βασίλευσε για εννέα χρόνια. Στη Χρονογραφία του ο Θεοφάνης του επιφυλάσσει χειρότερη μεταχείριση απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο Βυζαντινό αυτοκράτορα (βλ. παραπάνω). Ούτε οι προσπάθειές του για οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που είχαν καταστεί αναγκαίες εξαιτίας της σπάταλης πολιτείας της Ειρήνης και της κατάργησης των φόρων, ούτε οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, που σκοπό είχαν να αυξήσουν τον αριθμό των στρατευμένων, ούτε οι βελτιώσεις στη διοίκηση (που είναι ολοφάνερες χάρη στην επέκταση των Θεμάτων και την εξάπλωση του αυτοκρατορικού ελέγχου) δεν θεωρούνται αξιόλογα επιτεύγματα. Η εξουσία του αμφισβητήθηκε νωρίς από τα στρατεύματα του Θέματος των Ανατολικών που εξεγέρθηκαν και ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον διοικητή τους Βαρδάνη Τούρκο, με το πρόσχημα της αποκατάστασης της Ειρήνης στον θρόνο.37 Αυτή η απόπειρα δεν τελεσφόρησε, όμως υπήρξε σημαντική επειδή έφερε για πρώτη φορά σε επαφή μια ομάδα νεαρών αξιωματικών, οι φιλοδοξίες των οποίων έμελλε να καθορίσουν την πορεία της βυζαντινής ιστορίας την περίοδο 813829 (βλ. παρακάτω).

Ο Νικηφόρος Α' δεν ήταν προικισμένος στρατιωτικός αρχηγός. Οι εκστρατείες του κατά των Αράβων το 804806 κατέληξαν σε ήττες και η ειρήνη που επιτεύχθηκε ήταν τόσο ταπεινωτική, που προφανώς εξέπληξε ακόμη και τον ίδιο τον Χαρούν αλΡασίντ. Απ’ αυτή την άποψη, ο καινούργιος αυτοκράτορας δεν πρόσφερε καμία ανακούφιση μετά τις αποτυχίες της Ειρήνης στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Η αραβική απειλή κατά του Βυζαντίου εξέλιπε μονάχα ύστερα από τον θάνατο του χαλίφη το 809, όταν οι Μουσουλμάνοι διαιρέθηκαν μεταξύ τους.38 Αμέσως επακολούθησε μια εξέγερση των Βουλγάρων, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει ανάπαυλα από τις στρατιωτικές απειλές. Τώρα ο Νικηφόρος έκανε επίδειξη των χειρότερων ταλέντων του: πίστεψε ότι ήταν σε θέση να καταστείλει την ανταρσία των Βουλγάρων και οδήγησε τον βυζαντινό στρατό στην πιο καταστροφική εκστρατεία για πολλά πολλά χρόνια. Στη μάχη των Μαρκελλών, το 811, αρχικά νικούσε και μάλιστα πυρπόλησε το στρατόπεδο του Βούλγαρου χαν.39 Όμως αρνήθηκε να αποσυρθεί ειρηνικά και τελικά οι Βούλγαροι ανακάλυψαν τη σκηνή του και τον σκότωσαν μαζί με πολλούς εξέχοντες στρατηγούς και το άνθος του στρατού του. Λέγεται ότι ο Βούλγαρος χαν Κρούμος έβαλε να του κόψουν το κεφάλι και το μετέτρεψε σε ασημένιο κύπελλο, έτσι ώστε τα σλαβικά φύλα να μπορούν να πίνουν στους μελλοντικούς τους θριάμβους κατά των Βυζαντινών από ένα κύπελλο φτιαγμένο από το κρανίο του αυτοκράτορα.

