ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Η εν Τρούλλω Σύνοδος

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Η εν Τρούλλω Σύνοδος




ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΦΥΡΑ
ΤΖΟΥΝΤΙΘ ΧΕΡΙΝ
Ενότητες
Η εν Τρούλλω Σύνοδος   
Λέων Γ και αυτοκρατορική μεταρρύθμιση   
Η εικονομαχία   
Η αντίδραση της Ρώμης στην εικονομαχία   
Η Σύνοδος της Ιέρειας   
Το λαϊκό αίσθημα περί προστασίας των ιερών εικόνων   
Ο Κωνσταντίνος Ε' ανανεώνει την Κωνσταντινούπολη   
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ   
Ειρήνη: η άγνωστη αυτοκράτειρα αττό την Αθήνα   
Ο Θεοφάνης σχολιάζει με περισσότερες λεπτομέρειες:   
Η καταγωγή της Ειρήνης   
Η οικογένεια της Ειρήνης   
Η παρουσίαση της Ειρήνης στο Μέγα Παλάτιο    

Η εν Τρούλλω Σύνοδος

Μερικές από τις πιο σημαντικές έγνοιες των Βυζαντινών περιγράφονται έμμεσα στις αποφάσεις της εν Τρούλλω Συνόδου, της συνέλευσης των επισκόπων που πραγματοποιήθηκε στη Βασιλεύουσα το 692 ύστερα από διαταγή του Ιουστινιανού Β' προκειμένου να εκσυγχρονιστούν οι εκκλησιαστικοί νόμοι. Αυτές οι επίσημες εκκλησιαστικές αποφάσεις αντιπροσωπεύουν την προσπάθεια να ενισχυθεί η χριστιανική ενότητα, αφού το Ισλάμ είχε καταλάβει τις τρεις επιφανείς πατριαρχικές έδρες, την Ιερουσαλήμ, την Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια. Όταν ο Ιουστινιανός Β' συγκάλεσε αυτή την οικουμενική σύνοδο, ο πάπας Σέργιος Α' δεν συμμετείχε προσωπικά αλλά διόρισε αντιπρόσωπό του τον Βασίλειο, επίσκοπο Γόρτυνος στην Κρήτη, επιλέγοντας έτσι έναν εξέχοντα κληρικό από την εκκλησιαστική επισκοπή του Ανατολικού Ιλλυρικού που υπόκειτο στον έλεγχό του. Επρόκειτο για μια τεράστια περιοχή που περιλάμβανε τη Βαλκανική χερσόνησο, την Ελλάδα, την Κρήτη, τη Σικελία και τη Νότιο Ιταλία και η οποία ήλκε την καταγωγή της από την πολιτική διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επί Διοκλητιανού. Το Ιλλυρικό είχε τότε προσαρτηθεί στη Δύση. Η εκκλησιαστική επισκοπή του Ανατολικού Ιλλυρικού αντιπροσώπευε μια επικράτεια η οποία δεν αντιστοιχούσε σε πολιτικές ή γλωσσικές διαιρέσεις. Στα τέλη του Ζ' αιώνα, η επέκταση της παπικής εξουσίας στο ανατολικό τμήμα της Αυτοκρατορίας, όπου η ελληνική γλώσσα επικρατούσε απ’ άκρη σ’ άκρη, συνιστούσε ανωμαλία. Και δεδομένου ότι η Ρώμη περιοριζόταν ολοένα και περισσότερο στη χρήση της λατινικής τόσο στα πνευματικά ζητήματα όσο και στον κοσμικό τομέα, η «δυτική» επιρροή στο Ιλλυρικό ήταν πιθανότατα ασήμαντη. Πάντως ο Βασίλειος διέθετε το προβάδισμα απέναντι στους άλλους επισκόπους ως εκπρόσωπος της επισκοπικής έδρας του Αγίου Πέτρου.



Οι αποφάσεις που πάρθηκαν το 692 παρέχουν τριών ειδών τεκμήρια: μας μεταφέρουν πληροφορίες για τις περιοχές που βρίσκονταν κάτω από αυτοκρατορικό έλεγχο εκείνη την εποχή, για τη σχέση του Επισκόπου της Ρώμης με το Βυζάντιο· τέλος, για τις ασχολίες των επισκόπων στη συρρικνωμένη πλέον Αυτοκρατορία. Κατ’ αρχάς οι επισκοπές που αντιπροσωπεύονται στη Σύνοδο αποκαλύπτουν ότι στα τέλη του Ζ' αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καλύπτει μονάχα ένα τμήμα της προηγούμενης έκτασής της. Οι συγκεντρωμένοι κληρικοί προέρχονταν από έναν μεγάλο αριθμό πόλεων, 211, σε αντίθεση με τους 338 Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας το 325, όμως η περιοχή που εκπροσωπούν είναι πολύ περιορισμένη: οι περισσότεροι προέρχονται από τη Μικρά Ασία, την καρδιά της χριστιανικής Αυτοκρατορίας, τα νησιά του Αιγαίου και τη Νότιο Ιταλία.

Δεύτερον, το 451 η Κωνσταντινούπολη είχε επιτύχει να επιβάλει το κύρος της ως το ισοδύναμο αντίστοιχο της  Παλαιάς Ρώμης. Ωστόσο οι διάδοχοι του Αγίου Πέτρου εξακολουθούσαν να αξιώνουν υψηλότερη εξουσία βασιζόμενοι στα λόγια του Ιησού στην Καινή Διαθήκη: «... Ότι συ είσαι Πέτρος και επί ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου» (Ματθαίος 16:18). Σε θέματα πειθαρχίας, οι Επίσκοποι της Ρώμης εκτελούσαν επί αιώνες τα καθήκοντα ανωτάτου δικαστηρίου για τις Εκκλησίες της Δύσης. Όμως τα παπικά διατάγματα δεν είχαν ισχύ στην Ανατολή και η Σύνοδος τα αγνοούσε. Πρόσθετα ζητήματα προκαλούσαν επίσης διαφωνίες: η αγαμία των κληρικών, η νηστεία, η χρήση άζυμου άρτου στις Ευχαριστίες και πάνω απ’ όλα η φρασεολογία του «Πιστεύω», όπου η πρόσθετη λατινική φράση Filioque (χοα εκ του Υιού) στη διακήρυξη που αφορά την προέλευση του Αγίου Πνεύματος γινόταν δεκτή μόνο στη Δύση.

Την Παλαιά και τη Νέα Ρώμη τις δίχαζαν επίσης έθιμα που αντανακλούσαν τις διαφορετικές κληρονομιές τους. Η ανησυχία της Ανατολής για την επιβίωση ορισμένων ειδωλολατρικών παραδόσεων φαινόταν ακατανόητη στις εκκλησιαστικές Αρχές της Δύσης, οι οποίες δεν είχαν άμεση εμπειρία από τις αστικές γιορτές που καταδικάστηκαν το 692. Έστω και αν υπήρχαν ακόμη μάντεις που πρόλεγαν το μέλλον ερμηνεύοντας τους σχηματισμούς των νεφών και διασκεδαστές που κυκλοφορούσαν με αρκούδεςχορεύτριες στους δρόμους, στη Ρώμη είχαν ξεχάσει πια τις εορτές όπου άνδρες και γυναίκες φορούσαν ρούχα του αντίθετου φύλου, χόρευαν δημόσια ή φορούσαν μάσκες που παρέπεμπαν στο αρχαίο ελληνικό δράμα. Ακόμη και στην εποχή του πάπα Γρηγορίου Α' (590604) οι φοιτητές της Νομικής που διασκέδαζαν με έναν γενικά ανάρμοστο, κοινώς παγανιστικό, τρόπο ήταν πια ασυνήθιστο φαινόμενο. Οι Χριστιανοί της Δύσης δεν ασχολούνταν με τα εβραϊκά έθιμα όπως οι Χριστιανοί της Ανατολής και ακόμη λιγότερο με τους Αρμένιους, τα ξεχωριστά χριστιανικά έθιμα των οποίων ανησυχούσαν τη Σύνοδο. Έτσι οι ιεροί κανόνες κατά της συναδέλφωσης με τους Εβραίους επισκέψεις στα σπίτια τους, δημόσιες εμφανίσεις μαζί τους στα λουτρά, παρακολούθηση των εορτών τους, επισκέψεις για ιατρικούς λόγους ή κατά των αρμενικών παραδόσεων, όπως για παράδειγμα η προσφορά κρέατος στην εκκλησία, σήμαιναν πολύ λίγα γι’ αυτούς. Ανατολή και Δύση είχαν επίσης διαφορετικές παραδόσεις για τη νηστεία και η σχετική ρωμαϊκή πρακτική προκαλούσε τη δυσφορία της Συνόδου.

Οι ανησυχίες για τους Χριστιανούς που ζούσαν στα τρία Ανατολικά Πατριαρχεία τα οποία βρίσκονταν πλέον υπό ισλαμική κατοχή ήταν το τρίτο θέμα που απασχόλησε τη Σύνοδο. Η εξαιρετικά μειωμένη εκπροσώπηση των περιοχών που είχαν κατακτηθεί από τους Άραβες φανέρωνε τους κινδύνους για τον χριστιανισμό στη γενέθλια γη του. Όσοι επίσκοποι είχαν ξεφύγει από τις κατεχόμενες από τους Μουσουλμάνους περιοχές και ζούσαν ως πρόσφυγες είτε σε γειτονικά εδάφη είτε στην Κωνσταντινούπολη, ενθαρρύνονταν να επιστρέψουν το συντομότερο δυνατό για να φροντίσουν τις χριστιανικές κοινότητες. Όσοι είχαν παραμείνει στις εστίες τους όφειλαν να υπερασπιστούν τις παραδόσεις της Εκκλησίας. Ωστόσο η Σύνοδος παραδέχτηκε ότι ο αραβικός έλεγχος σε αυτές τις περιοχές έθετε σοβαρά προβλήματα. 11 ραγδαία εξάπλωση του Ισλάμ, το οποίο οι Βυζαντινοί θεωρούσαν σαν μια καινούργια αίρεση, τους ευαισθητοποίησε όλους ακόμη περισσότερο στο ζήτημα του ορισμού της δικής τους Ορθοδοξίας.

Μια ακόμη πλευρά αυτής της ανησυχίας καθρεφτίζεται στις ρυθμίσεις της Συνόδου σχετικά με τον ρόλο της τέχνης στις χριστιανικές εκκλησίες. Για πρώτη φορά μια οικουμενική σύνοδος νομοθέτησε κατά του είδους της τέχνης που μπορούσε να διεγείρει ακάθαρτα αισθήματα. Αντίθετα, εγκωμίασε τις αναπαραστάσεις του Χριστού με ανθρώπινη μορφή προκειμένου να υπενθυμίζεται η ενσάρκωσή του και η επί γης ζωή του. Η προσήλωσή της στον διδακτικό ρόλο της χριστιανικής τέχνης έδωσε σημαντική ώθηση στην αυτοκρατορική τέχνη. Ενώ το σύμβολο του σταυρού είχε χρησιμοποιηθεί για αιώνες, τώρα ο Χριστός έπαιρνε τη θέση του αυτοκράτορα στην εμπρόσθια όψη των νομισμάτων. Σε μια άλλη πιθανότατα σχετική εξέλιξη, οι αγιογράφοι της Ανατολής άρχισαν να ζωγραφίζουν τη Σταύρωση με εικόνες του πάσχοντος Χριστού, στο πλευρό του οποίου βρίσκονται η λυπημένη Παναγία και ο άγιος Ιωάννης. Η χρήση της τέχνης ως αυτοκρατορικής προπαγάνδας, σε αντίθεση με την απαγόρευση της απεικόνισης ανθρώπινων μορφών στην ισλαμική θρησκεία, ανθούσε ιδιαιτέρως σε μοναστήρια που βρίσκονταν υπό μουσουλμανική εξουσία, όπως του Αγίου Σάββα και άλλα παλαιστινιακά μοναστήρια κοντά στην Ιερουσαλήμ και τη Βηθλεέμ, καθώς και στην περίφημη κοινότητα του Όρους Σινά, ιδρυτής της οποίας ήταν ο Ιουστινιανός Α'.

Η Σύνοδος του 692 εικονογραφεί με αυτόν τον τρόπο την καινοφανή κατάσταση πολιορκίας όπου είχαν βρέθεί οι Χριστιανοί της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και της Συρίας. Οι αποφάσεις της αφορούν επίσης πολλά θέματα που σχετίζονταν με την αυξανόμενη απομόνωση της Αυτοκρατορίας και των Ορθόδοξων κατοίκων της. Αυτή η κατάσταση, με τη σειρά της, τους ανάγκασε να επιμείνουν για τον περισσότερο ελληνικό παρά λατινικό χαρακτήρα της και τις ανησυχίες σχετικά με την αίρεση του Ισλάμ. Μολονότι ο Βασίλειος και οι Κρητικοί επίσκοποι γνώριζαν πολύ καλά την κοσμοχαλασιά που είχαν προξενήσει οι αραβικές επιθέσεις, δεν είναι βέβαιο αν ο πάπας Σέργιος είχε αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος. Και παρ’ όλο που ο Επίσκοπος της Ρώμης κατανοούσε τους κινδύνους που αντιπροσώπευαν για τους Χριστιανούς οι παγανιστικές πρακτικές, πολλά από τα περιστατικά που αναφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη είχαν ξεχαστεί εδώ και καιρό στη Δύση. Έτσι οι κανόνες που ψήφισαν οι συγκεντρωμένοι επίσκοποι δεν αντανακλούσαν μόνο τις ιδιαίτερες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Εκκλησίες της Ανατολής, αλλά παράλληλα και την ανάπτυξη ξεχωριστών πρακτικών. Όταν τα πρακτικά της Συνόδου στάλθηκαν στη Ρώμη, ο πάπας Σέργιος αρνήθηκε να τα αποδεχθεί και μέχρι το 71 1 δεν είχαν αναγνωριστεί στη Δύση. Αλλά ακόμη και τότε, οι ρυθμίσεις της εν Τρούλλω Συνόδου δεν κυκλοφόρησαν ευρέως ούτε μελετήθηκαν όπως οι προηγούμενες συλλογές εκκλησιαστικών κανόνων.

Στην Ανατολή όμως, οι αποφάσεις της εν Τρούλλω Συνόδου ενίσχυσαν τη συρρικνωμένη βάση του χριστιανικού πληρώματος και ταυτόχρονα σηματοδότησαν την έναρξη ενός πιο θεμελιακού διαχωρισμού της Δυτικής από την Ανατολική Εκκλησία. Σαράντα χρόνια αργότερα (περίπου το 733), ο αυτοκράτορας Λέων Γ' απαίτησε από τη Ρώμη να εγκαταλείψει ολόκληρη την επισκοπή του Ανατολικού Ιλλυρικού. Οι επίσκοποι της Σικελίας, της Νότιας Ιταλίας, της Κρήτης, της ενδοχώρας της Ελλάδας, των Βαλκανίων και του Αιγαίου πέρασαν στον έλεγχο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Αποσπώντας από τη Δυτική Εκκλησία αυτές τις απομακρυσμένες περιοχές που όλες μιλούσαν ελληνικά, ο Λέων αντιστάθμισε κάπως τις απώλειες των ανατολικών περιφερειών που είχαν κατακτηθεί από τους Άραβες. Στερώντας τη Ρώμη από τη βάση της στα Βαλκάνια, ο αυτοκράτορας επιθυμούσε παράλληλα να τιμωρήσει τον πάπα για την απροθυμία του να συνεργαστεί στην καινούργια απογραφή της γης και της ιδιοκτησίας, που στόχευε στην αύξηση της αυτοκρατορικής φορολογίας στη Δύση. Η Ρώμη διαμαρτυρήθηκε μάταια για την απώλεια του Ανατολικού Ιλλυρικού. Η αυθαίρετη απόφαση του αυτοκράτορα δεν ανακλήθηκε ποτέ, αυξάνοντας έτσι τη δυσφορία της Δύσης κατά των αυτοκρατόρων του Η' αιώνα. Σε μια επισφαλή εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας η κεντρική Ιταλία δέχτηκε την απειλή των επιθέσεων των Λομβαρδών, η διαμάχη για τη φορολογία της έγγειας ιδιοκτησίας βάθυνε τις πολιτιστικές διαφορές ανάμεσα στην Παλαιά και τη Νέα Ρώμη.

Τόσο στο εκκλησιαστικό όσο και στο αστικό δίκαιο, η Ανατολή και η Δύση άρχισαν να αποκλίνουν σημαντικά. Το Βυζάντιο εξακολούθησε να εφαρμόζει το ρωμαϊκό δίκαιο, αν και μεταφρασμένο στα ελληνικά, ενώ τα διάφορα βασίλεια της Δύσης προσάρμοσαν τις δικές τους παραδόσεις στις μεσαιωνικές συνθήκες. Μολονότι το δυτικό πρότυπο ενίσχυε τις οικουμενικές αξιώσεις της Ρώμης για την υποταγή όλων των Χριστιανών της Δύσης, οι αστικοί κώδικες συνέχισαν να εξελίσσονται ανεξάρτητα, ανάλογα με τις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους περιφερειακές πρακτικές. Στην Ανατολή αντίθετα, το ιδανικό του οικουμενικού ρωμαϊκού αστικού δικαίου εναρμονιζόταν με το επικυρίαρχο σύστημα του εκκλησιαστικού δικαίου, και έτσι τα δύο συστήματα ενισχύονταν αμοιβαία. Οι εκκλησιαστικοί κανόνες που εκδόθηκαν το 692, για παράδειγμα, αναγνωρίστηκαν αμέσως ως ρυθμίσεις με πλήρη αυτοκρατορική ισχύ. Στο Βυζάντιο, η αμοιβαία επιρροή ανάμεσα στα δύο συστήματα επέτρεπε την πολύ στενή συνεργασία μεταξύ Εκκλησίας και κράτους, πράγμα που σήμαινε ότι η κοσμική εξουσία είχε κάθε δυνατότητα να ασκεί δικαστική δίωξη κατά των εκκλησιαστικών αδικημάτων. Απ’ αυτή την άποψη ήταν αξιοσημείωτη η αντίθεση ανάμεσα στο ανατολικό και το δυτικό τμήμα του παλιού ρωμαϊκού κόσμου, αφού στη Δύση ο πολιτικός κατακερματισμός και η κατάτμηση της εθνικής κυριαρχίας εμπόδιζαν τη δημιουργία μιας παρόμοιας σφαιρικής συμμαχίας μεταξύ της κοσμικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας.

Λέων Γ και αυτοκρατορική μεταρρύθμιση

Αυτή η διάσταση της Ανατολής με τη Δύση αποκρυστάλλωσε τις διαφορές ανάμεσα στο ελληνικό και το λατινικό τμήμα του χριστιανικού κόσμου. Σε πολιτικούς, οικονομικούς και Θεολογικούς όρους, τα δύο τμήματα της χριστιανοσύνης είχαν απομακρυνθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η επόμενη μείζων διαμάχη έλαβε την πιο ακραία μορφή. Η σύγκρουση αφορούσε τον ρόλο των εικόνων, κυριάρχησε για τα επόμενα 1 50 χρόνια και αποτελεί το βασικό θέμα του παρόντος βιβλίου. Οι καταβολές της πρέπει να αναζητηθούν στις νίκες των Αράβων αιρετικών κατά του Βυζαντίου στις αρχές του Η' αιώνα. Από τα τέλη του Ζ' αιώνα τουλάχιστον, αν όχι και νωρίτερα, το χαλιφάτο της Δαμασκού φανέρωσε την πρόθεσή του να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη και να την καταστήσει ισλαμική πρωτεύουσα της Ανατολικής Μεσογείου. Η απειλή ήταν τόσο σοβαρή, ώστε στη διάρκεια της σύντομης βασιλείας του Αναστασίου Γ' (71 3715) όλοι οι κάτοικοι της βυζαντινής πρωτεύουσας διατάχτηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, εκτός αν μπορούσαν να αποδείξουν ότι διαθέτουν προμήθειες για έναν χρόνο και είναι έτοιμοι να πολεμήσουν. Παράλληλα ο αυτοκράτορας προχώρησε στην επισκευή των αδύναμων σημείων των οχυρώσεων, γνωρίζοντας ότι οι Άραβες θα επιχειρούσαν τριπλή επίθεση από στεριά και θάλασσα. Ο διάδοχός του Θεοδόσιος Γ' (715717) παραιτήθηκε όταν πραγματοποιήθηκε η εχθρική εκστρατεία, αφήνοντας στον στρατηγό του Θέματος των Ανατολικών την ευθύνη για την προστασία της πόλης. Με αυτόν τον τρόπο, ένας στρατιωτικός καριέρας ονόματι Κόνων, που είχε γεννηθεί στα σύνορα με τη Συρία, αναγορεύθηκε αυτοκράτορας του Βυζαντίου και πήρε το όνομα Λέων Γ'. Ίδρυσε μια δυναστεία που έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως Συριακή (που συχνά αλλά λανθασμένα αναφέρεται ως «Ισαυρική») και η οποία έμελλε να βασιλεύσει για τα επόμενα ογδόντα χρόνια. Ο Λέων καταπιάστηκε αμέσως με την οργάνωση της άμυνας της Βασιλεύουσας κατά των Αράβων, τη στρατιωτική τακτική των οποίων γνώριζε καλά από την εμπειρία του στο παρελθόν. Ανέλαβε επίσης διπλωματικές πρωτοβουλίες για να εμπλέξει τους Βουλγάρους και να δωροδοκήσει τους Χαζάρους για να επιτεθούν στα νώτα των πολιορκητών.

Μετά από πολιορκία που κράτησε περισσότερο από έναν χρόνο, οι Άραβες έλαβαν διαταγές από τη Δαμασκό να επιστρέφουν στη Συρία και στις 15 Αυγούστου του 718 προετοιμάστηκαν να αποχωρήσουν. Αυτή τη σημαντική ημερομηνία, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (έτσι την αποκαλούν στην Ανατολή), οι Βυζαντινοί γιόρτασαν μια μεγάλη νίκη. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που την απέδωσαν στη δύναμη της Θεοτόκου, τη θεϊκή προστάτιδα της πόλης. Πάντως και ο Λέων πιστώθηκε με την επιδέξια χρήση του υγρού πυρός, της εύφλεκτης νάφθας που αναφλεγόταν μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό, καθώς και με τις επιτυχημένες διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στη συνδρομή των Βουλγάρων και των Χαζάρων. Ο Λέων επωφελήθηκε επίσης από μια φοβερή καταιγίδα στο Αιγαίο, στη διάρκεια της οποίας καταστράφηκε ο εχθρικός στόλος που επέστρεφε στα αραβικά λιμάνια. Από το 719 και εξής ο θρίαμβος κατά των δυνάμεων του Ισλάμ εορταζόταν με αναμνηστική λειτουργία κάθε χρόνο και λογικά θα έπρεπε να είχε βάλει τέλος στις αραβικές ελπίδες για κατάκτηση της πρωτεύουσας.

Ωστόσο, στις δεκαετίες του 720 και του 730 οι Σαρακηνοί εξακολούθησαν τις επιθέσεις τους και κάθε καλοκαίρι εισέβαλλαν στα βυζαντινά εδάφη αρπάζοντας κοπάδια, καίγοντας καλλιέργειες και τρομοκρατώντας τους κατοίκους κάθε φρουρίου και κάθε πόλης που κατόρθωναν να κυριεύσουν. Τα στρατεύματα που στάθμευαν στις κύριες επαρχίες έμεναν κλεισμένα στους στρατώνες τους και δεν ριψοκινδύνευαν συγκρούσεις. Η στρατηγική πείρα του Λέοντα δεν οδήγησε σε καθαρή νίκη για δύο ολόκληρες δεκαετίες, ώσπου κατενίκησε μια σημαντική αραβική δύναμη στη μάχη του Ακροηνού, το 740. Όμως, σε αντίθεση με τους προηγούμενους έξι αυτοκράτορες, εκ των οποίων ορισμένοι είχαν κυβερνήσει για λιγότερο από τρία χρόνια και κανένας δεν είχε ξεπεράσει τα έξι χρόνια στον θρόνο, ο Λέων κυβέρνησε για είκοσι τέσσερα χρόνια και αναμόρφωσε την Αυτοκρατορία με μια σειρά μέτρων που στόχευαν να δημιουργήσουν μεγαλύτερη σταθερότητα. Η προσήλωσή του στο νομικό σύστημα, στο αυτοκρατορικό νόμισμα, στη στρατιωτική μεταρρύθμιση, στη συνέχεια της δυναστείας και στις αλλαγές στην Εκκλησία ισχυροποίησαν τη διοίκηση με τρόπο που αργότερα θα αποδεικνυόταν σωτήριος για την επιβίωση του Βυζαντίου. Απ’ αυτά τα μέτρα, η θρησκευτική του μεταρρύθμιση μακροπρόθεσμα ήταν πιθανόν το λιγότερο σημαντικό, μολονότι στιγμάτισε τον αυτοκράτορα ως αιρετικό και διώκτη.

 Η εικονομαχία

Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές που διασώζονται, και οι οποίες είναι επικριτικές, το 730 ο Λέων Γ' εξέδωσε ένα αυθαίρετο διάταγμα με το οποίο επέβαλλε την εικονομαχία. Η πολιτική αυτή συνίστατο στην καταστροφή όλων των εικόνων («ειδώλων»), των εμβληματικών αναπαραστάσεων της αγίας οικογένειας, των Χριστιανών αγίων, των μαρτύρων, των επισκόπων, των προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και των ζώντων αγίων ανθρώπων. Η βασική δικαιολογία γι’ αυτό το νομοθέτημα ήταν ότι η λατρεία των εικόνων καταδικάζεται με ειδική αναφορά στη Δεύτερη Εντολή επειδή οι εικόνες μπορούσαν εύκολα να καταντήσουν είδωλα. Αυτή την άποψη περί ειδωλολατρίας την υποστήριζαν οι Άραβες, οι οποίοι την είχαν αντλήσει απευθείας από τον Μωσαϊκό νόμο. Όμως για αιώνες οι Χριστιανοί, οι πολιτικοί αρχηγοί των οποίων απεικονίζονταν σε μεγάλο βαθμό με την αρχαία ειδωλολατρική τεχνοτροπία, κατασκεύαζαν εικόνες των αγίων μορφών της θρησκείας τους με τις οποίες ενίσχυαν τη λατρεία τους. Σύμφωνα με τον άγιο Βασίλειο από την Καισάρεια, πίστευαν ότι η τιμή που αποδιδόταν στην εικόνα έφτανε στο απεικονιζόμενο πρωτότυπο, την αναπαριστώμενη μορφή. Φυσικά η αληθινή λατρεία επιφυλασσόταν στον Θεό, ο οποίος δεν μπορεί να απεικονιστεί αφού είναι αόρατος και ακατάληπτος.

Οι δύο βασικές χρονογραφίες που μας αφηγούνται τα της βασιλείας του Δέοντος ερμηνεύουν την αποτρόπαια πολιτική της εικονομαχίας αποδίδοντάς τη στον «διεφθαρμένο» χαρακτήρα του αυτοκράτορα. Και οι δύο γράφτηκαν περί τα ογδόντα χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο Νικηφόρος, ο οποίος ήταν πατριάρχης από το 806 ως το 815, και ο Θεοφάνης ο Ομολογητής, που πέθανε το 817 ή το 818, συνέταξαν τα κείμενά τους από μια αυστηρά εικονολατρική σκοπιά. Δεν έλαβαν υπόψη τους τα στρατιωτικά κατορθώματα του αυτοκράτορα, ενώ αντίθετα έδωσαν έμφαση στην αιρετική θρησκευτική του πολιτική. Ο Λέων Γ' ήταν Σαρακηνός στο μυαλό, αναφέρουν επηρεαζόταν από Εβραίους συμβούλους ήταν αιρετικός και δεν κατανοούσε την Ορθόδοξη παράδοση της λατρείας των εικόνων. Ισχυρίζονταν επίσης ότι ήταν ένας αμόρφωτος στρατιωτικός, ο οποίος κατέστρεψε τις παραδόσεις της ανώτερης παιδείας της Κωνσταντινούπολης. Καθιστούσαν τον αυτοκράτορα προσωπικά υπεύθυνο για

τους διωγμούς των εικονολατρών που ακολούθησαν το διάταγμα. Αμφότεροι οι συγγραφείς κάνουν απολογισμό των βασάνων των εικονολατρών μαρτύρων, μερικοί από τους οποίους είχαν πεθάνει για χάρη της πίστης τους στις εικόνες.

Ωστόσο επιστρέφοντας στο πλαίσιο της δεκαετίας του 720, λέγεται ότι ο αυτοκράτορας είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από μια τεράστια υποθαλάσσια έκρηξη που συνέβη στο Αιγαίο το 726. Ένα υποθαλάσσιο ηφαίστειο δημιούργησε ένα καινούργιο νησί ανάμεσα στη Σαντορίνη και τη Θηρασία, μια περιοχή που φημίζεται για τη σεισμική της δραστηριότητα ο ουρανός σκοτείνιασε για τρεις μέρες εξαιτίας της στερεοποιημένης λάβας, παλιρροϊκά κύματα μετέφεραν κομμάτια λάβας στις βόρειες και ανατολικές ακτές του Αιγαίου. Τον Μεσαίωνα, παρόμοια φυσικά φαινόμενα εκλαμβάνονταν σαν θεϊκές προειδοποιήσεις και όταν ο Λέων προσπάθησε να ανακαλύψει τι είχε προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του Θεού, οι θεολόγοι σύμβουλοί του του υπέδειξαν ότι ο Κύριος είχε θυμώσει εξαιτίας της χριστιανικής ειδωλολατρίας, δηλαδή της υπερβολικής λατρείας των εικόνων. Αυτή η ερμηνεία της λαϊκής λατρείας των κάθε λογής θρησκευτικών εικόνων ήταν σίγουρα επηρεασμένη από την απαγόρευση παρόμοιων αντικειμένων στους Άραβες. Η ισλαμική αποκάλυψη του Κορανίου απαγόρευε κάθε ανθρώπινη αναπαράσταση, τηρώντας αυστηρά σε αυτό το σημείο τον Μωσαϊκό νόμο. Η ίδια πολιτική είχε επιβληθεί στις χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες που βρίσκονταν υπό αραβική εξουσία. Η εικονομαχία είχε ολοφάνερα εμπνεύσει τους αιρετικούς Σαρακηνούς και τους είχε οδηγήσει σε νίκες, νίκες που προκαλούσαν ενοχλητικά ερωτηματικά για τη λατρεία των εικόνων στο Βυζάντιο. Μήπως όντως η βαθιά ευλάβεια απέναντι στις θρησκευτικές εικόνες εκλαμβανόταν ως ειδωλολατρία; Και μήπως ήταν αυτός ο λόγος που οι δυνάμεις του Ισλάμ αποδεικνύονταν τις περισσότερες φορές ικανότερες στο πεδίο της μάχης από τις χριστιανικές;

Οι στρατιωτικοί και οι μεταρρυθμιστές του κλήρου υποστήριξαν σε μεγάλο βαθμό την καινούργια πολιτική της εικονομαχίας, όμως υπάρχουν πολλές αποδείξεις ότι οι απλοί άνθρωποι πίστευαν στη δύναμη που είχαν οι εικόνες να θεραπεύουν, να προστατεύουν τα σπίτια τους και να θωρακίζουν τις πόλεις απέναντι στις εχθρικές επιθέσεις. Πίστευαν ότι οι προσευχές που απηύθυναν σε όσους αγίους παριστάνονταν στις θρησκευτικές εικόνες θα εισακούονταν: έτσι θα εξασφάλιζαν γονιμότητα, θα θεραπεύονταν οι τυφλοί και οι παραλυτικοί, θα πετύχαιναν τη διαμεσολάβηση των αγίων στην ουράνια Αυλή. Ένα μικρό βήμα χώριζε όποιον προσευχόταν στις εικόνες ζητώντας τη διαμεσολάβησή τους απ’ τα φιλιά και τη λατρεία που απευθύνονταν στο υλικό αντικείμενο. Προεκτείνοντας αυτό το σκεπτικό, αν οι Χριστιανοί που προηγουμένως είχαν εναποθέσει τόσες ελπίδες στις αγαπημένες τους εικόνες ανακάλυπταν τελικά ότι δεν τους προστάτευαν, η απογοήτευσή τους θα ήταν μεγάλη. Έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους, θα στρέφονταν εναντίον των εικόνων και θα τις κατέστρεφαν θεωρώντας τες άχρηστες. Και αυτό ήταν κάτι που αποδεικνυόταν στον στρατό κάθε φορά που ένας στρατιώτης καταριόταν την εικόνα της Παναγίας επειδή η τελευταία δεν είχε καταφέρει να αποκρούσει τους Σαρακηνούς. Παρόμοιες ιστορίες κυκλοφορούσαν ευρύτατα προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία και απόγνωση. Για εκείνους που κιόλας αμφέβαλλαν για τη δύναμη των εικόνων, οι ανεξήγητες ηφαιστειακές προειδοποιήσεις απλώς επιβεβαίωναν τους φόβους τους: ο Θεός ήταν δυσάρεστη μένος με τον εκλεκτό του λαό και είχε μεταβιβάσει την εύνοιά του στους πιστούς κάποιου που διακήρυσσε πως ήταν ο Προφήτης του, του Μωάμεθ, του εμψυχωτή των δυνάμεων του Ισλάμ.

Το 730, όταν ο Λέων κάλεσε τον πατριάρχη για διαβουλεύσεις επί του ζητήματος, ο Γερμανός είχε ήδη αναστατωθεί από αναφορές άλλων επισκόπων που είχαν αφαιρέσει τις εικόνες από τις εκκλησίες τους προκειμένου να αποτρέψουν την ειδωλολατρία. Είχε γράψει στον Θωμά της Κλαυδιούπολης και τον Κωνσταντίνο της Νακωλείας για να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή την ασυγχώρητη πράξη τους η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, είχε προκαλέσει αναταραχή σε ολόκληρες επαρχίες και πόλεις. Έτσι, όταν ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή στον πατριάρχη να ακολουθήσει το παράδειγμα των άλλων επισκόπων και να αποκαθηλώσει τις εικόνες από τον μητροπολιτικό ναό της Αγίας Σοφίας, ο Γερμανός αρνήθηκε. Ο Λέων τον καθαίρεσε και τον εξόρισε ισοβίως. Ο αυτοκράτορας επέλεξε για διάδοχό του τον πρώην βοηθό (σύγκελλο) του Γερμανού, τον Αναστάσιο, ο οποίος ήταν πρόθυμος να σεβαστεί τις επιθυμίες του. Ο Λέων έγραψε επίσης και στον Επίσκοπο της Ρώμης προειδοποιώντας τον για τους κινδύνους της ειδωλολατρίας και τον διέταξε να απομακρύνει τις εικόνες.


 Η αντίδραση της Ρώμης στην εικονομαχία

Η είδηση ότι ο Λέων Γ' απέπεμψε τον πατριάρχη Γερμανό και διόρισε στη θέση του έναν πιο υποχωρητικό ιερέα θορύβησε τον πάπα Γρηγόριο Β', ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί τη συνοδική επιστολή που του απέστειλε ο Αναστάσιος και έστειλε μια επικριτική απάντηση στον αυτοκράτορα. Η προσήλωση της Ρώμης στις θρησκευτικές εικόνες δεν επέτρεπε την παραμικρή υπόνοια ότι αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν σε ειδωλολατρία αντίθετα οι εικόνες παρέστεκαν τους πιστούς στις προσευχές τους και ωφελούσαν όσους είχαν πίστη σε αυτές. Άλλωστε ο ίδιος ο πάπας Γρηγόριος ο Μέγας είχε χαρακτηρίσει τις ιερές εικόνες «Βίβλο των αγραμμάτων». Οι διάδοχοί του τον Η' αιώνα, που πήραν το όνομά του σε ένδειξη σεβασμού, κατανοούσαν τον σημαντικό παιδαγωγικό ρόλο των εικόνων και αρνήθηκαν να υπακούσουν στις διαταγές των αυτοκρατορικών τους επικυρίαρχων από την Ανατολή. Μπορεί να χρονολογούσαν τα έγγραφά τους με βάση τα έτη της αυτοκρατορικής ηγεμονίας, μπορεί να μνημόνευαν το όνομα του αυτοκράτορα στις καθημερινές τους προσευχές, μπορεί να χρησιμοποιούσαν τα νομίσματά του, όμως δεν ήταν πρόθυμοι να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Αναστασίου. Το 731, ο πάπας Γρηγόριος Γ' προχώρησε ακόμη πιο μακριά: σε μιαν από τις πρώτες πράξεις του ως ποντίφιξ, συγκάλεσε μια σύνοδο στη Ρώμη για να καταγγείλει τη βυζαντινή πολιτική της εικονομαχίας, γεγονός που εγκαινίασε επίσημα το σχίσμα ανάμεσα στην Παλαιά και στη Νέα Ρώμη.

II Ανατολική εικονομαχία προκάλεσε λοιπόν μεγάλη δυσφορία στη Δύση. Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ο Λέων Γ' ανακοίνωσε τη μεταρρύθμιση πιθανότατα συνέβαλε στη βίαιη αντίδραση της Ρώμης. Στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας είχε τη δυνατότητα να καθαιρεί τον Επίσκοπο της Κωνσταντινούπολης και να επιβάλλει τον εκλεκτό του. Όμως παρόμοια πολιτική συνιστούσε ανάθεμα για τον Επίσκοπο της Ρώμης, του οποίου η ανεξαρτησία από την κοσμική εξουσία ήταν ένα προνόμιο κερδισμένο με σκληρούς αγώνες, ειδικά όταν ο πάπας βρισκόταν εκτεθειμένος σε τοπικές στρατιωτικές και πολιτικές πιέσεις. Στην Επισκοπή του Αγίου Πέτρου, η αρχή ότι ο επίσκοπος πρέπει να εκλέγεται από τον κλήρο του με τη λαϊκή υποστήριξη των κατοίκων της πόλης και να μένει στη θέση του μέχρι τον θάνατό του, δεν άφηνε περιθώρια για τέτοιες δραστικές εξωεκκλησιαστικές επεμβάσεις. Οι πάπες Γρηγόριος Β' και Γ' εφάρμοσαν μια εντεινόμενη πολιτική αμφισβήτησης των αυτοκρατορικών διαταγμάτων τα οποία θεωρούσαν ανορθόδοξα, με τον ίδιο τρόπο που ο πάπας Σέργιος είχε αρνηθεί να αποδεχθεί ως ορθόδοξους τους κανόνες της εν Τρούλλω Συνόδου.

Τπό τον Γρηγόριο Γ', 93 Ιταλοί επίσκοποι συγκεντρώθηκαν το 731 στη Ρώμη προκειμένου να καταδικάσουν την Ανατολική Εκκλησία για την πολιτική της εικονομαχίας. Κατήγγειλαν όσα αυτοκρατορικά διατάγματα αντιμετώπιζαν ως δεδομένη την ταύτιση της ειδωλολατρίας με τον σεβασμό που είναι σύμφυτος με τη χρήση των ιερών εικόνων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην καρδιά της διαμάχης βρισκόταν ένα μεγάλο ζήτημα σχετικά με την εξουσία του αυτοκράτορα: το δικαίωμά του να επεμβαίνει στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Στη Ρώμη, όπου οι παπικές αξιώσεις περί πρωτείων στους κόλπους της χριστιανοσύνης και το επισκοπικό καθήκον υποστήριξης των παραδόσεων της Εκκλησίας δεν άφηναν περιθώρια αμφισβήτησης, δεν αναγνωριζόταν καμία κοσμική εξουσία. Κανένας λαϊκός δεν μπορούσε να επέμβει στην εκλογή του Επισκόπου της Ρώμης. Έτσι στο προφανές ζήτημα των εικόνων και του ρόλου τους στη χριστιανική λατρεία, που είχε οδηγήσει στην αναμέτρηση, προστέθηκαν και νομικά ζητήματα. Πολλά χρόνια αργότερα, στα τέλη του Η' ή στις αρχές του Θ' αιώνα, ένας ευφυής πλαστογράφος, ο οποίος πιθανόν εργαζόταν σε κύκλους εικονολατρών προσκείμενους στη ρωμαϊκή κούρια, χάλκευσε τρεις επιστολές τις οποίες απέδωσε σε κάποιον πάπα Γρηγόριο. Σε αυτές ο Επίσκοπος της Ρώμης (πιθανώς ο πάπας Γρηγόριος Β' ή Γ') κατηγορεί τον Λέοντα Γ' ότι προσπαθεί να είναι ταυτόχρονα αυτοκράτορας και ιερέας, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μελχισεδέκ στην Παλαιά Διαθήκη. Βάζοντας στο στόμα του αυτοκράτορα λόγια τα οποία είχε «αντιγράψει» από υποτιθέμενα γράμματα που είχε στείλει ο Λέων Γ' στον πάπα, ο άγνωστος συγγραφέας παρουσίαζε τον Βυζαντινό ηγεμόνα να διεκδικεί το μονοπώλιο τόσο της θρησκευτικής όσο και της κοσμικής εξουσίας. Και απέναντι σε παρόμοιες διεκδικήσεις επαινούσε την αδιαλλαξία και το κουράγιο του ποντίφικα της Ρώμης, που αντιπροσώπευε την υπεροχή της εκκλησιαστικής δύναμης κατά της κοσμικής στα θρησκευτικά ζητήματα. Κανένας επίσκοπος δεν μπορεί να υποβάλλεται σε τέτοιο εξευτελισμό, όσο δεν υπάρχει αναφορά σε πρότυπα βασιλικής εξουσίας της Παλαιάς Διαθήκης που θα μπορούσε να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο.

Όσο η Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε μόνιμη πηγή έμπνευσης για τους Βυζαντινούς ηγεμόνες, οι παρεμβάσεις του αυτοκράτορα στη ζωή της Εκκλησίας θεωρούνταν δεδομένες. Όμως τώρα ο Λέων εστίαζε την προσοχή του στην ανάγκη να νικήσει το Ισλάμ. Τπό τη βασιλεία του η διακυβέρνηση της Αυτοκρατορίας ακολουθούσε πουριτανικό πολεμικό βηματισμό. Ωστόσο, όπως και άλλοι αμόρφωτοι στρατιωτικοί καριέρας που είχαν αναρρηθεί σε αυτοκρατορικά αξιώματα, ο Λέων Γ' φρόντισε ώστε ο γιος του Κωνσταντίνος να λάβει άριστη μόρφωση στα θεολογικά όσο και στα στρατιωτικά ζητήματα. Η δεύτερη γενιά της δυναστείας εδραίωσε τη ρωμαλέα αντιισλαμική πολιτική της πανηγυρίζοντας πολλές νίκες και καλλιεργώντας την εμπιστοσύνη στους κόλπους των βυζαντινών επαρχιακών μονάδων. Επιπλέον ο Κωνσταντίνος Ε' περιέβαλλε τις αρχές της εικονομαχίας με μια εξελιγμένη θεολογία, η οποία υπογράμμιζε εμφατικά ότι η μόνη αληθινή εικόνα του Χριστού είναι η Θεία Ευχαριστία. Δεδομένου ότι ο Θεός δεν έχει όρια, άρα δεν μπορεί να απεικονιστεί, και ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, ο Κωνσταντίνος υποστήριζε ότι καμιά ζωγραφική απεικόνισή του δεν ήταν νόμιμη. Σε μια σειρά κειμένων ανέλυσε την πιο μυστηριακή όψη της χριστιανικής πίστης, τη μεταμόρφωση του άρτου και του οίνου που προσφέρονταν στον Θεό (μετουσίωση). Τη στιγμή αυτή, όταν ο ιερέας ευλογεί και κόβει τον άρτο που έτσι γίνεται σάρκα και αίμα του Χριστού, ο Κωνσταντίνος υποστήριζε ότι ο Χριστός είναι όντως ορατός. Η συμβολική του παρουσία μορφοποιείται μόνο σε αυτή την περίσταση και είναι ο μοναδικός τρόπος οραματισμού του Σωτήρος. Αλλά το μόνο που πέτυχε η ανατολική θεολογία αυτού του είδους ήταν να βαθύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρώμη.

Η Σύνοδος της Ιέρειας

Η ερμηνεία του Κωνσταντίνου Ε' βρήκε πολλούς υποστηρικτές ανάμεσα στους επισκόπους οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι συγκροτούσαν την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο του 754. Όμως μια οικουμενική σύνοδος απαιτούσε την εκπροσώπηση και των πέντε πατριαρχείων (που ήταν συνολικά γνωστά ως πενταρχία), και η Ρώμη δεν παρίστατο. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκεντρωθέντες επίσκοποι της Ανατολής ανακήρυξαν ορθή πίστη την εικονομαχία και απείλησαν με διώξεις, ως αιρετικούς, όσους επέμεναν να λατρεύουν τις εικόνες. Η εικονομαχία παρουσιάστηκε ως μεταρρύθμιση κατά της ειδωλολατρικής κατάχρησης, η οποία είχε θεριέψει στους κόλπους της Εκκλησίας με την πρακτική της λατρείας των εικόνων. Όμως αυτό δεν έγινε αποδεκτό έξω από το Βυζάντιο. Ωστόσο στην πρωτεύουσα και σε ορισμένες περιοχές της Αυτοκρατορίας, οι πιστοί στην καινούργια πολιτική αξιωματούχοι συλλάμβαναν όσους προσκυνούσαν τις εικόνες, τους δίκαζαν και τους καταδίκαζαν σε θάνατο. Τα μαρτύριά τους ενίσχυαν την αποφασιστικότητα των εικονολατρών, οι οποίοι φρόντιζαν να μαθευτούν οι ιστορίες τους και πέρα από τα αυτοκρατορικά σύνορα, ιδίως στην Ιερουσαλήμ και τη Δύση. Από την άλλη, πολλοί στρατιώτες του Κωνσταντίνου μεταβάλλονταν σε φλογερούς υποστηρικτές του αυτοκράτορα και της εικονομαχίας, συνδέοντας με αυτό τον τρόπο τη θρησκευτική του πολιτική με τις στρατιωτικές του νίκες. Στο Βυζάντιο, οι εικονομάχοι τιμούσαν τον Κωνσταντίνο Ε' σαν έναν από τους πιο επιτυχημένους ηγεμόνες του Η' αιώνα, ενώ αντίθετα οι μεταγενέστερες εικονολατρικές πηγές τον καταδίκαζαν ως αιρετικό, εμπνευσμένο απ’ τον Διάβολο, και διώκτη των πιστών.

Ο συνδυασμός της υποχρέωσης για τη στενή τήρηση του Μωσαϊκού νόμου με τον στρατιωτικό δυναμισμό έμελλε να ξαναπαρουσιαστεί στη διάρκεια των εξεγέρσεων των Πουριτανών, τον ΙΣΤ' και ΙΖ' αιώνα, όταν οι Προτεστάντες παρέθεταν κατά λέξη τα ίδια αποδεικτικά κείμενα που είχε επικαλεστεί και η Σύνοδος του 754. Άλλωστε και ο Νέος Πρότυπος Στρατός του Κρόμγουελ αποτέλεσε λαμπρό παράδειγμα του ίδιου δεσμού που συνέδεε τους πολεμιστές με την ενάρετη πουριτανική θεολογία. Αυτού του είδους οι άμεσοι παραλληλισμοί υποδεικνύουν ότι και τα δύο μεταρρυθμιστικά κινήματα αναπτύχτηκαν σε ανάλογες συνθήκες βαθιάς αβεβαιότητας και υφέρπουσας ρευστότητας, όταν οι Χριστιανοί αναρωτιούνταν για τη σχέση τους με τον Θεό και επιζητούσαν μια πνευματική ερμηνεία υπεράνω των υλικών λατρευτικών μέσων.

Λαμβάνοντας υπόψη τον τόνο των σωζόμενων βυζαντινών κειμένων, τα περισσότερα των οποίων γράφτηκαν πολύ αργότερα από τα γεγονότα των μέσων του Η' αιώνα, η έκταση των διωγμών κατά των εικονολατρών παραμένει ασαφής. Ελάχιστοι επίσκοποι έκριναν απαραίτητο να παραιτηθούν, πολλά μοναστήρια υιοθέτησαν την καινούργια πολιτική, μολονότι υπήρξαν ηγούμενοι που καθοδηγούσαν εξόριστους εικονολάτρες και στήριξαν την αντίσταση κατά της εικονομαχίας. Για τους περισσότερους Χριστιανούς, όπως πολλές άλλες αλλαγές στη θεολογία, η θεωρία των εικονομάχων συνιστούσε έναν νέο ορισμό της Ορθοδοξίας τον οποίο υποστήριζαν οι Αρχές και όφειλε να γίνει αποδεκτός. Κατά παρόμοιο τρόπο οι πιστοί, για λόγους πολιτικής, φρόντιζαν να μην αντιπαρατεθούν στις αλλαγές των χριστολογικών ορισμών κατά τη διάρκεια του Ζ' αιώνα. Όμως στην περίπτωση της εικονομαχίας υπήρχε ένα πρόσθετο στοιχείο: η αφαίρεση και η καταστροφή των εικόνων προκαλούσαν την αντίδραση των ανώνυμων Χριστιανών, προφανώς βαθιά αφοσιωμένων στη λατρεία τους. Σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγούσαν τις διαταγές και έκρυβαν τις εικόνες για να εξακολουθήσουν να τις χρησιμοποιούν. Σε πολλές εκκλησίες, εικόνες που παρίσταναν πρόσωπα τόσο της Καινής όσο και της Παλαιάς Διαθήκης επικαλύφθηκαν με κονίαμα. Έτσι διασώθηκε το «Όραμα του Εζεκιήλ» με τα τέσσερα σύμβολα των Ευαγγελιστών στον ναό του Οσίου Δαβίδ, στη Θεσσαλονίκη. Στην Κωνσταντινούπολη, όπου δεν είχε βρεθεί μέχρι τότε καμιά απεικονιστική αναπαράσταση παλαιότερη της περιόδου της εικονομαχίας, ανακαλύφτηκε, το 1 969, ένα υπέροχο ψηφιδωτό της επίσκεψης του ΧριστούΒρέφους στον Ναό. Είχε εντοιχιστεί στον αρχαιολογικό χώρο που είναι γνωστός ως Καλεντέρχανε Τζαμί (Μονή του Ακαταλήπτου) και κρυμμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο γλίτωσε από πιθανή καταστροφή. Η συγκλονιστική του ανακάλυψη κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης του μνημείου οφείλεται στις ικανότητες των εργατών που αντιλήφθηκαν ότι ο τοίχος ήταν κούφιος και ψάχνοντας στις άκρες εντόπισαν το κρυμμένο ψηφιδωτό.

Το λαϊκό αίσθημα περί προστασίας των ιερών εικόνων

ενθαρρυνόταν από τον οικιακό χαρακτήρα της λατρείας των εικόνων και την προσωπική φύση των προσευχών των εικονολατρών ακόμη και στους ιερούς τόπους και στις εκκλησίες. Οι Χριστιανοί απευθύνονταν στο ιερό πρόσωπο, το οποίο αναπαριστανόταν πιθανόν σε ένα μικρό φορητό ξύλινο εικονίδιο, για να του ζητήσουν τη μεσολάβησή του, να του εκμυστηρευθούν τα προβλήματά τους, να του υποσχεθούν περισσότερες υπηρεσίες και τιμές αν ικανοποιούσε κάποια ευχή τους. Τα τελετουργικά των προσευχών μπροστά στις εικόνες, οι ασπασμοί και ο τρόπος λατρείας ήταν σε μεγάλο βαθμό προσωπικής φύσης μπορούσαν να τα εφαρμόζουν ακόμη και οι αμόρφωτοι. Έτσι από τη φύση της η λατρεία των εικόνων είχε αποκτήσει μεγάλη σημασία για εκείνους που ένιωθαν αποκλεισμένοι από τις εκκλησιαστικές πρακτικές με όποιον άλλο τρόπο  τους αμόρφωτους και τους αγράμματους, τις γυναίκες και τα παιδιά, τους τυφλούς, τους κουφούς και τους σακάτηδες, όλους αυτούς τους μειονεκτικούς ανθρώπους που έλκονταν από τις εκκλησίες και τα μοναστήρια όπου αναζητούσαν βοήθεια και ευσπλαχνία.

Την επίσημη πολιτική της εικονομαχίας που καθιερώθηκε από τον Κωνσταντίνο Ε' σε γενικές γραμμές την υποστήριξαν οι εκκλησιαστικές Αρχές, όμως ταυτόχρονα προκάλεσε την πείσμονα αντίδραση άλλων ομάδων πιστών. Από το 754 μέχρι το 775, χρονιά που πέθανε ο Κωνσταντίνος Ε', η πολιτική του έμοιαζε να έχει πλήρως επικρατήσει με τους δικούς του όρους. Οι σοβαροί αντίπαλοι είχαν συρθεί σε δίκες και είχαν τιμωρηθεί είτε εξοριστεί από την Αυτοκρατορία, ενώ η βουβή αντίδραση των απλών ανθρώπων είχε αγνοηθεί. Όμως δεδομένου ότι όλα τα επίσημα εικονομαχικά κείμενα καταστράφηκαν αργοτέρα, είναι αδύνατο να υπολογίσουμε με ακρίβεια την αληθινή αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής. Μεταγενέστερα εικονολατρικά κείμενα αναφέρουν ότι στη διάρκεια των είκοσι αυτών ετών οι Αρχές συνελάμβαναν και έσερναν στα στρατοδικεία όποιον έπιαναν να προσεύχεται σε εικόνες. Τα κείμενα αυτά δίνουν παραδείγματα των κινδύνων που οι αληθινοί Χριστιανοί ήταν διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν: για παράδειγμα, όταν ο άγιος Στέφανος ο Νεότερος και οι σύντροφοί του βρίσκονταν στη φυλακή περιμένοντας να δικαστούν, η γυναίκα του δεσμοφύλακα τους πήγε μυστικά τις δικές της εικόνες και οι εικονολάτρες μπόρεσαν να προσευχηθούν όπως άρμοζε. Το μοτίβο της απλής λαϊκής γυναίκας που αψηφά την επίσημη αυτοκρατορική πολιτική αποτελεί κοινό τόπο στις μεταγενέστερες ιστορίες γι’ αυτήν την κατηγορία μαρτύρων. Είναι προφανές ότι ο Κωνσταντίνος Ε' και οι θεολόγοι σύμβουλοί του δεν κατόρθωσαν να ξεριζώσουν τη βαθιά προσήλωση του απλού λαού στις εικόνες.

Αν η εικονομαχία επέτεινε τον διαχωρισμό της λατινικής Ρώμης από την ελληνική Κωνσταντινούπολη, οι Λομβαρδοί βάθυναν ακόμη περισσότερο το χάσμα με την κατάληψη της Ραβένας το 751. Η απώλεια αυτής της τελευταίας βυζαντινής κτήσης στη Βόρεια Ιταλία σήμαινε ότι η Ρώμη βρισκόταν πλέον κάτω από μεγάλη απειλή. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις που έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Κωνσταντίνος Ε' ήταν πολύ απασχολημένος με τις βουλγαρικές προκλήσεις και δεν άντεχε να αποσπάσει στρατεύματα ή εφόδια για την υποστήριξη της Ρώμης. Έτσι οι πάπες στράφηκαν αναγκαστικά στους Φράγκους. Σαν αποτέλεσμα, η θεωρητική βυζα

ντινή εξουσία στην Ιταλία βόρεια της Ρώμης αντικαταστάθηκε από τις φραγκικές δυνάμεις του βασιλιά Πιπίνου, ο οποίος νίκησε τους Λομβαρδούς και ανέλαβε τον ρόλο του προστάτη του Επισκόπου της Ρώμης. Αυτή η θεμελιώδης μεταστροφή των παπικών από τους Βυζαντινούς στους Φράγκους, συμμαχία με την οποία η Ιταλία συνδέθηκε με την πέραν των Άλπεων Ευρώπη αντί με την Ανατολική Μεσόγειο, είχε σοβαρές επιπτώσεις. Σήμανε την ενοποίηση των χριστιανικών δυνάμεων στη Δύση υπό την εξουσία μιας δυτικής κοσμικής δύναμης ανεξάρτητης από την Κωνσταντινούπολη της Ανατολής. Η κατάλυση της παραδοσιακής συμμαχίας ανάμεσα σε Ρώμη και Κωνσταντινούπολη διευκολύνθηκε από την αντίθεση της Ρώμης στην εικονομαχία. Σημαδεύτηκε επίσης από τις αλλαγές στη χρονολόγηση των παπικών εγγράφων και από την πρώτη κοπή παπικών νομισμάτων. Και παρότι ο Κωνσταντίνος Ε' διατήρησε και επέκτεινε τις διπλωματικές του σχέσεις με τους Φράγκους, δεν είχε πια τη δύναμη να εμποδίσει την αναδιοργάνωση των δυτικών δυνάμεων, η οποία έμελλε να καταλήξει στην ανάδειξη ενός Δυτικού αυτοκράτορα, του Καρόλου, που συνήθως αναφέρεται ως «Μεγάλος», Karolus Magnus, Καρλομάγνος.

Ο Κωνσταντίνος Ε' ανανεώνει την Κωνσταντινούπολη
Παράλληλα με τις στρατιωτικές του νίκες κατά των Αράβων και των Βουλγάρων, ο Κωνσταντίνος Ε' επόπτευσε την αναγέννηση της Κωνσταντινούπολης (γεγονός που αναφέρεται ελάχιστα από τις σωζόμενες πηγές). Ύστερα από μια επιδημία βουβωνικής πανώλης, στα τέλη της δεκαετίας του 740, που είχε σαν συνέπεια τη μείωση του πληθυσμού της πρωτεύουσας στα χαμηλότερα ίσως επίπεδα από τον Ε' αιώνα, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να αυξήσει το ανθρώπινο δυναμικό της πόλης. Πληθυσμοί από την Ελλάδα και τα νησιά μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα. Για να εξασφαλιστεί πρόσθετο νερό επισκευάστηκε το υδραγωγείο που είχε καταστραφεί στη διάρκεια της πολιορκίας του 626. Οι αγορές μετακινήθηκαν πλησιέστερα στα λιμάνια όπου ξεφορτώνονταν αγαθά, σπόροι και βοοειδή. Μετά την επισκευή του υδραγωγείου, οι κεραμοποιοί, οι χτίστες και οι σοβατζήδες, που είχαν στρατολογηθεί από τις επαρχίες, ανέλαβαν την ανοικοδόμηση όσων μνημείων είχαν καταρρεύσει στον μεγάλο σεισμό του 740. Και αφού δεν επέστρεψαν σπίτια τους, οι οικογένειες τους ήρθαν να τους βρουν στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο το βασικό κίνητρο για την αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας ήταν η αναζωογόνηση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία προσέλκυσε τυχοδιώκτες, εμπόρους και φιλόδοξα άτομα που αναζητούσαν δουλειές σε μια αναπτυσσόμενη πόλη.

Οι μαρτυρίες για την εντατική ανοικοδόμηση και την ανανέωση της διακόσμησης των μνημείων υποδηλώνουν ότι καλλιτέχνες και τεχνίτες συμμετείχαν σε αυτή την ανάπτυξη. Αν και συχνά πιστεύεται ότι η εικονομαχία σήμανε την καταστροφή κάθε μορφής τέχνης, η αντικατάσταση της ανθρωπομορφικής από τη συμβολική και τη φυτική διακόσμηση πιθανότατα αύξησε τη ζήτηση για τεχνίτες ψηφιδωτών και ζωγράφους τοιχογραφιών. Πρέπει εξάλλου να θυμόμαστε ότι ο καθεδρικός ναός της

Αγίας Σοφίας, ο οποίος καθαγιάστηκε το 537, δεν περιείχε μόνιμη αναπαραστατική τέχνη. Σε περιγραφές της αρχικής κατασκευής, τον ΣΤ' αιώνα, η μόνη εικονική διακόσμηση που αναφέρεται υπήρχε στα υφάσματα που κρέμονταν ανάμεσα στις κολόνες του παραπετάσματος το οποίο χώριζε το κυρίως τμήμα του ναού από τον σηκό. Αυτά τα υφάσματα, σαν τα φορητά εικονίσματα που μπορούν να τοποθετηθούν πάνω σε βάθρα, ήταν προσωρινά στοιχεία τα οποία εύκολα μπορούσαν να αφαιρεθούν. Έτσι δεν συνέβη καμία καταστροφή στην Αγία Σοφία, ούτε και ήταν απαραίτητη άλλωστε: η μητρόπολη της πρωτεύουσας είχε εξαρχής διακοσμηθεί με εικόνες μη αναπαραστατικής τεχνοτροπίας.

Αυτή η τεχνοτροπία χρησιμοποιήθηκε σε πολλά μνημεία τα οποία είχαν ερειπωθεί το 740, όπως ο ιουστινιάνειος ναός της Αγίας Ειρήνης, τον οποίο αναγκάστηκαν να ξανακτίσουν εκ θεμελίων. Εδώ, οι τεχνίτες των ψηφιδωτών ανήγειραν έναν μνημειακό Σταυρό και κατέγραψαν το γεγονός σε μια μακροσκελή επιγραφή στον σηκό. Χρησιμοποιήθηκαν τα πιο ακριβά υλικά χωρίς καμιά απολύτως φειδώ. Αν και δεν διαθέτουμε σαφείς ενδείξεις για την υπόλοιπη διακόσμηση, η χρησιμοποίηση πολύχρωμων μαρμάρων για τα πατώματα και τα κατώτερα επίπεδα των τοίχων (όπως στην Αγία Σοφία) μοιάζει πολύ πιθανή. Ίσως οι τοίχοι της αίθουσας της εισόδου στο δυτικό άκρο (τον νάρθηκα) να ήταν στολισμένοι με ψηφιδωτές εικόνες του τύπου «Ο κήπος του Παραδείσου» ή του διάκοσμου με φυτικά μοτίβα που χρησιμοποιήθηκε στο Μεγάλο Τζαμί της Δαμασκού και στον Θόλο του Βράχου (Τζαμί με τον Χρυσό Τρούλο) στην Ιερουσαλήμ. Αυτά τα μουσουλμανικά κτίσματα, που τα ανήγειραν οι χαλίφηδες Αμπντ αλΜαλίκ και Γιεζίντ στα τέλη του Ζ' και στις αρχές του Η' αιώνα αντιστοίχως, διακοσμήθηκαν χωρίς να χρησιμοποιηθούν εικονικές αναπαραστάσεις. Επί βασιλείας του Ιουστινιανού Β', συλλέχτηκαν ψηφίδες από την Αυτοκρατορία και στάλθηκαν Βυζαντινοί τεχνίτες για να τις τοποθετήσουν, γιατί οι χαλίφηδες επιθυμούσαν αυτά τα δύο σημαντικά τεμένη να έχουν τους πιο περίβλεπτους και θεσπέσιους ψηφιδωτούς τοίχους. Αν η διακόσμηση του ναού της Αγίας Ειρήνης, που ξανακτίστηκε εξαρχής, έμοιαζε με τη διακόσμηση αυτών των κτηρίων, τότε θα ήταν πράγματι πολύ εντυπωσιακό να προσεύχεται κανείς μέσα στο φως μυριάδων καντηλιών, ενώ οι χρυσές και ασημένιες ψηφίδες σπιθοβολούσαν ολόγυρα.

Η ίδια διακοσμητική τεχνοτροπία χρησιμοποιήθηκε και σε άλλους ναούς του Η' αιώνα, στη Νίκαια και τη Θεσσαλονίκη για παράδειγμα. Παράλληλα με το πανίσχυρο χριστιανικό σύμβολο του Σταυρού, άνθη, φυτά, παραδείσιες αλλά και σκηνές από τις εγκόσμιες ιπποδρομίες αντικατέστησαν την απεικονιστική τέχνη. Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες εξακολούθησαν να χρηματοδοτούν αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες και τεχνίτες οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τις γνώσεις τους από το κλασικό ρεπερτόριο, όπως για παράδειγμα τους Άθλους του Ηρακλή, καθώς και τα παραδοσιακά γεωμετρικά μοτίβα και τα λουλουδένια πλαίσια. Δεν υπήρξε καμία διακοπή της καλλιτεχνικής παραγωγής. Οι χαράκτες που δούλευαν το φίλντισι και οι τεχνίτες του χρυσού και του σμάλτου εξακολούθησαν να εκπαιδεύονται όπως και πριν, αφού η τέχνη τους ήταν απαραίτητη για την κοπή των νομισμάτων και την παραγωγή μολύβδινων σφραγίδων αναγκαίων για τη λειτουργία του κράτους. Τα εργαστήρια μεταξωτών συνέχισαν επίσης να παράγουν υφάσματα υψηλής ποιότητας, με διακοσμητικά μοτίβα που παρίσταναν τον Ιππόδρομο και κυνηγετικές σκηνές αντί για θρησκευτικές φιγούρες. Τέτοια μεταξωτά προσφέρονταν σαν δώρα στους Φράγκους, για παράδειγμα, ή πλήρωναν μ’ αυτά τους Σλάβους για να απελευθερώνουν τους αιχμαλώτους τους.

Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπουμε τους παράγοντες που προκαλούσαν αναταραχές στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Παρά τον δεύτερο αραβικό πόλεμο που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της μουσουλμανικής απειλής μετά το 750, το Βυζάντιο απόλαυσε ελάχιστα χρόνια ειρήνης καθώς εντείνονταν οι στρατιωτικές πιέσεις των Βουλγάρων στα Βαλκάνια. Ο σχεδόν διαρκής πόλεμος και οι επείγουσες στρατιωτικές ανάγκες απασχολούσαν τον Λέοντα Γ' και τον Κωνσταντίνο Ε' που διέβλεπαν ότι διακυβευόταν η επιβίωση της Αυτοκρατορίας. Με την αμυντική θωράκιση της πρωτεύουσας και την επέκταση του συστήματος της επαρχιακής διακυβέρνησης στις δυτικές περιοχές ισχυροποίησαν και εξωράισαν τη Βασιλεύουσα και παράλληλα αύξησαν τον πλούτο της Αυτοκρατορίας. Η αποφασιστικότητα που επέδειξαν για τη διασφάλιση της οικογενειακής τους εξουσίας είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας δυναστείας που διήρκεσε μέχρι το 797. Προς μεγάλη σύγχυση των μεταγενέστερων ιστορικών, βάφτιζαν τα παιδιά τους με τα ονόματα των παππούδων τους, σύμφωνα με την παράδοση, κι έτσι μετά τον Λέοντα Γ' και τον γιο του Κωνσταντίνο Ε', ο Κωνσταντίνος ΣΤ' διαδέχθηκε τον Λέοντα Δ'. Συχνά είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς όλες τις προηγούμενες γενιές που αναπαρίστανται στην οπίσθια όψη των χρυσών νομισμάτων (βλ. εικόνα Ια), όμως αυτή η δυναστική αντίληψη αναμφίβολα ενδυνάμωσε την Αυτοκρατορία. Οι ηγεμόνες της Συριακής δυναστείας (Ίσαυροι) κατάργησαν παράλληλα τις ιερές εικόνες οι οποίες είχαν αναγνωριστεί ως τα όργανα μιας επικίνδυνης ειδωλολατρικής τάσης. Η μεταρρύθμιση των εικονομάχων ήταν και αυτή τμήμα της ανόρθωσης του Βυζαντίου που πέτυχαν οι αυτοκράτορες της συγκεκριμένης δυναστείας.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ε' το 775, τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του, ο Λέων Δ'. Μολονότι τόσο οι Άραβες όσο και οι Βούλγαροι δεν είχαν εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες τους να καταστήσουν τη Βασιλεύουσα δική τους πρωτεύουσα, δεν διαφαινόταν άμεση απειλή για το Βυζάντιο. Ο μηχανισμός της αυτοκρατορικής διοίκησης λειτουργούσε αποτελεσματικά. Τόσο οι επαρχιακές φρουρές όσο και τα επίλεκτα σώματα στρατού είχαν αποδείξει την αξία τους. Η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ήταν ενωμένη σε μια μορφή πνευματικής λατρείας χωρίς τα οπτικά βοηθήματα της απεικονιστικής τέχνης, έστω και αν η πολιτική της εικονομαχίας την είχε απομονώσει από τους Χριστιανούς της Ανατολής που ζούσαν υπό αραβικό ζυγό, όπως την απομόνωσε από τη Δύση. Εκεί, ο Κάρολος, βασιλιάς των Φράγκων και των Λομβαρδών, είχε μόλις επικυρώσει τον ρόλο του ως προστάτης του πάπα επισκεπτόμενος τη Ρώμη. Στην Κωνσταντινούπολη η κλασική ελληνική παιδεία ήταν προσιτή σε όποιους επιθυμούσαν να ακολουθήσουν καριέρα στη διοίκηση, στα νομικά ή στην Εκκλησία. Η καλλιτεχνική παραγωγή άνθιζε. Η δυναστεία του Λέοντα Γ' είχε εδραιωθεί για τα καλά και ήταν σε θέση να κάμψει γρήγορα κάθε αντιπολίτευση. Το Βυζάντιο είχε αρχίσει να εμπεδώνει τις βαθιές μεταρρυθμίσεις και να επεκτείνει τη στρατιωτική του ισχύ. Σ’ αυτό το υπόβαθρο, αναδύθηκε από την κυβερνώσα οικογένεια η πρώτη από τις τρεις γυναίκες που περιβλήθηκαν την πορφύρα για να αλλάξουν εντέλει την πορεία της Αυτοκρατορίας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ειρήνη: η άγνωστη αυτοκράτειρα αττό την Αθήνα

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΚΟΜΗ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΠΟΥΦΤΑνουν στην Ιστανμπούλ από τη Θάλασσα νιώθουν συνεπαρμένοι από το ταξίδι τους στο αρχαίο Βυζάντιο. Τον Η' αιώνα η άφιξη στην Πόλη ήταν ακόμη πιο συναρπαστική, ιδιαιτέρως για εκείνους που δεν είχαν δει ποτέ κτήρια παρόμοια με της Κωνσταντινούπολης. Το θέαμα πρέπει να ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακό για την Ειρήνη, που ίτρωτοείδε τη Βασιλεύουσα νεαρό κορίτσι, τον Νοέμβριο του 769. Από το πλοίο που ξεκίνησε από το Ανάκτορο της Ιέρειας, απέναντι στην ασιατική ακτή, η Ειρήνη θα διέκρινε το περίγραμμα της θέσης του αρχαίου Βυζαντίου, τον λόφο της Ακροπόλεως που δεσπόζει στον Βόσπορο στο σημείο όπου αρχίζει η Θάλασσα του Μαρμαρά, με τον Κεράτιο κόλπο, το λιμάνι με τα βαθιά νερά, στα βόρεια. Πλησιάζοντας από τη θάλασσα σίγουρα θα είχε προσέξει τα πλέον περίοπτα μνημεία της πόλης: τον πελώριο τρούλο της Αγίας Σοφίας, που διακρινόταν από μεγάλη απόσταση· τις αναμνηστικές κολόνες με τα αγάλματα που υψώνονταν στον ουρανό της πόλης, μνημεία που είχε ανεγείρει ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο ιδρυτής της πόλης, και πολλοί από τους διαδόχους του. Η Ειρήνη πιθανόν να είχε προσέξει το έφιππο άγαλμα του Ιουστινιανού πάνω στη στήλη του στην Πλατεία του Αυγουστείου, ή τη στήλη των Γότθων στην Ακρόπολη. Εκείνη την εποχή που δεν υπήρχαν φωτογραφίες και καρτ ποστάλ, τίποτα δεν θα μπορούσε να την είχε προετοιμάσει για το μεγαλείο και την κλίμακα της Βασιλεύουσας. Καθώς το πλοίο της και ο στολίσκος που το συνόδευε προσέγγιζαν το ακρωτήριο της Ακρόπολης, θα είχε αναμφίβολα παρατηρήσει τα οχυρά θαλάσσια τείχη που εκτείνονταν για πέντε περίπου χιλιόμετρα κατά μήκος της ακτής.

Η επίσημη ανακοίνωση του κατάπλου της Ειρήνης αναφέρεται λακωνικά στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου:

Την όγδοη ινδικτιώνα, ο Κωνσταντίνος έφερε από την Ελλάδα μια σύζυγο για τον γιο του τον Λέοντα, την Ειρήνη, και τον Δεκέμβριο την έστεψε και αυτή αυγούστα και αφού την πάντρεψε με τον γιο του γιόρτασε τον γάμο τους.1

Ο Θεοφάνης σχολιάζει με περισσότερες λεπτομέρειες:

Την 1η Νοεμβρίου της όγδοης ινδικτιώνος, η Ειρήνη έφτασε από την Αθήνα. Ήρθε στη αυτοκρατορική πόλη από την Ιέρεια. Τη συνόδευαν πολλοί δρόμωνες και χελάνδια στολισμένα με μεταξωτά υφάσματα την υποδέχτηκαν οι επιφανείς άνδρες της πόλεως με τις συζύγους τους. Την 3η του ιδίου μηνός Νοεμβρίου, ο πατριάρχης μετέβη στην εκκλησία του Φάρου, στο Παλάτιο, και τελέστηκαν οι αρραβώνες του αυτοκράτορα Λέοντα με την Ειρήνη. Στις 17 Δεκεμβρίου η Ειρήνη στέφθηκε αυτοκράτειρα στη Μεγάλη Αίθουσα του Αυγουστείου. Εν συνεχεία προσήλθε στο παρεκκλήσιο του Αγίου Στεφάνου, στο Ανάκτορο της Δάφνης, όπου δέχτηκε το συζυγικό στέμμα μαζί με τον γιο του Κωνσταντίνου, τον Λέοντα.

Έτσι η Ειρήνη απέπλευσε από την Κεντρική Ελλάδα στα τέλη Οκτωβρίου του 769 και κατέπλευσε στη Θάλασσα του Μαρμαρά και κατόπιν στο προαστιακό Ανάκτορο της Ιέρειας, στην ασιατική ακτή, αφού πρώτα διέσχισε τα Δαρδανέλια (βλ. χάρτη 2). Μια και ο καιρός σε αυτά τα μέρη είναι απρόβλεπτος, συνεπώς και ο απόπλους των καραβιών, αποβιβάστηκε σε ένα αυτοκρατορικό κατάλυμα όπου θα μπορούσε να ξεκουραστεί πριν εισέλθει στη Βασιλεύουσα. Μετά από μερικές μέρες, την 1η Νοεμβρίου, όταν μαθεύτηκε η άφιξή της, τη μετέφεραν στην απέναντι ακτή του Βοσπόρου πολλά πλεούμενα βγήκαν στη θάλασσα για να τη συνοδεύσουν και τα καράβια έπλεαν με αναπεπταμένα τα μεταξωτά τους ιστία. Ο ανθός της βυζαντινής κοινωνίας συγκεντρώθηκε στον λιμένα του Βουκολέοντος για να την προϋπαντήσει, σε αυτή την πρώτη υποδοχή της στο Βυζάντιο.

Η αποβίβαση της Ειρήνης στον Βουκολέοντα σίγουρα θα υπήρξε πανηγυρική και θορυβώδης οι πλέον επιφανείς πολίτες αλλά και μεγάλο πλήθος ήθελαν να δουν από κοντά την καινούργια πριγκίπισσα που θα γινόταν αυτοκράτειρά τους. Πιθανότατα θα υπήρχε και συνοδεία μουσικής, την οποία θα πρόσφεραν οι φατρίες του Ιπποδρόμου ή και άνθρωποι του λαού που είχαν έρθει να ευχηθούν, να τραγουδήσουν και να χορέψουν προς τιμήν της. Η Ειρήνη αποβιβάστηκε και οι επί της υποδοχής την καλωσόρισαν επίσημα. Για να ανέβει την απότομη ανηφοριά που οδηγούσε στο Μέγα Παλάτιο, το πιο πιθανό είναι ότι την κουβάλησαν σε κλειστό φορείο του οποίου προηγούνταν εκπρόσωποι των ευγενών αξιωματούχων και ενδεχομένως να τη συνοδέυσε στρατιωτική φρουρά αποτελούμενη από σχολάριους και έναν αυτοκρατορικό κήρυκα. Ακολουθούσαν οι λιγότερο σημαντικοί πολίτες, ενώ στους δρόμους το πλήθος συνωστιζόταν για να διαπιστώσει αν όντως ήταν καλλονή. Από μεταγενέστερες μεσαιωνικές ζωγραφιές που απεικονίζουν γυναίκες να μεταφέρονται πάνω σε φορεία είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχαν κουρτίνες για να τις προστατεύουν από τα βλέμματα των περιέργων. Οι επίσημες βυζαντινές τελετές απαιτούσαν από τους συμμετέχοντες να μην κρύβονται από τον λαό.

Η Ειρήνη φυσικά δεν είχε επιχειρήσει να ταξιδέψει απ’ την Ελλάδα μόνη της: προφανώς τη συνόδευαν οι προσωπικοί της υπηρέτες και οι συνοδοί της και πιθανότατα μια στενή συγγενής της, η οποία αργότερα παντρεύτηκε έναν Βυζαντινό άρχοντα. Κουβαλούσε επίσης και την προσωπική της ιματιοθήκη, ρούχα, κοσμήματα, λινά, έπιπλα και άλλα παρόμοια, παρότι έμελλε να φοράει τις επίσημες αυτοκρατορικές ενδυμασίες στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της. Η συνοδεία της και οι αποσκευές της μεταφέρθηκαν πάνω στον λόφο, στο κέντρο της πόλης που θεωρείτο η μεγαλύτερη και πιο ένδοξη σ’ όλον τον κόσμο. Περνώντας μπροστά από τις επαύλεις και τα σπίτια στις πλαγιές της πρώτης συνοικίας, θα είδε μερικές από τις πλέον προνομιούχες περιοχές οι οποίες ανήκαν σε μέλη της βασιλικής οικογένειας, καθώς και σε πιο μακρινούς συγγενείς τους αλλά και σε πλούσιους γόνους παλαιών οικογενειών της πόλης του Κωνσταντίνου. Ήταν εκείνοι που είχαν το δικαίωμα να ονομάζονται Βυζαντινοί, αυτόχθονες της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου. Από εδώ η θέα προς τη Θάλασσα του Μαρμαρά ανταγωνιζόταν τη θέα προς την πόλη: το ογκώδες οικοδόμημα του Ιπποδρόμου, ένα μεγάλο ρωμαϊκό ιπποδρόμιο που γειτόνευε με το κτηριακό συγκρότημα του Μεγάλου Παλατιού, και τα δημόσια λουτρά του Ζεύξιππου προς βορρά. Πλησιάζοντας στο φρύδι του λόφου θα είχε σίγουρα δει την Αγία Σοφία, τη μεγαλύτερη εκκλησία όχι μόνο της πόλης αλλά και ολόκληρης της χριστιανοσύνης εκείνη την εποχή. Θα βρισκόταν ήδη πολύ κοντά στη Χαλκή Πύλη του Μεγάλου Παλατιού, που διακοσμημένη με αυτοκρατορικά ψηφιδωτά και αρχαία γλυπτά αποτελούσε την κυρία του είσοδο. Κρυμμένο πίσω από τείχη που απέκοπταν ένα μεγάλο τμήμα της πόλης, το ανάκτορο το φρουρούσαν στενά και ήταν προστατευμένο από απειλές κάθε είδους. Οι ζητωκραυγές και οι επευφημίες για το καλωσόρισμα συνόδευαν την Ειρήνη μέχρι αυτό το σημείο, όπου την ανέμενε η επίσημη αυτοκρατορική συνοδεία. Αυτή η σύντομη διαδρομή από το λιμάνι στο ανάκτορο ήταν και η πρώτη της ανεπίσημη δημόσια εμφάνιση στην Κωνσταντινούπολη και της έδωσε μια πρώτη γεύση από την πόλη όπου θα ζούσε τα επόμενα τριάντα χρόνια της ζωής της ως αυτοκράτειρα του Βυζαντίου.

Η καταγωγή της Ειρήνης

Οι ιστορικές πηγές δεν κάνουν μνεία της Ειρήνης μέχρι εκείνη τη στιγμή, το 769, ενώ οι χρονογράφοι δεν μας εξηγούν τον λόγο που επιλέχτηκε γι’ αυτή τη μοναδική τιμή. Ευτυχώς η οικογενειακή της προέλευση είναι καλά τεκμηριωμένη και μας παρέχει ενδείξεις για τα ιδιαίτερα εκείνα προσόντα που την ανέδειξαν στον ρόλο της συζύγου του μέλλοντος ηγεμόνα του Βυζαντίου.

Καθώς είδαμε, στα μέσα του Η' αιώνα η πατρίδα της Ειρήνης, η Κεντρική Ελλάδα, αποτελούσε τμήμα του Ελλαδικού Θέματος ο στρατιωτικός και ο εκκλησιαστικός έλεγχος του Θέματος είχε επεκταθεί σε μια ευρύτερη περιοχή που τώρα βρισκόταν υπό την άμεση εποπτεία της Κωνσταντινούπολης.3 Ο στρατηγός επικεφαλής του Θέματος της Ελλάδος είχε πιθανόν την έδρα του στη Θήβα, ενώ η Αθήνα ήταν ένα σημαντικό λιμάνι μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν οι ναυτικές επαφές. Το γεγονός ότι η Ειρήνη επιβιβάστηκε στο πλοίο στην Αθήνα υποδηλώνει ότι μάλλον ζούσε μέσα στην πόλη, η οποία ήταν ένα μικρό οχυρό φρούριο εντός των τειχών της Ακροπόλεως και δεν θύμιζε σε τίποτα την αρχαία πόλη του Περικλή. Ο χριστιανικός της χαρακτήρας συμβολιζόταν από τη μετατροπή του Παρθενώνα σε εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Στη διάρκεια του Η' αιώνα, τα ονόματα των επισκόπων Μαρίνου, Ιωάννη, Αδαμάντιου και Γρηγορίου χαράχτηκαν στις κολόνες του ναού καταγράφοντας τις ημερομηνίες θανάτου τους, οπότε και τελούνταν ειδικές λειτουργίες αφιερωμένες στη μνήμη τους.4 Ωστόσο η χριστιανική παρουσία στη μεσαιωνική Αθήνα ήταν ασήμαντη μπροστά στο πλήθος των κλασικών κτηρίων, έστω και αν τα τελευταία τα αντιμετώπιζαν ολοένα και περισσότερο σαν αποθήκες οικοδομικών υλικών καλής ποιότητας. Τα μνημεία τα αφιερωμένα στους αρχαίους θεούς τώρα πια τα θεωρούσαν στοιχειωμένους χώρους που έχασαν τον ιερό τους χαρακτήρα.

Με τη χρήση αυτών των δύο βραχιόνων της κεντρικής κυβέρνησης, τους στρατού και της Εκκλησίας, η Κωνσταντινούπολη έφερνε την περιφέρεια πολύ πιο κοντά στην πρωτεύουσα έτσι η Ελλάδα και τα νησιά υπηρετούσαν τις ανάγκες της και υποστήριζαν την πολιτική της. Ο έλεγχος αυτός γίνεται φανερός όταν ο Κωνσταντίνος Ε' διατάζει να μεταφερθούν κάτοικοι από την περιοχή στην πρωτεύουσα, μετά το ξέσπασμα της πανούκλας το 747. Η αποτελεσματικότητα των καινούργιων Θεμάτων επιβεβαιώθηκε το 766, καθώς ο ίδιος αυτοκράτορας αποφάσισε να επισκευάσει το μεγάλο υδραγωγείο της πρωτεύουσας το οποίο είχε κτίσει ο Ουάλης τον Δ' αιώνα και είχε καταστραφεί κατά την πολιορκία των Αβάρων το 626. Την επιδημία πανούκλας την είχε διαδεχθεί σφοδρή ξηρασία, γεγονός που καθιστούσε απαραίτητη την επισκευή. «Ο Κωνσταντίνος συνέλεξε τεχνίτες από διάφορα μέρη και έφερε από την Ασία και τον Πόντο 1.000 χτίστες και 200 σοβατζήδες, από την Ελλάδα και τα νησιά 500 κεραμοποιούς και από τη Θράκη 5.000 εργάτες και 300 πλινθοποιούς».5 Επικεφαλής όλων αυτών τοποθετήθηκε ένας πατρίκιος και τελικά το υδραγωγείο επισκευάστηκε και το νερό ξανάτρεξε στην πόλη. Το στοιχείο της καταναγκαστικής εργασίας είναι συνηθισμένο και αποτελούσε παράδοση της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης (ο Διοκλητιανός, ο Κωνσταντίνος Α' και ο Ιουστινιανός Α' είχαν την ίδια μανία οικοδόμησης). Για την ανάληψη μιας μεγάλης επιχείρησης δημοσίων έργων, η οποία αφορούσε πολλά χιλιόμετρα υδραγωγών που εκτείνονταν από τα τείχη της πόλης μέχρι το δάσος του Βελιγραδιού, η εισαγωγή εργατών ήταν αναγκαία. Πιθανότατα οι εργάτες υποχρεώθηκαν κατόπιν να μείνουν στην πόλη για να αυξηθεί ο πληθυσμός της.6 Όμως αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι το γεγονος ότι η Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου και της Αδριατικής προμήθευσαν 500 κεραμοποιούς για την κατασκευή των υδροσωλήνων.7 Πώς γνώριζε ο αυτοκράτορας πού έπρεπε να ψάξει για να βρει τόσους πολλούς κεραμοποιούς, ώστε να εξασφαλίσει τη σωστή κατασκευή των υδροσωλήνων;

Ο Κωνσταντίνος οφείλε προφανώς αυτή τη γνώση του στη διοίκηση του Θέματος που είχε ήδη συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες σχετικά με τα επαγγέλματα που ανθούσαν στην Ελλάδα και στα νησιά. Έχοντας στη διάθεσή τους καταλόγους με τις οικογένειες που δεν είχαν προσφέρει στρατιώτες αλλά που ωστόσο εξασκούσαν διάφορα άλλα επαγγέλματα, ήταν εύκολο για τους κυβερνητικούς πράκτορες να εξορμήσουν στην ύπαιθρο και να στρατολογήσουν τον απαραίτητο αριθμό κεραμοποιών. Η επισκευή του υδραγωγείου προϋπέθετε λοιπόν τη σχετική τεχνογνωσία της Διοίκησης που βασιζόταν στα αρχεία της επαρχιακής διοίκησης. Δεν αρκούσε η απλή κατάρτιση μιας λίστας με τον απαιτούμενο αριθμό ειδικευμένων εργατών η κεντρική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη έπρεπε να γνωρίζει πού θα τους έβρισκε, και αυτό το κατάφερνε χάρη στα αρχεία που τηρούσε ο στρατηγός επικεφαλής του κάθε Θέματος.

Η οικογένεια της Ειρήνης

Αυτή η αργή διαδικασία επανασύνδεσης των περιοχών της Κεντρικής Ελλάδας με το κέντρο της βυζαντινής εξουσίας στην πρωτεύουσα είναι το υπόβαθρο που μας επιτρέπει να αναζητήσουμε τις ακριβείς πληροφορίες για την οικογένεια της Ειρήνης. Από ό,τι αναφέρεται αργότερα στη Χρονογραφία του Θεοφάνη του Ομολογητή, γνωρίζουμε ότι η οικογένειά της ήταν από τις πιο παλιές της περιοχής και έφερε το όνομα (Τεσ)σαραντάπηχος (κατά λέξη σαράντα πήχεις, όνομα που πιθανό να αφορά ένα ιδιαιτέρως ψηλό μέλος της οικογένειας το οποίο είχε δώσει αυτό το επίθετο και στους συγγενείς του). Παρόμοια παρωνύμια βρίσκονται πίσω από αρκετά οικογενειακά ονόματα αυτής της περιόδου, όπως Λαχανοδράκων (κάμπια του λάχανου) ή Κουτζοδάκτυλος (αυτός που έχει κοντά δάχτυλα). Άλλοι πάλι έφεραν ονόματα γεωγραφικής προέλευσης, Δαμασκηνός, Σιναΐτης ή Παφλαγονίτης, για παράδειγμα, ή ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος, όπως Σαπωνοποιός ή Κηροποιός.8 Όμως οι περισσότεροι, ακόμη και οι αυτοκράτορες και οι υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι, ήταν γνωστοί απλώς με το χριστιανικό τους όνομα.

Όταν ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη το 769, η Ειρήνη δεν αναφερόταν σαν μέλος της οικογένειας Σαραντάπηχου, πράγμα που σημαίνει είτε ότι ο πατέρας της είχε πεθάνει είτε ότι αυτό το όνομα δεν ήταν αρκετά γνωστό ή σημαντικό ώστε να προσελκύσει την προσοχή των χρονογράφων.9 Το γεγονός επιβεβαιώνεται αργότερα, όταν η ίδια ισχυρίστηκε ότι ήταν ορφανή. Αλλά αυτό δεν σήμαινε πως δεν είχε συγγενείς: είχε χάσει τον πατέρα της, όμως η μητέρα της ζούσε, ακόμη κι αν το όνομά της δεν αναφέρεται στις πηγές. Τη συνόδευαν κάμποσοι συγγενείς, ανάμεσά τους μια κοπέλα που δεν κατονομάζεται και η οποία αργότερα παντρεύτηκε έναν Βούλγαρο ηγεμόνα, τον Τελέριχο. Στις αρχές του Θ' αιώνα μια άλλη συγγενής της, η Θεοφανώ, επιλέχτηκε ως σύζυγος του αυτοκράτορα Σταυράκιου. Η Ειρήνη πρέπει να είχε έναν αδελφό ή μια αδελφή, γιατί αναφέρεται ένας ανιψιός της. Ωστόσο επειδή οι πληροφορίες για όλους αυτούς προέρχονται από μεταγενέστερες πηγές και αφού η Ειρήνη είχε πλέον στεφθεί αυτοκράτειρα, δεν μας λένε και πολλά για την προηγούμενη κοινωνική θέση της οικογένειάς της στην Αθήνα.10 Πάντως μάλλον δεν ανήκε στην υψηλή επαρχιακή αριστοκρατία, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό στην Ελλάδα του Η' αιώνα, παρότι τα μεταγενέστερα χρόνια μέλη της κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στην περιφερειακή διοίκηση (προφανώς η προαγωγή τους οφειλόταν τουλάχιστον εν μέρει στον ρόλο της Ειρήνης ως αυτοκράτειρας).

Για να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους η Ειρήνη επιλέχτηκε για μια τόσο εξαιρετική τιμή είναι χρήσιμο να θυμηθούμε τον τρόπο που γίνονταν παραδοσιακά παρόμοιες επιλογές. Πρίγκιπες και πριγκίπισσες της αυτοκρατορικής οικογένειας παντρεύονταν συνήθως με εκπροσώπους σημαντικών πολιτικών συμμάχων. Ο Λέων Γ' είχε εδραιώσει την πολιτική φιλίας απέναντι στους Χαζάρους μέσω του γάμου του γιου του Κωνσταντίνου με μια νεαρή Χαζάρα πριγκίπισσα ονόματι Τσιτσέκ, που σημαίνει λουλούδι. Οι αρραβώνες τους έγιναν το 731/732, όταν οι δυο τους ήταν ακόμη παιδιά (ο Κωνσταντίνος δώδεκα χρόνων και η Τσιτσέκ αρκετά πιο μικρή, μια και το μοναδικό παιδί τους γεννήθηκε σχεδόν είκοσι χρόνια μετά). Όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, η Τσιτσέκ βαπτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή με το όνομα Ειρήνη. Πέθανε το 750, αφού πρώτα γέννησε έναν γιο, τον Λέοντα. Ο Κωνσταντίνος στη συνέχεια παντρεύτήκε τη Μαρία, η οποία επίσης πέθανε πριν από το 752, και τελικά η τρίτη σύζυγός του, Ευδοκία, του χάρισε πολλούς γιους και μία κόρη. Όμως ο Λέων ήταν ο πρωτότοκος γιος και έτσι ανακηρύχθηκε διάδοχος και υποψήφιος αυτοκράτορας, πιθανόν με την ανάδειξή του σε συναυτοκράτορα τον Ιούνιο του 751, σε ηλικία δεκαοκτώ μηνών. Στην Ιστορία έμεινε γνωστός ως Λέων ο Χάζαρος, εξαιτίας της καταγωγής της μητέρας του.

Το 769, όταν ο Λέων ήταν δεκαεννιά χρόνων, ο Κωνσταντίνος Ε' βάλθηκε να του βρει κατάλληλη νύφη. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της Αυτοκρατορίας σοβαρά ζητήματα όπως οι γάμοι κανονίζονταν από εκείνους που ήξεραν καλύτερα (τους γονείς) και τα παιδιά αποδέχονταν τις επιλογές τους. Συχνά προτείνονταν αρκετές αλλοδαπές υποψήφιες ή κόρες αυλικών οι οποίοι ανυπομονούσαν να προωθήσουν τα θηλυκά μέλη των οικογενειών τους. Σε αυτή την περίπτωση φαίνεται πως ο αυτοκράτορας επέλεξε ένα κορίτσι από μια οικογένεια που ζούσε σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή, όπου ο αυτοκρατορικός έλεγχος ήταν κρίσιμος για την επιβίωση της Αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα είχε γνωρίσει μόνο δύο γενιές επαρχιακής διακυβέρνησης και οι Εκκλησίες της μόλις πρόσφατα είχαν τεθεί ξανά υπό τον έλεγχο του πατριάρχη, όμως οι ακτές της δεν έπαψαν να είναι προσιτές στην πρωτεύουσα μέσω θαλάσσης. Η επιλογή προφανώς ήταν αποτέλεσμα σοβαρών υπολογισμών: η συμμαχία ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Ε' και στην οικογένεια Σαραντάπηχου θα πρόσδενε σταθερά στο αυτοκρατορικό άρμα μια τοπική οικογένεια και μέσω αυτής ένα σημαντικό τμήμα της Κεντρικής Ελλάδας. Και αφού στην Ελλάδα η παρουσία των σλαβικών φύλων ήταν έντονη, η επέκταση του αυτοκρατορικού ελέγχου με τη βοήθεια των τοπικών Ορθόδοξων οικογενειών θα διευκόλυνε τον προσηλυτισμό και την αφομοίωση των Σλάβων. Συνεπώς η Ειρήνη μπορούσε να συντελέσει ώστε μια καινούργια χριστιανική περιοχή να υπαχθεί στη σφαίρα επιρροής της Κωνσταντινούπολης αντί της Ρώμης να θέσει τα θεμέλια για τον προσηλυτισμό των Σλάβων να ενισχύσει, τέλος, τους καινούργιους δεσμούς ανάμεσα στους μετανάστες εργάτες και στην πρωτεύουσα. Η επιλογή νύφης από την περιοχή της Αθήνας ήταν μια καλοζυγισμένη κίνηση, που αποσκοπούσε στην ανάδειξη της ανανεωμένης φιλοδοξίας για επέκταση της Αυτοκρατορίας καθώς και των ομηρικών δεσμών της, οι οποίοι εκτιμούνταν όχι μόνο από τη μορφωμένη ελίτ αλλά και από το σύνολο του πληθυσμού.

Ο αυτοκράτορας πιθανόν να είχε πληροφορηθεί για την Ειρήνη από τους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους που είχαν επισκεφτεί την περιοχή αναζητώντας κεραμοποιούς, το 765/766." Όμως τα βασικά κριτήρια που επηρέασαν την επιλογή ήταν αφενός η κατάλληλη ηλικία της Ειρήνης για να παντρευτεί τον γιο του και αφετέρου ότι η οικογένειά της θα στήριζε τη βασιλεία του Λέοντα του Χαζάρου, ο οποίος θα γινόταν αυτοκράτορας μετά τον θάνατο του πατέρα του.

Τόσο η νύφη όσο και ο γαμπρός έπρεπε να δώσουν τη συγκατάθεσή τους στον γάμο που είχε κανονιστεί για τους ίδιους, έστω και αν δεν είχαν λόγο στην επιλογή συζύγου. Αφού δεν διαθέτουμε στοιχεία για το έτος γέννησής της, μπορούμε να υποθέσουμε την ηλικία της μόνο σε σχέση με την ηλικία του μελλοντικού της συζύγου. Και εφόσον ο Λέων ήταν σχεδόν είκοσι, η Ειρήνη ήταν πιθανότατα τουλάχιστον δεκατεσσάρων ή δεκαπέντε, είχε δηλαδή γεννηθεί μεταξύ 750 και 755. Δεκατρείς μήνες μετά τον γάμο γέννησε το πρώτο τους παιδί, πράγμα που σημαίνει ότι όταν παντρεύτηκε είχε πιθανότατα περάσει την εφηβεία, αντίθετα με άλλες νύφες τις οποίες αρραβώνιαζαν όσο ήταν ακόμη παιδιά, σε πολύ μικρή ηλικία.

Ένα ακόμη συμπέρασμα συνάγεται από το γεγονός ότι η Ειρήνη επιλέχτηκε από τον Κωνσταντίνο Ε': πιθανότατα προερχόταν από οικογένεια η οποία υποστήριζε την επίσημη αυτοκρατορική πολιτική κατά της λατρείας των εικόνων. Ό,τι κι αν σκεφτόταν για τις εικόνες το 769, όταν προετοιμαζόταν για το ταξίδι της, η Ειρήνη όπως και ο αυτοκράτορας, ο μέλλων πεθερός της, προσυπέγραφε την πολιτική της εικονομαχίας. 'Οταν απέπλευσε από την Αθήνα στα τέλη Οκτωβρίου γνωρίζοντας ότι προοριζόταν για σύζυγος του μελλοντικού ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας, ανοιγόταν εμπρός της μια εκπληκτική προοπτική. Φανταζόμαστε με τι ταραχή και τι έξαψη η νεαρή επαρχιωτοπούλα θα διέσχισε το κατώφλι του Μεγάλου Παλατιού και εισήλθε στον οίκο των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου.

Η παρουσίαση της Ειρήνης στο Μέγα Παλάτιο

Μόλις η Ειρήνη διάβηκε τη Χάλκη Πύλη και βρέθηκε σε αυτό το απέραντο κτηριακό συγκρότημα αρχαία ανάκτορα, επαύλεις, αίθουσες δεξιώσεων, εκκλησίες, λουτρά και φυλάκια που συνδέονταν μεταξύ τους με κήπους, διαδρόμους, γαλαρίες και διακοσμημένες στοές, την ανέλαβε μια ομάδα ακολούθων, κυριών επί των τιμών, που είχαν διοριστεί για να τη φροντίζουν και να τη βοηθήσουν να προσαρμοστεί στην ιδιαιτέρως τυπική, τελετουργική ζωή της Αυλής. Από περιγραφές που σώζονται στο Περί της Βασιλείου τάξεως, μπορούμε να καταγράψουμε σε γενικές γραμμές τις εμπειρίες της Ειρήνης τους πρώτους μήνες της στην πρωτεύουσα. Μπορούμε να την ακολουθήσουμε καθώς οδηγείται μέσα από τα διάφορα κτήρια που όλα μαζί συγκροτούσαν το Μέγα Παλάτιο, το Κρεμλίνο του Βυζαντίου στα δωμάτια των γυναικείων διαμερισμάτων που προορίζονταν για εκείνη· μπορούμε να φανταστούμε αυτά τα ιδιωτικά διαμερίσματα όπου υπηρέτριες και ευνούχοι στις διαταγές της νεαρής γυναίκας τής δίδασκαν τον ρόλο που έπρεπε να παίξει στη διάρκεια των ατελείωτων τελετών της Αυλής.

Ύστερα από δύο μέρες προετοιμασίας με αυτούς τους αυλικούς, οδηγήθηκε στην εκκλησία του Φάρου που ήταν αφιερωμένη στην Παρθένο, όπου ο πατριάρχης, ο αυτοκράτορας, ο μέλλων σύζυγός της Λέων και σύσσωμη η Αυλή την περίμεναν. Αυτή ήταν ίσως η πρώτη φορά που το νεαρό ζεύγος συναντήθηκε δημοσίως. Πιθανότατα θα είχαν ήδη ανταλλάξει τις προσωπογραφίες τους, ώστε να έχουν κάποια ιδέα ο ένας για τον άλλο. Στον επίσημο αρραβώνα, την πρώτη της επαφή με το βυζαντινό τελετουργικό, η Ειρήνη θα διαπίστωσε την έμφαση στις τυπικές κινήσεις, τις αργές λιτανείες, τις χειρονομίες και τις επευφημίες που χαρακτήριζαν τη ζωή της Αυλής. Συνάντησε επίσης για πρώτη φορά τον πατριάρχη Νικήτα και τον κλήρο του, αφού η τελετή διεξήχθη στο καινούργιο παρεκκλήσιο του ανακτόρου που πρόσφατα είχε οικοδομήσει ο αυτοκράτορας σε μια πανέμορφη τοποθεσία.12

Παρότι ο Κωνσταντίνος, ως εικονομάχος, δεν πιστώνεται με την οικοδόμηση εκκλησιών από τους προκατειλημμένους εικονολάτρες συγγραφείς εκείνης της περιόδου, είναι ολοφάνερη η μεγάλη επιρροή του τόσο στο Μέγα Παλάτιο όσο και στην ίδια την πόλη. Εκτός από την επισκευή του υδραγωγείου, σε αυτόν οφείλεται η ανοικοδόμηση πολλών εκκλησιών που είχαν καταρρεύσει στον σεισμό του 740, όπως η Αγία Ειρήνη. Άλλαξε επίσης τη διακόσμηση σε πολλές άλλες και σκηνές από τον Ιππόδρομο, τις αρματοδρομίες και τις ιπποδρομίες, καθώς και άλλα κοσμικά μοτίβα με άνθη και φυτά αντικατέστησαν τις ανθρωπομορφικές εικόνες. Αν και δεν διασώθηκαν περιγραφές του εσωτερικού της εκκλησίας του Φάρου, είναι βέβαιο ότι αυτό το σημαντικό καινούργιο κτίσμα, που βρισκόταν κοντά στα αυτοκρατορικά διαμερίσματα του Χρυσοτρίκλινου, διέθετε την πλέον πολυτελή διακόσμηση, πιθανότατα στη μη αναπαραστατική τεχνοτροπία του «Κήπου του Παραδείσου», με κτήρια, ζώα, άνθη και ρυάκια τοποθετημένα σε ένα δάσος με χρυσό ψηφιδωτό φόντο.

Μετά την τελετή του αρραβώνα, η Ειρήνη επέστρεψε με τη συνοδεία της στα διαμερίσματά της και τις επόμενες έξι εβδομάδες τις πέρασε εκπαιδευόμενη εντατικά εν όψει της στέψης της ως αυτοκράτειρας και του γάμου της με τον Λέοντα. Τώρα έπρεπε να συνηθίσει τα βαριά επίσημα ενδύματα τα οποία θα φορούσε στον καινούργιο της ρόλο ως αυτοκράτειρα. Τα φορέματα ήταν κιόλας έτοιμα στην αυτοκρατορική ιματιοθήκη· ένα πλήθος επίσημες μοδίστρες φρόντιζαν ώστε να της ταιριάζουν στην εντέλεια όλα της τα ρούχα. Η συμπεριφορά της Ειρήνης ήταν κρίσιμη για την επιτυχία της τελετής: πώς θα στεκόταν και πώς θα περπατούσε, πότε θα έκανε μια στροφή, πότε θα σταματούσε για να την επευφημήσουν, να ανάψει ένα κερί ή να υποκλιθεί. Δεν ήταν ανάγκη να μάθει κάποια λόγια, στην πραγματικότητα θα παρέμενε σιωπηλή καθ’ όλη τη διάρκεια της τελετής, ωστόσο όφειλε να απομνημονεύσει μια ολόκληρη σειρά από κινήσεις προκειμένου εκείνη, ως το επίκεντρο της προσοχής, να εκτελέσει σωστά το τελετουργικό κομμάτι που της αναλογούσε. Αυτή η υποχρεωτική διαδικασία μάθησης είχε κάτι που την τρόμαζε: χτες, μέλος μιας σχετικά άγνωστης οικογένειας της επαρχίας, αύριο σύζυγος του μελλοντικού αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Φανταζόμαστε την υπερένταση της Ειρήνης αυτές τις έξι εβδομάδες που μεσολάβησαν από την άφιξή της έως τον γάμο της, στις 17 Δεκεμβρίου του 769.


Εισαγωγή και πρώτη αποκλειστική δημοσίευση κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο
ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΡΦΥΡΑ
ΤΖΟΥΝΤΙΘ ΧΕΡΙΝ
Η ηλεκτρονική επεξεργασία , επιμέλεια και μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο
©  ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net/


Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |