ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Καταφυγή προς τον Κύριον.
«Τέκνον, ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω Θεώ, ετοίμασον την ψυχήν σου εις πειρασμόν. Εύθυνον την καρδίαν σου και καρτέρησον και μή σπεύσης εν καιρώ επαγωγής· κολλήθητι αυτώ και μή άαοστής, ίνα αυξηθής επ' εσχάτων σου. Παν ο εάν επαχθή σοι δέξαι και εν αλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον ότι εν πυρί δοκιμάζεται χρυσός και άνθρωποι δεκτοί εν καμίνω ταπεινώσεως. Πίστευσον αυτώ και αντιλήψεταί σου' εύθυνον τας οδούς σου και ίλπισον επ' αυτόν» {β', 1 -6).
«Αμαρτίαν ήμαρτεν Ιερουσαλήμ, διά τούτο είς σάλον έγένετο πάντες οί δοξάζοντες αύτήν, έταπείνωσαν αύτήν.» «Κληρονομιά ημών μετεστράφη άλλοτρίοις, οί οίκοι ήμών ξένοις. Όρφανοί έγενήθημεν, ούχ υπάρχει πατήρ, μητέρες ήμών ώς αί χήραι.» «Κατέλυσε χαρά καρδίας ήμών, έστράφη εις πένθος ό χορός ήμών, έπεσεν ό στέφανος τής κεφαλής ήμών.»
Μά έγώ δέ θά σ’ άρνηστώ ποτές, Γερουσαλήμ! Νά χάσω τό φώς μου άν σέ ξεχάσω, νά ψάχνω μέ τό ραβδί καί νά μή βρεθεί τοίχος νά μοΰ δείξει τό δρόμο, κι ούτε πονετικός διαβάτης νά μέ χειροκροτήσει. Γιατί δεν έχω άρνηστεϊ τόν Θεό τόν αληθινόν, καί θέ νά ’μαι παραδομένος στά είδωλα τής ψευτιάς, κι άντίς τήν άπλή καρδιά πού ρίζωσες στό κορμί μου, θέ νά ’χω βάλει μέσα μου φίδια φαρμακερά, να δαγκάνουνε τ’ άδέρφια μου τούς άνθρώπους.Μαζί μέ σένα ζεΐ ή ψυχή μου, κ’ είμαι πλούσιος όποτε είμαι μακριά από τούς στενόψυχους άνθρώπους, καί γίνουμαι φτωχός oποτε σμίξω μαζί τους. Σέ μέρος πόχει τόσο μονάχα φώς, όσο χρειάζεται στόν ξενιτεμένον, εκεί σέ συλλογιέμαι τή νύχτα. Δοξάζω τόν Θεό πού δώρησε στόν άνθρωπο τά γράμματα, γιά νά γράφει στό χαρτί τόν άναστεναγμό του. Καθόμουνα καί δούλευα σέ μιά τέτοια ακερδή δουλειά, στεναχωρεμένος από κάθε τι, σέ καιρό πού οί άλλοι κοιτάζανε μέρα-νύχτα νά μαζέψουνε χρυσάφι, νά καλοπεράσουνε. Στά βουνά βούιζε ό άνεμος, περνούσανε άπό πάνω μου νέφελα οργισμένα. Κ’ έγώ τρύπωνα στό θαλάμι μου καί φχαριστοΰσα τόν Θεό, σάν καί κείνον τόν στρατοκόπο πού γλύτωσε άπό τούς ληστές. Άκουμποΰσα τό κεφάλι στήν άπαλάμη μου καί πήγαινα σέ τόπους άγαπημένους, δίχως νά γνοιαστώ πώς τριγύριζε δξ’ άπό τήν πόρτα μου ό κορκόδειλας ό φθόνος κ’ ή αλλήθωρη άλεπού ή αχαριστία.
(Φώτης Κόντολου)