Έχοντας υπόψη τη γενικά κακή γνώμη για τον Νικηφόρο, ένα γεγονός που αφορά άμεσα την Ευφροσύνη και τη μητέρα της αποκαλύπτει την αποφασιστικότητά του να υπερκεράσει την εκκλησιαστική ισχυρογνωμοσύνη. Όταν ο πατριάρχης Ταράσιος πέθανε το 806, ο αυτοκράτορας επέλεξε έναν άλλον νομικό, που επίσης ονομαζόταν Νικηφόρος, να τον αντικαταστήσει. Όπως και ο προκάτοχός του, ο νέος πατριάρχης είχε εκπαιδευτεί ως κρατικός υπάλληλος και συνεισέφερε τα μάλα στην αναβίωση των κλασικών σπουδών και της κλασικής παιδείας που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στον ύστερο Η' αιώνα.40 Οι μοναχοί της Μονής Στουδίου εκδήλωσαν την εχθρότητά τους κατά του καινούργιου πατριάρχη και αρνήθηκαν να κοινωνήσουν μαζί του με το αιτιολογικό ότι ως νομικός δεν έπρεπε να προωθηθεί στην κορυφή της Εκκλησίας. Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας προσπάθησε να ρυθμίσει το ζήτημα του διαζυγίου του Κωνσταντίνου ΣΤ' που ακόμη διαιωνιζόταν. Επέμεινε στο δικαίωμά του να επιτρέψει και πάλι τη Θεία Κοινωνία στον Ιωσήφ από τα Κάθαρα, τον ιερέα που είχε ευλογήσει τον γάμο του Κωνσταντίνου με τη Θεοδότη το 795, και συγκάλεσε μια σύνοδο για να επικυρώσει την απόφασή του.41 Ενώ ο νέος πατριάρχης συμφώνησε, η μοναστική παράταξη αντιτάχτηκε κι έτσι βάθυνε το χάσμα ανάμεσά τους. Η διαμάχη συνεχίστηκε μέχρι το 808, οπότε η επιστροφή του Ιωσήφ στον κλήρο της Αγίας Σοφίας προκάλεσε μια εξέγερση, την οποία ο Νικηφόρος κατέστειλε με τη συνήθη σκληρότητα. Όμως η απαίτηση του αυτοκράτορα να ίσταται υπεράνω των νόμων είχε αντίκτυπο και στη Μονή Στουδίου, όπου τώρα λεγόταν ότι διέμεναν περί τους επτακόσιους μοναχούς· ο ηγούμενος Θεόδωρος εξωθήθηκε σε πιο σκληρή αντιπολίτευση, με αποτέλεσμα αυτός, ο αδελφός του Ιωσήφ και ο θείος του Πλάτων να εξοριστούν από την πρωτεύουσα.

Το 809, λοιπόν, μια ομάδα κληρικών που διέθετε μεγάλη επιρροή και οι οποίοι είχαν πάρει το μέρος της Μαρίας στο θέμα του διαζυγίου, τιμωρήθηκαν για την υποστήριξη που είχαν παράσχει στην πρώην αυτοκράτειρα. Συμπτωματικά ο Θεόδωρος εξορίστηκε στα Πριγκιποννήσια, πολύ πιο κοντά στη Μαρία με την οποία τώρα βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση. Ανεξάρτητα από το αν είχαν κιόλας αρχίσει να αλληλογραφούν, η Μαρία θα ένιωσε ανακούφιση βλέποντας πως ένα τμήμα της Εκκλησίας εξακολουθούσε να υποστηρίζει τον γάμο της με τον Κωνσταντίνο ΣΤ' ως τον μοναδικό νόμιμο. Μετά τον θάνατο του Νικηφόρου στη στρατιωτική πανωλεθρία στις Μαρκέλλες (811), ο πατριάρχης Νικηφόρος επούλωσε το σχίσμα συγκαλώντας μια νέα σύνοδο η οποία ακύρωσε τις αποφάσεις της συνόδου του 809. Τελικά, η Εκκλησία ενώθηκε χάρη στην αποφασιστικότητα των μοναχών: ο γάμος του Κωνσταντίνου ΣΤ' με τη Θεοδότη κηρύχτηκε παράνομος και το «μοιχικό σχίσμα» έλαβε τέλος. Ο πατριάρχης δικαιολόγησε την προηγούμενη αδυναμία του ισχυριζόμενος ότι δέχτηκε πολιτικές πιέσεις προκειμένου να συμφωνήσει. Παρότι επρόκειτο για μια μεταθανάτια καταδίκη του δεύτερου γάμου του Κωνσταντίνου, η Μαρία πιθανόν να παρηγορήθηκε έστω και λίγο. Η απόφαση σήμαινε ότι δεν ήταν ένοχη για τα υποτιθέμενα σχέδια δολοφονίας του είχε άδικα υποχρεωθεί σε διαζύγιο και αναγκαστεί να υιοθετήσει τη μοναστική ζωή στην ΓΤρίγκιπο. Ωστόσο κανείς δεν πρότεινε την απαλλαγή της από την εξορία. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά ενοχλητικό και υπερβολικά ασυνήθιστο για την Αυλή. Έτσι, ανεξάρτητα από τις δικές της απόψεις, παρέμεινε στην Πρίγκιπο με την κόρη της, την Ευφροσύνη.

Ο γιος του Νικηφόρου και συναυτοκράτορας Σταυράκιος, που είχε τραυματιστεί βαριά στη μάχη των Μαρκελλών, δεν έζησε για πολύ ακόμη. Η αδελφή του Προκοπία προώθησε τον άνδρα της Μιχαήλ ως κατάλληλο υποψήφιο για τον θρόνο του αυτοκράτορα, όμως η σύζυγος του Σταυράκιου, η Θεοφανώ, φαίνεται ότι πίστευε πως μπορούσε να κυβερνήσει με τον ίδιο τρόπο όπως και η Ειρήνη.42 Το καλοκαίρι του 811, και ενώ διάφορες φατρίες της Αυλής αντιμάχονταν για τον αυτοκρατορικό τίτλο, ήδη νιώθουμε την κληρονομιά της αυτοκράτειρας Ειρήνης. Είτε η Θεοφανώ, που ήταν συγγενής της από την Αθήνα, όντως είχε την πρόθεση να κυβερνήσει μόνη της, είτε οι χρονογράφοι απλώς καταγράφουν τους φόβους τους ότι πιθανόν να το επιθυμούσε, το προηγούμενο ήδη υπήρχε. Και σε αυτή την περίπτωση το πρότυπο που είχε εγκαινιάσει η Ειρήνη προκαλούσε σχόλια και ανησυχία. Ολοφάνερα, η ανησυχία κυριαρχούσε ανάμεσα στους άρρενες χρονογράφους, ενώ η ίδια η Θεοφανώ ενδεχομένως να συμπεριφερόταν πολύ διαφορετικά. Θα ήταν εξαιρετικά απλοϊκό το συμπέρασμα ότι όποτε οι γυναίκες πλησίαζαν σε απόσταση αναπνοής την αυτοκρατορική εξουσία την έβρισκαν δελεαστική, ενώ οι άνδρες ταυτόχρονα τρομοκρατούνταν. Όμως η Ειρήνη είχε αφήσει τα αποτυπώματά της ως μια ασυνήθιστη ηγεμόνας και οι μεταγενέστερες αυτοκρατορικές γυναίκες θα είχαν πάντα το κατόρθωμά της στο μυαλό τους.

Τρεις νεαροί αξιωματικοί και η «συνωμοσία» τους

Τελικά η Προκοπία τα κατάφερε και ο σύζυγός της, ο Μιχαήλ Ραγκαβές, έγινε αυτοκράτορας. Στη διάρκεια της σύντομης και άδοξης βασιλείας του (811813) λέγεται ότι η Προκοπία διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην Αυλή, ενώ ο Μιχαήλ Α' έμεινε περισσότερο γνωστός για την ευσέβειά του και τη γενναιοδωρία του προς την Εκκλησία. Δεν πέτυχε τίποτε περισσότερο από τον Νικηφόρο στους πολέμους κατά των Βουλγάρων, που συνεχίζονταν κάθε χρόνο χωρίς διακοπή. Ο χαν Κρούμος πλησίασε ακόμη περισσότερο στην Κωνσταντινούπολη, λεηλατώντας τη Θράκη και τις γύρω περιοχές που προμήθευαν την πρωτεύουσα με τρόφιμα. Οι στρατιωτικοί κύκλοι θεωρούσαν τις επανειλημμένες ήττες σοβαρή απειλή κατά της Αυτοκρατορίας και τις αντιμετώπιζαν ως ταπεινωτικές εμπειρίες. Ακολουθώντας τα βυζαντινά στρατεύματα στη Βερζινίκια, τον Ιούνιο του 813, ο πατριάρχης Νικηφόρος φαίνεται να ανησυχεί για τις ηγετικές ικανότητες του Μιχαήλ. Ο άμεσος κίνδυνος μιας βουλγαρικής πολιορκίας της πρωτεύουσας έφερε τον Λέοντα, στρατηγό του Θέματος των Ανατολικών, στην πρώτη γραμμή. Με την υποστήριξη ενός άλλου αξιωματικού, του Μιχαήλ από το Αμόριο με τον οποίο είχε συνυπηρετήσει υπό τον Βαρδάνη Τούρκο το 802803, και ενός τρίτου προσώπου, ονόματι Θωμάς που συχνά αναφέρεται ως Σλάβος, ο Λέων ο Αρμένιος οικειοποιήθηκε την πορφύρα. Ο Μιχαήλ Α' παραιτήθηκε, φόρεσε το μοναστικό ράσο και αναζήτησε καταφύγιο στην Εκκλησία.43

Με αυτόν τον τρόπο οι τρεις αξιωματικοί, που τα ονόματά τους είχαν συνδεθεί με τη στάση του Βαρδάνη Τούρκου το 803, απέκτησαν ηγετικό ρόλο στο Βυζάντιο. Πολύ μεταγενέστερες πηγές διέσωσαν έναν θρύλο που ανέφερε ότι λίγο πριν από την εξέγερσή τους οι τέσσερις μαζί είχαν συμβουλευτεί έναν ηλικιωμένο μάντη, ο οποίος ισχυριζόταν πως μπορούσε να διαβάζει το μέλλον.44 Σύμφωνα με την προφητεία του, οι δύο από τους τρεις νέους άνδρες έμελλε να κυβερνήσουν την Αυτοκρατορία, ενώ ο μάντης προειδοποίησε τον Βαρδάνη ότι θα αποτύγχανε στην απόπειρά του και θα τυφλωνόταν. Αυτή η συνάντηση στο Φιλομήλιο δεν αναφέρεται από τον Θεοφάνη, ούτε ο Γενέσιος της δίνει ιδιαίτερη έμφαση. Ωστόσο στην εκδοχή που διέσωσαν οι Συνεχιστές του Θεοφάνη, στα μέσα του I' αιώνα, κατέχει σημαντική θέση. Η προφητεία αναφέρεται έξι φορές στις πρώτες πενήντα δύο σελίδες της ιστορίας τους, αποκτώντας έτσι υπερβολική σημασία. Σε αυτή την εκδοχή της αφήγησης διαπιστώνουμε πως ό,τι ξεκίνησε ως φήμη εξελίσσεται σε ένα σημαντικό και αυστηρά τεκμηριωμένο γεγονός. Βέβαια παρόμοιες αιτιολογίες για τις μετέπειτα εξεγέρσεις κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας ήταν αρκετά συχνές.45 Όμως υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες που πιστοποιούν ότι οι τρεις αξιωματικοί που είχαν συνυπηρετήσει υπό τον Βαρδάνη μοιράζονταν τις ίδιες φιλοδοξίες, κι ας απέφυγαν την τύχη του.

Το καλοκαίρι του 803, ο Βαρδάνης απέτυχε να κερδίσει ουσιαστική υποστήριξη για την εξέγερσή του κι έτσι αναγκάστηκε να διαπραγματευτεί την ασφαλή μεταφορά του στο Μοναστήρι της νήσου Πρώτης.46 Ο Λέων ο Αρμένιος και ο Μιχαήλ από το Αμόριο συνέβαλαν στο να δοθεί ειρηνικό τέλος στην εξέγερση των Μικρασιατικών Θεμάτων. Ανταμείφθηκαν με υψηλά στρατιωτικά αξιώματα και σπίτια στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Θωμάς πέρασε τα σύνορα και κατέφυγε στους Άραβες, όπου βάλθηκε να καταστρώνει τη δική του ανταρσία. Οι άλλοι δύο εμφανίζονται να έχουν κρατήσει στενή επαφή και να έχουν κάνει συμφέροντες γάμους: ο Λέων με τη Θεοδοσία, κόρη ενός άλλου Αρμενίου, του Αρσαβήρ, ο οποίος ήταν επικεφαλής του υπουργείου Δικαιοσύνης και το 808 κατείχε τη θέση του κοιαίστορος· ο Μιχαήλ με τη Θέκλα, την κόρη του Βαρδάνη και της πλούσιας συζύγου του Δομνίκης. Παρά τον ρομαντικό μύθο ότι και οι δύο άνδρες «παραπλανήθηκαν για να παντρευτούν τις θυγατέρες του Βαρδάνη» τον καιρό της υποτιθέμενης προφητείας, ο Μιχαήλ ήταν ο μόνος που το έπραξε και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο γάμος πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια του πραξικοπήματος του 803.47

Μετά την αποτυχία της εξέγερσής του, ο Βαρδάνης γύρεψε καταφύγιο ως μοναχός στο μοναστήρι που είχε ιδρύσει στην Πρώτη, όπου τυφλώθηκε με διαταγές του Νικηφόρου Α' παρά τις δεσμεύσεις που τον εξασφάλιζαν.48 Έζησε πολλά χρόνια ακόμη, ενώ η γυναίκα του Δομνίκη όπως και η κόρη του αναγκάστηκαν να γίνουν μοναχές και αποσύρθηκαν στο σπίτι τους στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο μετέβαλαν σε αναχωρητήριο γνωστό ως Αναστασία (όνομα που παραπέμπει στην Ανάσταση).49 Ο Λέων και ο Μιχαήλ συνέχισαν την επιτυχημένη στρατιωτική τους σταδιοδρομία μέχρι το 808, οπότε ο Λέων εμφανίζεται να εξορίζεται εξαιτίας της συμμετοχής του, μαζί με τον πεθερό του, στο αποτυχημένο πραξικόπημα του 808. Πιθανολογείται η εμπλοκή και του Μιχαήλ από το Αμόριο, αφού και οι δύο άνδρες, καθώς και ο συνάδελφός τους Θωμάς, ανακλήθηκαν στο στράτευμα μετά τον θάνατο του Νικηφόρου το 811. Η χρονολογία του γάμου της Θέκλας με τον Μιχαήλ δεν είναι γνωστή, αλλά όταν γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί (πιθανόν μεταξύ 811 και 813), ο Μιχαήλ κάλεσε τον Λέοντα να γίνει νονός του.50 Έτσι οι δύο άνδρες δημιούργησαν μια πρόσθετη πνευματική σχέση γύρω από το αγόρι που ονομάστηκε Θεόφιλος.

Μετά από τους επανειλημμένους βουλγαρικούς θριάμβους υπό τον χαν Κρούμο, η στρατιωτική και εκκλησιαστική ηγεσία ζήτησε από τον Λέοντα τον Αρμένιο να δεχτεί τη θέση του αυτοκράτορα. Ο πατριάρχης Νικηφόρος συνειδητοποίησε πως αν ο Μιχαήλ Λ' παραιτείτο σύντομα και τον απομόνωναν μαζί με όλη του την οικογένεια σε μοναστήρια, η Αυτοκρατορία πιθανόν να σωζόταν από τους Βουλγάρους. Ζήτησε λοιπόν από τον Λέοντα να εγγυηθεί την Ορθόδοξη πίστη του και ύστερα τον έχρισε αυτοκράτορα. Ο Λέων επευφημήθηκε στο προ των τειχών Τριβουνάλιο από τον στρατό και στέφθηκε στην Αγία Σοφία, στις 12 Ιουλίου του 813.51 Ο Μιχαήλ από το Αμόριο ήταν παρών κατά την είσοδό του στην πόλη και τον συνοδέυσε στο ανάκτορο, δείγμα της στενής τους σχέσης. Για την υποστήριξή του προήχθη στο αξίωμα του πατρικίου και διοικητού των εξκουβιτόρων, ενώ ο παλιός τους σύντροφος εν όπλοις, ο Θωμάς, έγινε τουρμάρχης των φοιδεράτων (ομόσπονδων). Και τα δύο προαναφερθέντα στρατιωτικά σώματα αντιπροσώπευαν επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες: το τάγμα των εξκουβιτόρων αποτελούνται από έφιππους που στάθμευαν στην πρωτεύουσα, ενώ οι φοιδεράτοι (ομόσπονδοι) ήταν δημιούργημα του Νικηφόρου Α' για την ενίσχυση της αυτοκρατορικής φρουράς.52 Η διαφαινόμενη απειλή μιας βουλγαρικής πολιορκίας απομακρύνθηκε χάρη στην ενίσχυση των οχυρώσεων της πόλης. Ο Λέων Ε' έκτισε ένα καινούργιο τείχος γύρω από τη Μονή των Βλαχερνών. Αφού πρώτα λεηλάτησε ατιμωρητί τα περίχωρα, ο χαν Κρούμος τελικά αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί ρημάζοντας στην επιστροφή του τη Θράκη. Έναν χρόνο αργότερα κι ενώ ετοίμαζε μιαν ακόμη μεγάλη επίθεση, ο Κρούμος πέθανε ξαφνικά.

Η βασιλεία του Λέοντα Ε' (813-820)

Σ τη διάρκεια της βασιλείας του Λέοντα Ε', οι δύο στρατιωτικοί σύντροφοί του συνεργάστηκαν σε εκστρατείες με τις οποίες διασώθηκε σε μεγάλο βαθμό η τιμή των βυζαντινών όπλων. Συμμορφούμενος με την επιτυχημένη Συριακή δυναστεία του προηγούμενου αιώνα, ο Λέων άλλαξε το όνομα του μεγαλύτερου γιου από το αρμενικό
Σμπατ (εξελληνισμένο σε Συμβάτιο) σε Κωνσταντίνος και τον έστεψε συναυτοκράτορα. Διατάζοντας τον λαό να τους επευφημεί με την παραδοσιακή ιαχή: «Πολλά τα έτη του Λέοντα και του Κωνσταντίνου», επιδίωκε ολοφάνερα να εγκαθιδρύσει μια νέα μακρόχρονη οικογενειακή δυναστεία.53 Ήλπιζε επίσης να επωφεληθεί από τη βαθιά ριζωμένη νομιμοφροσύνη στη μνήμη του Κωνσταντίνου Ε', η οποία δεν είχε σβηστεί ποτέ ανάμεσα στα τακτικά στρατεύματα των Θεμάτων. Στη διάρκεια της καταστροφικής βουλγαρικής εκστρατείας του 813, οπαδοί του Κωνσταντίνου Ε' παρεισέφρησαν στον ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη στη διάρκεια μιας λειτουργίας και άνοιξαν τον τάφο του καλώντας τον ήρωά τους να σώσει την Αυτοκρατορία. Ο Θεοφάνης λέει ότι ήταν Παυλικιανοί, οι οποίοι επέρριπταν την ευθύνη για τις ήττες της Αυτοκρατορίας στην Ορθόδοξη πίστη και τη μοναστική θεοσοφία. «Εμπνεόμενοι από τον Διάβολο, φώναζαν υπέρ του προφήτου τους, του Εβραίου στα μυαλά Κωνσταντίνου, και σαν κι αυτόν αρνούνταν την ενσαρκωση του Λριστου».

Εισαγωγή και πρώτη αποκλειστική δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΦΥΡΑ
ΤΖΟΥΝΤΙΘ ΧΕΡΙΝ
Η ηλεκτρονική επεξεργασία , επιμέλεια και μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/






















Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |