ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Ο Κυρ-Μανωλάκης

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Ο Κυρ-Μανωλάκης



Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ (1891)
Αλέξανδρος Μωραιτίδης
Διήγημα

Ήτο περασμένη η ώρα. Το χωρίον εκοιμάτο βαθύν ύπνον παιδίου, το οποίον ύστερον από τόσα τρεξίματα και παιγνίδια και γέλοια, αποσταμένον, γέρνει εγγύς της εστίας του και αποκοιμάται. Τα νυκτοπούλια της ανοίξεως, τα οποία εστέναζον υπό τας καμάρας του κωδωνοστασίου, θαρρείς και συνεπλήρουν τον ανασασμόν της κοιμωμένης λευκής πολίχνης. Και μόνον είς θόρυβος ηκούετο κατά μακρά διαλείμματα. Ο κρεοπώλης, ο άγριος και εις την χαράν του, ο οποίος σφάζων αμνούς μέχρι της δύσεως του ηλίου δεν απηύδησε να φωνάζη: «Α και να πάμε ς' τον μπαρμπέρη!» κατά λάθος, φαίνεται, αφού εξεπούλησεν, εισελθών εις το γειτονικόν καπηλείον άναψε τα καντήλια — Πάσχα ξημέρωνε, βλέπετε, — και γεμίζων μίαν παμπάλαιαν κ' εσκωριασμένην πιστόλαν, από τον καιρόν του Καρατάσου, ήνοιγε κρυφά-κρυφά την θύραν του καπηλείου και προεώρταζε την Ανάστασιν, πυροβολών κρατερώς και επιμόνως. Και πάλιν αστραπιαίως έκλειε την θύραν προς μεγάλην απορίαν του γέροντος δημαρχικού κλητήρος, όστις από μακράν κάτω ακούων τον βαρύν πιστολισμόν έσπευδε μέχρι του καπηλείου υπόπτως, πλην βλέπων την θύραν κεκλεισμένην υπέστρεφε, κάμνων τον σταυρόν του και θαυμάζων το γεγονός.


— Να μποδίσουμε, εμονολόγει με την έρρινον φωνήν του, τους πιστολισμούς και τους πυροβολισμούς. Άιντε τώρα εμπόδισέ τους, κυρ δήμαρχε! Ορίστε! Αυτά είνε γραμμένα να γίνουνται, έτσι αντάμ- παπαντάμ, εξ αρχής και έκπαλαι. Ορίστε! Οι πυροβολισμοί πέφτουν μονάχοι τους, κυρ-Δήμαρχε! Είνε ο αέρας της Αναστάσεως.

Συγχρόνως ο κρεοπώλης με τ' αναμμένα τα καντήλια του, ημοιανοίξας πάλιν την θύραν του καπηλείου εκένωσεν εκ νέου την εσκωριασμένην πιστόλαν του. Ο κλητήρ, κοντός, χονδρός, με ημίσειαν ρίνα, απολέσας το λοιπόν μέρος αυτής έν τινι συμπλοκή, στραφείς είδε την θύραν του καπηλειού κλειστήν πάλιν, έκαμε τον σταυρόν του και εχάθη εις την καμπήν της οδού, φθεγγομένης παράπονα της ρινός του κατά των ανεφαρμόστων αστυνομικών διατάξεων, ενώ ο βαρύς της πιστόλας ήχος εκυλίετο ακόμη εις το ανοικτόν πέλαγος του λιμένος, εποχούμενος επί της μελανής ομίχλης και κροτών ως βαρέλιον πλήρες ήλων.

***

Αλλ' ενώ οι χωρικοί πάντες εκοιμώντο αναπαυόμενοι, όπως εγερθώσι τα μεσάνυκτα και φαιδροί μεταβώσιν εις τον ναόν έκαστος με την λευκήν λαμπάδα του, η κυρά Μανωλάκαινα ηγρύπνει. Δεν την εκολλούσεν ύπνος. Εξαγάγουσα από μεγάλου δρυΐνου κιβωτίου τα χρυσά προικιά της, τα οποία χρόνια είχε να φορέση το Πάσχα, την νύκτα, προητοίμαζεν αυτά υπό το φως λυχναρίου, επιδιορθούσα μικράς τινας βλάβας τυχόν, όπως στολισθείσα ως νύμφη μεταβή εις την Ανάστασιν κ' επιδείξη τον χρυσόν πλούτον του ιματισμού της. Ο κυρ-Μανωλάκης εκοιμάτο εις το παρακείμενον δωμάτιον. Ηκούετο ο ρογχασμός του ως κρότος υπόκωφος συρομένης αλύσεως πλοίου μακράν εις τον λιμένα, συνεχής και μονότονος.

Νέα ακόμη η κυρά-Μανωλάκαινα, μόλις τριάκοντα πέντε ετών, πρώτην φοράν από του γάμου της — γενομένου προ πέντε ετών — ευρίσκετο εις την ευτυχή περίστασιν να φορέση τα νυμφικά της και σταθή εις την πρώτην γραμμήν της γυναικωνίτιδος. Τι να κάμη πίσω-πίσω 'ς το γυναικείο να στέκεται, και να την τσαλαπατούν και να στάζουν κεριά ς' το χρυσοκέντητο βελουδένιο μπαμπουκλί της, και να της κάψουν το αραχνοΰφαντον αλέμι της με της λαμπάδαις που δεν ξέρουν μερικαίς να της κρατήσουν, που ταις κρατούν σαν νάνε σαΐταις που 'φαίνουν, ή καλαμιαίς που τινάζουν της εληαίς! Δεν πήγαινε και αυτή διόλου την νύκτα το Πάσχα. Εφέτος όμως θα είχε τα πρωτεία ς' το γυναικείον. Έδωσεν ο Θεός και ο άνδρας της, ο κυρ-Μανωλάκης, έγεινε Πίτροπος και θα είχεν η κυρά-Πιτρόπισσα την πρώτην θέσιν, μπροστά-μπροστά εις τα καφάσια. Και θάβλεπεν όλην την παράταξιν της λαμπράς ακολουθίας και θα ήκουεν όλα τα γράμματα. Δεν τα καλονοούσε, μα θα τα ήκουεν. Εν ω άλλοτε πίσω-πίσω από της άλλαις δεν έβλεπε τίποτε, δεν ήκουε τίποτε. Προσκυνούσαν η μπροσθιναίς, προσκυνούσαν και η 'πισιναίς. Έσκυφταν η μπροσθιναίς, έσκυφταν και η 'πισιναίς. Η κυρά-Μανωλάκαινα εκ της ιεράς λειτουργίας ήξευρε μόνον πότε λιβανίζει ο παπάς και πότε βγαγγελίζει. Το λιβάνισμα ησθάνετο εκ του ζωηρού κωδωνίσματος του θυμιατηρίου, το βγαγγέλισμα ήκουεν εκ της γινομένης ησυχίας και απολύτου σιωπής. Τ' άια, την μεγάλην είσοδον των τιμίων Δώρων — ουδέποτε ηυτύχησε να ίδη από εκεί όπου ίστατο. Μόνον βλέπουσα να κύπτουν αι έμπροσθέν της ιστάμεναι γυναίκες έκυπτε και αυτή λέγουσα με τον νουν της: περνούν τα άια, μνήσθητί μου Κύριε! Ενίοτε μάλιστα και ηπατάτο. Έκυπτον αι έμπροσθεν κατά λάθος, έκυπτε και αυτή κατά λάθος, επιλέγουσα εις το τέλος της λειτουργίας:

— Τώρα! καταλαβαίνουμε τάχα κ' εμείς Ακκλησιά!

Πολλάκις προσεπάθησε να εισχωρήση εμπρός, πλην ουδέποτε εύρισκε θέσιν. Πάσαι ήσαν κατειλημμέναι. Άπαξ πρωί-πρωί μεταβάσα εις τον ναόν εύρε πολλάς κενάς θέσεις εν τη πρώτη σειρά, κι' εγκαθιδρύθη αγέρωχος, ώσπερ κατακτητής, επί του φαιού δρυφάκτου με την απόφασιν να μη παραμερίση· — παιδιά δεν είχε να κλαίνε ς' το σπίτι — Και αν της ομιλήση κανείς, ή ο επίτροπος, να κάμη πως δεν ακούει. Αλλ' ύστερον ελθούσαι αι συνήθως ιστάμεναι εν τη πρώτη γραμμή την απώθησαν διά των αγκώνων κατ' αρχάς, διά των λόγων κατόπιν, και αυτή παρεμέρισε, δούσα τόπον τη οργή. Να φέρη σύυσι και ταραχή; Μέσ' σ' νακκλησιά! Υπεχώρησε. Τοιαύτη συνήθεια επεκράτει. Εις την πρώτην γραμμήν να ίστανται τα σόια, αι καταγόμεναι από τζάκια, αι σύζυγοι των προεστώτων και συμβούλων του χωρίου. Και αι θέσεις ήσαν κληρονομικαί. Μοναρχία κληρονομική μέχρι της εκκλησίας εν τη νέα ελληνική κοινωνία! Η θυγάτηρ ερχομένη εις γάμον και ιδρύουσα νέον οίκον, κατελάμβανεν εν τω ναώ την θέσιν της μητρός, ήτις γραία πλέον εβαρύνετο ν' αναβαίνη εις την γυναικωνίτιδα, ισταμένη εις τον νάρθηκα κάτω, ή ζαρόνουσα εις κανέν στασίδιον κάτω-κάτω υπό την σκοτεινήν κόγχην.

Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα δεν ήτο μεν ξεσόιαστη, αλλά — να το είπωμεν — δεν ήτο και από σόι. Ο πατέρας της ήτο ψαράς. Ο παπούς της ήτο φούρναρης. Το βέβαιον είνε ότι ο γέρων εξελέχθη ποτέ τρίτος δημαρχικός πάρεδρος δι' έλλειψιν άλλου υποψηφίου μόλις λαβών το έν δέκατον των ψήφων, αλλά τούτο δεν ήρκεσεν όπως η εγγονή του περάση εις τα μεγάλα σόια, — ήτις δεν είχε γεννηθή ακόμα.

— Αγουρασμένον τον έχεις τον τόπον;

Παρετήρησέ ποτε είς τινα αγερώχως προσελθούσαν πλησίον της και ζητούσαν να την απωθήση.

— Αγουρασμένον!

Απήντησεν εκείνη.

— Κιγώ πού θα σταθώ;

— Όπ' στηκέτανε η μάννα ς'!

Απεκρίθη εμπαικτικώς η εξ οικογενείας καταγομένη.

Και συγχρόνως άλλη παραπέρα ισταμένη — από σόι και αυτή — προσέθηκεν:

— Όπ' άπλουνε τα δίχτυα ου πατέρας σ'!

Τωόντι η μητέρα της κυρά-Μανωλάκαινας δεν εστέκετο πουθενά εν τη γυναικωνίτιδι.

Φορούσα μίαν φουστάναν μυρίζουσαν πάντοτε ψαρίλαις, πού ετόλμα να παρουσιασθή εις την εκκλησίαν, και μάλιστα εν ημέρα μεγάλης πανηγύρεως!

Ο πατήρ της πάλιν ο γέρων αλιεύς είχε μεν θέσιν, ίστατο, καθώς είπεν εκείνη η εξ οικογενείας γυνή, εκεί όπου άπλωνε τα δίκτυά του· αλλά τα δίκτυά του ήπλωνεν απ' έξω, επί του τοίχου του ναού, καρφώσας ήλους κατά σειράν εγγύς της εισόδου, κ' εκεί τωόντι ίστατο και ο γέρων κατά την λειτουργίαν, ουδέποτε εισερχόμενος εντός του ναού· ως να ήτο και αυτός μόλυβδος ή φελλός, προσκεκολλημένος επί των μεταξωτών δικτύων του. Και μόλις ετελείωνε τα Ευαγγέλιον, ήναπτε το τσιμπουκάκι του, το οποίον προητοίμαζε, ψαλλομένων των Αίνων, και μαζεύων τα δίκτυά του έκαμνε τον κατήφορον.

***

Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα, η κόρη του ψαρά, αν και δεν ανήκεν εις τα σόια εκ καταγωγής, ανήκεν όμως εις αυτά ολόκληρος εκ καρδίας. Φύσις φιλόκαλος, φύσις ευγενής, περιποιητική και θωπευτική έκαμνεν εντύπωσιν εις τον φούρνον που πήγαινε να φουρνίση από μικρή ακόμα διά τους καλούς τρόπους της, και την μέχρι κολακείας περιποιητικήν γλώσσαν της, δίδουσα και εις την φωνήν της ακόμη ένα θωπευτικόν αριστοκρατικόν τόνον φιλήματος και αγάπης. Ο ιματισμός της πάλιν ήτο παροιμώδης εις όλον το χωρίον.

— Τι ώμορφα που ντύνεται! έλεγον.

— Σεμνή, καθαρά, καλλαίσθητος. Με τα κλωνιά της πολιτικής μανδήλας της λυτά ποτέ δεν την είδον. Ακτένιστη ουδέ εις την αυλήν της εθεάθη. Η μαύρη φουστάνα της στιλπνή-στιλπνή ήτο ατσάκιστη, ως να ίστατο πάντοτε ορθία, όπερ εκίνει τον φθόνον.

— Ούλου αλόρθα βρίσκεται ου ανεμόστυλος!

Και δεν ευρίσκετο ορθία ως ο στύλος της ανέμης, αλλ' ήξευρε πώς να καθήση και πώς να εγερθή. Ήτο περίφανη!

Αλλ' ο κόσμος έχει τας προλήψεις του. Αδιάφορον αν εκείνη η πλουσία και από σόι δεν ξεύρη να ενδυθή και παρουσιάζεται εις την αυλήν άνιπτος. Είνε από σόι!

Η μορφοντυμένη και μορφοκαμωμένη Γερακίτσα ήτο κόρη του ψαρά! Την φυσικήν της καθαριότητα από μικρή εφανέρωνεν. Ενώ η μητέρα της εν τη βία της πολλάκις εγέμιζε την ποδιά της ψάρια, διά να εκλέξη τα καλλίτερα και τα στείλη εις τον λιμενάρχην, ίνα μη φέρη δυσκολίας εις τον σύζυγόν της, η Γερακίτσα ουδέ τα ήγγιζεν, εάν δεν ήσαν εις ορμαθούς διά βρύων της λίμνης. Και πάλιν ήπτετο μετά προσοχής του βρύου διά των δύο δακτύλων της. Ώστε κατήντησεν η μητέρα της περιπαίζουσα αυτήν να την αποκαλή γαλαζοαίματην.

Είτα ορφανή πατρός απομείνασα υπηρέτει ουχί επ' αμοιβή αλλ' ούτως, εκ φυσικής κλίσεως και συμπαθείας του ομοίου προς το όμοιον, εις τον γειτονικόν της πλούσιον οίκον αρχαίου πλοιάρχου, όστις, αφεντάνθρωπος εις όλα, είχεν αριστοκρατικήν τάξιν εν τη οικογενεία του. Εκεί η ωραία Γερακίτσα ανέπτυξεν όλα τα συμπαθητικά ένστικτα της ευγενείας, συνηθίσασα να ενδύηται ευπρεπώς και κομψώς — με γούστο — και να εκτελή όλας τας οικιακάς εργασίας, μετά λεπτότητος και χιονώδους καθαρότητος, θαυμαστής τωόντι, ώστε ο γέρων πλοίαρχος, — κολακεύων τας διαθέσεις της, έλεγε πολλάκις.

— Εσύ, Γερακίτσα ή να πάρης πλούσιον ή να μη 'πανδρευθής διόλου. Τακούς;

Το πλέξιμόν της, το πλύσιμόν της, το ζύμωμά της, το μαγείρευμά της, όλα ήσαν απαλά και λευκά ως τα απαλά χεράκια της.

Πολλοί νέοι εργατικοί, της τάξεώς της, την εζήτησαν εις γάμον, αλλ' αύτη ηρνείτο, ονειρευομένη αρχοντείαν, ή αποφασισμένη ν' ακολουθήση την συμβουλήν του πλοιάρχου.

— Παλλάβωσες!

Της έλεγεν η μητέρα της.

— Δεν κάνεις το σταυρό σου, επανελάμβανε συχνά, να πανδρευθής τώρα που σε γυρεύουν; Ταχειά σα σουφρώσης, ποιος θα γυρίση να σε κυττάξη;

Αλλ' η νεάνις είχε τον σκοπόν της. Απίθανον μεν και σκοτεινόν, όνειρον σχεδόν, πλην είχε πάντοτε ένα σκοπόν, ένα όνειρον. Κάθε άνθρωπος έχει το όνειρόν του. Άλλοι κατορθώνουν και το πραγματοποιούσιν εις τον κόσμον αυτόν, άλλοι αποθνήσκουσι με το όνειρόν των μαζή ως σάβανον της καρδίας των. Άγνωστον τίνες αποθνήσκουν ευτυχέστεροι . . .

— Ο ένας σου μυρίζει, ο άλλος σου βρωμά! Την ήλεγχεν η μητέρα της.

Έως ου ευτυχής σύμπτωσις διέψευσεν όλας τας οικτράς προρρήσεις της γραίας, και η πτωχή Γερακίτσα, η κόρη του ψαρά, εγένετο κυρά- Μανωλάκαινα.

Και ούτως η γραία απέθανεν ευχαριστημένη, αλλάξασα ιδέαν και λέγουσα ότι τα κορίτσια δεν πρέπει να βιάζωνται. Όποιος βιάζεται, μένει 'πίσω!

***

Και η κόρη της με τον κυρ-Μανωλάκη επήγεν εμπρός. Ο κυρ Μανωλάκης διά των κτημάτων του και της οικονομίας του είχε σχηματίσει καλήν περιουσίαν. Μέχρι του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας του είχε σκοπόν να γείνη καλόγηρος, και συχνά επεσκέπτετο το ιερόν Κοινόβιον, μίαν ώραν μακράν του χωρίου, ευχαριστούμενος εις τον ησυχαστικόν βίον. Αλλ' αιφνιδίως όταν επάτησεν εις το πεντηκοστόν έτος, μετέβαλε γνώμην και ενυμφεύθη. Του το είχεν είπει μία τουρκογύφτισσα που πωλούσε κόσκινα:

— Εσύ καλό άνθρωπο είσαι, εσύ παράδες έχει, εσύ χτήματα, χρήματα έχει, μα εσύ κάτι θα πάθη άμα πατήση τα πενήντα!

Η σύζυγός του ήτο ωραία, νέα, μ' ευγενείς τρόπους· η Γερακίτσα τα είχεν όλα αυτά· πλην εφάνη μετά τον γάμον ότι ήτο και φιλόδοξος. Ο κυρ Μανωλάκης ήθελεν ησυχίαν και ανάπαυσιν, αλλ' η κυρά- Μανωλάκαινα τουναντίον ήθελεν ανησυχίαν και κίνησιν. Αυτή σαν ήθελε να κάθεται κλεισμένη, έλεγε, δεν πανδρευότανε. Αυτή είχε τόσα προτερήματα, τόσα καμώματα ευγενικά· περιπλέον είχε τόσα στολίδια. Ήθελε λοιπόν να τα επιδείξη, προτερήματα και στολίδια. Γι' αυτό πανδρεύονται οι άνθρωποι!

Ο κυρ Μανωλάκης ήτο ευκατάστατος, ήτο και από σόι, αλλ' ένεκα της βραδύτητος του γάμου του, και ιδίως ένεκα της φιλαργυρίας του, μόνος του είχεν αποσυρθή από την δράσιν των οικογενειών, ευτελώς ενδυόμενος και ευτελώς διαιτώμενος — αφού είχε σκοπόν να γείνη καλόγηρος — και εις το χωρίον δεν τον ανεγνώριζον πλέον ως έχοντα δικαιώματα επί της δημογεροντίας, αφού μάλιστα όλας τας καλάς ημέρας απουσίαζεν εις το Κοινόβιον.

Ως προς τούτο ευρέθη ηπατημένη η κυρά Μανωλάκαινα. Ενόμιζεν ότι διά του γάμου της θα εισήρχετο πλέον με ούριον πνεύμα εις τα σόια, αλλά έβλεπεν ότι, αν ο σύζυγός της δεν επείθετο ν' αναμιχθή εις την πολιτικήν μέ τινας μικροδαπάνας, αδύνατον ν' αναγνωρισθή η Γερακίτσα ως αριστοκράτισσα.

Αλλ' ο κυρ Μανωλάκης δεν τα ήκουεν αυτά.

— Τα πιθάρια μας γεμάτα, έλεγεν, αι αποθήκαι μας γεμάται, τα βαρέλια μας γεμάτα. Τι άλλο θέλεις;

— Να γένης δήμαρχος!

Ετόλμησε να είπη η κυρά-Μανωλάκαινα. Ο κυρ-Μανωλάκης εφόρεσε την καπίτσα μουρμουρίζων.

Φαίνεται ότι ανεμνήσθη την μάγισσαν, η οποία του είπεν ότι εις το πεντηκοστόν έτος της ηλικίας του κάτι θα πάθη.

Έρις λοιπόν και ταραχή.

Συνέπεσε τα έτη εκείνα να γείνωσιν επανειλημμέναι εκλογαί. Εσάστισεν ο κόσμος.

Κατ' αρχάς βουλευτικαί της μικράς περιφερείας, είτα μετ' ολίγον βουλευτικαί της μεγάλης περιφερείας. Το αυτό έτος έγειναν και δημοτικαί και ήσαν 39 υποψήφιοι δήμαρχοι, πάρεδροι και δημοτικοί σύμβουλοι, είτα έγειναν εκλογαί των νομαρχιακών συμβούλων. Και μετά οκτώ μήνας, καταργηθέντων των νομαρχιακών συμβουλίων, διετάχθησαν επαρχιακών συμβούλων εκλογαί. Συνέπεσε να αποθάνη και είς βουλευτής, και πάραυτα ιδού και μία βουλευτική εκλογή το αυτό έτος.

Εγέμισε το χωρίον κάλπαις. Τα ατμόπλοια τας ξεφόρτωναν κασσέλαις- κασσέλαις.

— Δεν βάζεις και συ, Μανωλάκη, μια κάλπη;

Επανελάμβανε μέρα-νύκτα η κυρά Μανωλάκαινα.

— Σα σ' ακούω, καϋμένη! Τι ζήλεψες από τους τενεκέδες;

— Όλος ο κόσμος ζηλεύει!

— Μα θέλουμε παράδες, γυναίκα.

— Έχουμε τα βαρέλια γεμάτα.

— Δεν φθάνουν!

— Τι λες, Μανωλάκη; Με πενήντα βαρέλαις θα μεθύσουμε όλο το χωριό.

— Και ύστερα;

— θα βγης πάλιδρους, σύβουλος, ό,τ' θέλεις!

— Έχεις απ' αυτά;

Ηρώτησε πάλιν ο κυρ Μανωλάκης, προστρίψας γοργώς τον αντίχειρα επί του λιχανού του. Και φορέσας πάλιν την καπίτσα του, εξήλθε μουρμουρίζων.

— Καλά μου είπεν η Τουρκογύφτισσα!

Έκτοτε πολλάκις ο κυρ-Μανωλάκης υπό τας σκιεράς ελαίας του θερμά έχυσε δάκρυα μετανοήσας διότι δεν έγεινε καλόγηρος. Αλλά πού εγνώριζεν ο πτωχός ότι, φοβηθείς τους πολλούς πειρασμούς της ερήμου, ήθελε πέσει εις τας χείρας ενός άλλου φοβερωτέρου και συνθετωτέρου δαίμονος!

— Δεν φταις εσύ, έλεγε και η κυρά-Μανωλάκαινα μετ' αγανακτήσεως, φταίω εγώ που πήρα γέρο!

Ούτως η φοβερά φιλοδοξία κατέφαγεν όλα τα άλλα θελκτικά προτερήματα της έξυπνης Γερακίτσας, ως ένας καυστικός λίβας οπού κατακαίει τα άνθη.

Και εμαράνθη εκείνη η ανθηρότης του προσώπου της.

Και όταν ήκουε τας ζητωκραυγάς μετά τας εκλογάς, και όταν έβλεπε τους παρέδρους και τους συμβούλους, εστεφανωμένους ελαίας και σύροντας τον χορόν εις την πλατείαν, εκλείετο εις τον οίκον της η κυρά Μανωλάκαινα, κλαίουσα από την αγανάκτησίν της.

Λέγουν μάλιστα ότι νύκτα τινά τον έκλεισεν έξω τον κυρ-Μανωλάκην, όστις επανελθών από τον ελαιώνα παράωρα, εφώναζε κρούων την θύραν:

— Κυρά Μανωλάκαινα!

***

Αλλ' ο άνθρωπος δεν θα είνε πάντοτε δυστυχής εις τον κόσμον τούτον. Επιφυλάσσονται αυτώ και αγαθαί ημέραι.

Ο νέος δήμαρχος εσχάτως, άγνωστον πόθεν εμπνευσθείς, πλην βεβαίως θέλων να περιποιηθή τον κυρ-Μανωλάκην, διότι προηλείφετο διά τας βουλευτικάς εκλογάς και είχεν ανάγκην ψήφων, διώρισεν αυτόν επίτροπον του ενοριακού ναού.

Ο δήμαρχος με την απροσδόκητον αυτήν ιδέαν του θαρρείς και τον εξεσκέπασε τον κυρ-Μανωλάκην, όστις έστιλβεν από κεφαλής μέχρι ποδών εξ ευχαριστήσεως.

Από κάτω από το τραχύ εκείνο καποτάκι ήτο και αυτός γεμάτος φιλαρχίαν και φιλοδοξίαν. Ήθελε μόνον ανεξόδως ν' αποκτήση την αρχήν. Το δε επιτροπιλήκι εξ όλων των αρχών είνε η μόνη αρχή, την οποίαν διά να αποκτήση τις όχι μόνον δεν δίδει λεπτά, αλλά και πέρνει, αφού την αποκτήση.

Εγελούσεν από κάτω από τον ψαρά μουστάκια του.

— Τι τάθελες αυτά, κυρ-δήμαρχε!

Εψιθύριζε κατ' αρχάς, αποφεύγων τάχα. Και όμως επεθύμει ο αγαθός τιμήν, και μάλιστα ανέξοδον τιμήν. Ίσως εφρόνει ότι θα έπαυε πλέον η απρεπής έρις μεταξύ αυτού και της συζύγου του, ην ηγάπα υπερβαλλόντως. Ως και εγένετο,

— Να, τώρα έκαμες καλά! τω έλεγεν η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσι άρχισε και ο καπετάν-Μιχαλιός, και σήμερα είνε δήμαρχος.

Την άλλην ημέραν εγκαθιδρύθη εν τω Παγκαρίω του ναού ως εν θρόνω, με την φέσαν του την υψηλήν ως επάνω, και με την βράκα του την βολτιασμένην και γυαλιστερήν ως από μουσελίνην.

Έβαλεν αμέσως τάξιν εις τον ναόν.

— Δεν μου λες πως ήσουν καμωμένος για Πίτροπος!

Τω έλεγεν ο κ. δήμαρχος.

— Εγώ πηγαίνω σύμφωνα με την εκκλησίαν, απήντα ο κυρ-Μανωλάκης χαρούμενος. Δεν πρέπει να ζητή κανείς την αρχήν. Η αρχή πρέπει να ζητή τον άνθρωπόν της. Ως υπάρχουν σιμωνιακοί εν τη εκκλησία, ούτως υπάρχουν σιμωνιακοί και εν τη πολιτεία. Και εκείνοι και ούτοι είνε αφωρισμένοι. Και ο τόπος που έχει σιμωνιακούς άρχοντας είνε τόπος αφωρισμένος.

Λοιπόν αμέσως εις τάξιν τα πάντα. Τους παίδας, οίτινες συνείθιζον να ίστανται προ του δεσποτικού καγχάζοντες και ατακτούντες, απώθησε κάτω-κάτω, και επέβαλεν αυτοίς σιωπήν και φόβον. Επεστάτει ο ίδιος εις την καθαριότητα του ναού, εις το χύσιμον των κηρίων, ίνα μη γίνηται κατάχρησις και επεβλήθη εις τον εφημέριον και τους ψάλτας κ' εν γένει ανέπτυξε προσόντα συνετής διοικήσεως και ένστικτα αρχοντικής εξουσίας, τα οποία τόσα έτη ήσαν θαμμένα υπό το σκότος της καπίτσας του. Τον εσυνείθισαν δε και οι άνθρωποι τόσον, ώστε όταν δεν έβλεπον την υψηλήν φέσαν επί του θρόνου της, του μαρμαρίνου παγκαρίου, ενόμιζον πως κάτι έλειπε.

Προ πάντων δε ετακτοποίησε τας σχέσεις του μετά της συζύγου του, ήτις ραδινή και αναζήσασα τον εκαμάρωνεν από την καλλιτέραν θέσιν της γυναικωνίτιδος, όπου εγκατέστη πλέον.

— Ορίστε, κυρά-Μανωλάκαινα! ορίστε κυρά-Μανωλάκαινα!

Της έκαμνον τόπον τα σόια.

Κ' εθαύμαζε και η ιδία διανοουμένη:

— Τι είνε ο κόσμος!

Και ο κυρ-Μανωλάκης με την φέσαν του την υψηλήν υπερηφάνως περιέφερε τον δίσκον ασημένιον, απαστράπτοντα, απαγγέλλων μετά στόμφου πανηγυρικού:

— Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!

Και αντήχει η φωνή του καθαρά και εύηχος ως απαραίτητος του ναού ψαλμωδία:

— Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!

Και όταν άδειαζε τον δίσκον εντός του συρτού του εν τω παγκαρίω, ο κρότος εκείνος των αναριθμήτων δεκαρών τον ηύφραινε μακαρίως, ως ει επληρούτο κερμάτων το πουγγίον του.

Αι εισπράξεις ηύξησαν καταπληκτικώς. Έχουν δίκαιον όσοι λέγουν ότι ο φιλάργυρος ως τίποτε άλλο δεν χρησιμεύει παρά ως επίτροπος εκκλησίας. Εις την περιφοράν του δίσκου δεν του διέφευγε κανείς των εκκλησιαζομένων. Είς δύο-τρεις φιλαργύρους, οίτινες, όταν επλησίαζεν ο δίσκος, έκαμνον πως κοιμώνται, παρουσίαζε κατ' επανάληψιν τον αργυρούν δίσκον φωνάζων δυνατώτερα:

— Το λάδι της εκκλησίας!

Έως ου τους ηνάγκαζεν εξ εντροπής να δώσουν τον οβολόν των.

Μόνον ο γέρω-Μασώνος, απόστρατός τις ναύτης, μόνον εκείνος του εγλύτωνε πάντοτε.

Πονηρός γέρων αυτός, μόλις εννόει ότι επλησίαζεν η περιφορά του δίσκου, προσεποιείτο ότι κατελαμβάνετο υπό βηχός και απήρχετο.

***

Δύο μόνον ελαττώματα του κυρ-Μανωλάκη ανεκάλυψαν οι εκκλησιαζόμενοι. Και δύο μόνον παρεδέχετο και ο κ. δήμαρχος, και τω έκαμνε συχνάς παρατηρήσεις προς διόρθωσιν. Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ήτο αμετάπειστος. — Ξεύρω 'γώ! έλεγε πάντοτε.

Πρώτον δεν ηνείχετο να βλέπη γυναίκας κάτω εις τον ναόν.

Και εις τούτο — πλην του δημάρχου ποιούντος εξαιρέσεις — ήσαν σύμφωνοι οι εκκλησιαζόμενοι.

— Νά η θέσις σας! εκραύγαζεν ο κυρ-Μανωλάκης, νουθετών τας γυναίκας, και δεικνύων διά του δακτύλου την γυναικωνίτιδα.

Στρεφόμενος δε προς τον κ. δήμαρχον προσέθετε·

— Εκείνοι που τα νομοθετήσανε αυτά, ξεύρανε καλλίτερα από μας. Δεν είνε έτσι, κυρ-δήμαρχε;

Το βέβαιον είνε ότι εις το χωρίον ουδέποτε εισήχθη η καινοτομία αύτη η απρεπής και ύποπτος, τας δε παρατηρήσεις του απέτεινεν ο επίτροπος εις γραίας τινάς, αι οποίαι θέλεις, διότι εβαρύνοντο ν' αναβώσιν εις την υψηλήν γυναικωνίτιδα, προσποιούμεναι και ότι κρυόνουν, θέλεις διότι εζήλευον — και αυτό ήτο φαίνεται — να ευρίσκωνται, γερόντισσαι αύται, εν μέσω των χρυσοστολίστων νεαρών γυναικών, ετρύπωνον διά της οπισθίας μικράς θύρας του νάρθηκος και κατελάμβαναν ικανά στασίδια υπό την σκοτεινήν κάτω κόγχην. Ετούτο δε ο κυρ-Μανωλάκης δεν επεθύμει να γίνεται, εκλαμβάνων αυτό ως κακήν αρχήν.

— Κοντά ς' της γρηαίς, κυρ-δήμαρχε, έλεγε, θα κολλήσουν και μεσόκοπαις και ύστερα νίπτω τας χείρας!

Και εξηκολούθει τον άγριον πόλεμον κατά των γραιών.

— Όξω, όξω!

— Τι καν'ς ετσιδά, θα 'πω; άφσε να νησπασθώ τα 'κουνίσματα.

— Όξω, όξω! επανελάμβανεν ο κυρ-Μανωλάκης διπλών τας λέξεις του. Έχ' απάν' κουνίσματα, έχει απάν' 'κουνίσματα! Να σας φέρω κι' άλλα, κι' άλλα, όσα θέλετε, όσα θέλετε!

Και τας απεδίωκε.

Κ' εκείναι υπείκουσαι εις την βίαν έφευγον σιγά-σιγά με τα ραβδάκια των, ρίπτουσαι βλοσσυρόν γεροντικόν βλέμμα επί του επιτρόπου.

Το δεύτερον ελάττωμα του κυρ-Μανωλάκη ήτο ότι έσβυνε πολύ ταχέως τα κηρία, θέλων να ωφελήση την εκκλησίαν. Μόλις οι χριστιανοί τα ήναπτον, και μία χειρ στιβαρά ελλοχεύουσα όπισθεν του μανουαλίου, τα ήρπαζε πάραυτα μετά γοργότητος ληστού, δύο παρειαί ωγκούντο ως φούσκαι αγιοβασιλιάτικαι, έν μέγα στόμα, ως θηρίου στόμα εφύσα διά δυνάμεως τετραπλών πνευμόνων, και τα κηρία τρέμοντα, εσβεσμένα, αναλυμένα σχεδόν από τον φόβον των, ερρίπτοντο είς τι δοχείον βαθύ εκ λευκοσιδήρου κείμενον εκεί, όπερ έπρεπεν ούτως ή άλλως να πληρωθή πάσαν Κυριακήν, το παμφάγον!

Εγένετο ούτως ο κυρ-Μανωλάκης ο τρόμος των κηρίων. Διηγούνται — ίσως είνε υπερβολικά — ότι εις την αγρυπνίαν του αγίου Νικολάου πολλά κηρία έσβυσαν μόνα των, από τον φόβον των, μόλις ήκουσαν τα ενεδρεύοντα πατήματα του φοβερού επιτρόπου!

Τούτο όμως έσχεν ολεθρίας συνεπείας εις τους υπολογισμούς του κυρ- Μανωλάκη, διότι οι δεισιδαιμονέστεροι των χωρικών έπαυσαν να ανάπτουν κηρία. Αι δε γραίαι δυσηρεστημέναι εναντίον του εύρον αφορμήν μίαν ημέραν που έγεινε ταραχή διά τον τρόπον τούτον του επιτρόπου και εκραύγασαν από της γυναικωνίτιδος:

— Φωτοσβέστη!

Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ατάραχος, μειδιών πάντοτε υπό τον φαιόν του μύστακα, εξηκολούθει τον κρυφόν κατά των κηρίων πόλεμον, εις τα νύχια πατών, ίνα μη τρίζουν τα υποδήματά του· περιήρχετο δε κατά την διάρκειαν της λειτουργίας τα διάφορα μανουάλια αρπάζων τα κηρία μετ' αφάτου αγαλλιάσεως ως αόρατος του σκότους δαίμων.

Και δεν ηρκείτο εις τας κυριακάς μόνον και τας εορτάς. Μαθών ότι κάθε παρασκευήν βράδυ που μνημονεύουν τους κεκοιμημένους, αι πενθηφορούσαι γραίαι ήναπτον άφθονα κηρία — από ένα δι' εκάστην ψυχήν τεθνεώτος — ενεφαναίζετο ως φάντασμα κρυφά-κρυφά, και κατερήμαζε τα μανουάλια, κινών την βλάσφημον των γραιών γλώσσαν εναντίον του.

Πρωίαν τινά όμως γέρων τις ναυτικός καλά του την κατάφερε!

Κολλήσας το κηρίον του προ του εικονοστασίου προσεποιήθη ότι υπεχώρει, προσευχόμενος τάχα και βλέπων προς το μαρμάρινον δάπεδον. Και όταν η χειρ του επιτρόπου ενεφανίσθη φοβερά και αμείλικτος κατά του αναμμένου κηρίου, ο ναυτικός εγείρει την βαρείαν ράβδον του και καταφέρει δεινόν κτύπημα κατά της άρπαγος εκείνης χειρός, ώστε ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη ν' απολογηθή.

Και στας υπό τον μέγαν πολυέλαιον απήγγειλε λογύδριον υπέρ του σβυσίματος των κηρίων, διότι, είπεν, ο ναός έχει ανάγκας. Θέλει σουβάτισμα, θέλει ζουγράφισμα, θέλει τέμπλον, θέλει καμπαναριό. Πώς θα γείνουν όλα αυτά;

Και έξυε μετά πόνου την δαρείσαν χείρα του.

Οι εκκλησιαζόμενοι εσίγησαν.

— Με το απόκερο! απήντησε τότε ο κυρ-Μανωλάκης, περατώσας το λογύδριόν του.

Και όταν μετά θαυμασμού εθεώρουν οι χριστιανοί τον αχθοφόρον εισερχόμενον εις τον ναόν — και τον εισήγεν ο επίτροπος πάντοτε διαρκούσης της ακολουθίας — και φέροντα βαρύτατον σάκκον γεμάτον διαφόρου μεγέθους κηρία, νεόχυτα, ευωδιάζοντα, ο κυρ-Μανωλάκης έλεγε:

— Τα βλέπετε αυτά; είνε από τα απόκερα!

***

Αλλ' αν ο κυρ-Μανωλάκης είχε τόσους πειρασμούς να υπερνικήση, πολλάκις αγανακτών και κακολογών τους παρεμβαίνοντας εις την διοίκησίν του, χωρίς να ξεύρουν — ήτο οπαδός του συγκεντρωτικού συστήματος — η κυρά Μανωλάκαινα έδρεπεν όλας τας δάφνας της εξουσίας του συζύγου της. Ιδίως τας ηδονάς και τρυφερότητας αυτής ησθάνθη την μεγάλην εβδομάδα. Ουδέποτε άλλοτε αφ' ότου ενυμφεύθη, απέλαυσε την άφατον ευχαρίστησιν, την οποίαν κατά το έτος εκείνο, το πρώτον της επιτροπείας του συζύγου της.

Των Βαΐων της έδωσεν ο εφημέριος μια βάια, πρασίνη-πρασίνη και γεμάτη ψωμί, το αρτόχρουν άνθος της.

— Ούτε νύφη δεν επήρα τέτοια βάια!

Έλεγε προς τον σύζυγόν της την μεσημβρίαν, ότε έτρωγον τον ξαρμυρισμένον ροφόν!

— Καλή χρονιά νάχης, Μανωλάκη! επανελάμβανε. Πέρυσι μούδωσαν σαφί-κουμαριά!

Έπειτα ήκουσεν ωραία όλους τους νυμφίους και εμέτρησε τα 12 Ευαγγέλια, λαβούσα μεθ' εαυτής 12 κουκιά και τρώγουσα ανά έν μετά την ανάγνωσιν εκάστου ευαγγελίου. Και απέλαυσε την θεαματικήν και μεγαλοπρεπή του Επιταφίου ακολουθίαν, πρώτην φοράν εις την ζωήν της ακούσασα το μελωδικόν «Η ζωή εν τάφω».

— Τι ώμορφα!

Εθαύμαζεν αποτεινομένη προς τας εγγύς της ισταμένας γυναίκας, αίτινες ηρώτων αυτήν περί διαφόρων λεπτομερειών της ιεράς ακολουθίας, νομίζουσαι ότι ως σύζυγος επιτρόπου θα ηδύνατο να εξηγήση προς αυτάς τα τελούμενα. Ιδίως ευφράνθη η κυρά- Μανωλάκαινα, όταν είδε τον γέροντα εφημέριον του ναού, φέροντα χρυσόμαυρον πένθιμον φαιλόνιον, μυστηριωδώς απαστράπτον εν τω φωτί των λαμπάδων, όστις κρατών εις χείρας αργυρούν δίσκον πεπληρωμένον τρυφερών φύλλων ρόδων και ίων και βιολετών και δενδρολιβάνου, προσήλθε παρά το ιερόν κουβούκλιον, εν μέσω των χορών κείμενον υπό τον μέγαν πολυέλαιον με τα ωραία του φαναράκια αναμμένα εις τας τέσσαρας γωνίας και με της λαμπαδίτσαις του κύκλω περί το ξεστόν γείσωμα, και ψάλλων το Έρραναν τον τάφον, έρραινε διά των ανθέων τον χρυσοκέντητον εν τω κουβουκλίω Επιτάφιον θρήνον, και είτα τους παρισταμένους χριστιανούς εν αμυθήτω του πολιού προσώπου του λάμψει, το οποίον εκάστοτε την νύκτα του Επιταφίου ελάμβανεν αίγλην μυστικήν, ως να κατηυγάζετο υπό ουρανίων ακτίνων.

— Τι ώμορφα! επανελάμβανε συνεχώς η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσ' του ψέλνουν πρώτα του Μιτάφιου κ' ύστερα του ραίνουν! Τι ώμορφα!

***

Αλλ' αν ηυφράνθη αληθώς ανέκφραστον ευφροσύνην η κυρά-Μανωλάκαινα, εντρυφήσασα εις την κατανυκτικήν λάμψιν του Επιταφίου, όμως την νύκτα του Πάσχα ανέμενε με διπλούς πόθους. Θα έβλεπε διά πρώτην φοράν καλώς την φαεινήν της Αναστάσεως παράταξιν. Από των δρυφάκτων της γυναικωνίτιδος, όπου θα ίστατο εν τη καλλιτέρα θέσει η σύζυγος του επιτρόπου, θα εθαύμαζεν ανέτως το θέαμα της λαμπαδηφορίας, απερίγραπτον φωτοχυσίαν, μυστηριωδεστέραν καθισταμένην υπό τον πυκνόν καπνόν του κηρού, όστις από των κάτω θα υψούτο προς την γυναικωνίτιδα ως φωτολαμπής νεφέλη. Αλλά — δεν ήτο γυνή; — ηγάλλετο ότι θα επεδείκνυε μετά τόσα έτη τα νυμφικά της χρυσοκέντητα φορέματα, τα οποία άλλοτε, ως είδομεν, απέφευγε να φέρη, φοβουμένη το τσαλαπάτημα και τ' αποστάζοντα κηρία. Διά τούτο, ως είδομεν, ενώ όλον το χωρίον εκοιμάτο, αυτή με παλλομένην καρδίαν, γεμάτην εξ υπερηφανείας και ματαίας επιδείξεως, κατεγίνετο εις την προετοιμασίαν της χρυσής της ενδυμασίας.

Αίφνης ακούει τους κώδωνας του ναού ηχούντας.

— Αχ! κι' ακόμα δεν χαζιρεύθηκα! Ανεφώνησε κ' επετάχυνε την αμφίεσίν της.

Ο κυρ-Μανωλάκης θαρρείς και ήτο συνδεδεμένος μετά του σχοινίου του κώδωνος. Αφυπνίσθη πάραυτα· και χασμηθείς βροντερώς εκρότησε κατά την συνήθειάν του τας χείρας του:

— Ξυπνάνε τα αίματα! έλεγε.

Και προετοιμασθείς και καλλωπισθείς πανηγυρικώς και λαβών την λαμπάδα του απήλθεν εις τον ναόν εγκαιρότερον, ίνα επιστατή εν τω παγκαρίω.

Ήτο η ώρα 11. Η Ανάστασις θα ετελείτο ακριβώς την δωδεκάτην.

— Μη βιάζεσαι, είπεν εις την σύζυγόν του απερχόμενος. Θα έλθω να σε πάρω, όταν πλησιάση η ώρα ν' αναστήσουν.

Η κυρά-Μανωλάκαινα όμως, ανυπόμονος ως όλαι αι γυναίκες όταν πρόκειται να επιδειχθώσιν, έσπευδεν έτι μάλλον, θαρρείς και της είπεν ο κυρ-Μανωλάκης να βιάζεται.

Και ο κώδων ο εύλαλος γλυκύτατα αντήχει εν τη νυκτί, καταθέλγων με τους συμπαθεις ήχους του όλον το χωρίον.

Και όσον ήκουε το ηδύ κελάδημά του η κυρά-Μανωλάκαινα, τόσον έσπευδε να συμπληρώση τον ιματισμόν της, φοβουμένη μη δεν προφθάση, μη κλείση ο νυμφών, και αυτή δεν εκοιμήθη ως αι πέντε μωραί παρθένοι· απεναντίας ηγρύπνει με πλέον ανοικτά τα μάτια από τας φρονίμους.

Ηγρύπνει περισσότερον και από εμέ, και εβιάζετο περισσότερον και από εμέ, όταν παιδίον με απερίγραπτον ανυπομονησίαν ανέμενον την νύκτα του Πάσχα. Τότε μόνον ήθελον να νυκτώνη ταχέως. Τας άλλας ημέρας ήθελον να μη νυκτώνη ει δυνατόν, να μη τελειώσουν τα ατελείωτα παιγνίδιά μου.

— Αχ, πότε θα νυκτώση, μάννα; Επανελάμβανον την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου, αποκρεμών ενωρίς-ενωρίς από του τοίχου την λευκήν λαμπαδίτσα μου, την οποίαν μου είχεν αγοράσει ο καϋμένος ο πατέρας μου από την Μεγάλην Πέμπτην — από δύο για κάθε παιδί, μίαν κιτρίνην διά τον Επιτάφιον και μίαν άσπρην — άσπρην διά την Ανάστασιν. — Την κιτρίνην την έκαυσα εις τον Επιτάφιον, η άσπρη εκρέματο εις τον τοίχον μαζί με τας άλλας, και την έβλεπα εις τον ύπνον μου τόσον ζωηρά, πότε πως μου την επήρεν η μεγάλη αδελφή μου — ζηλεύσασα τάχα, διότι τα κορίτσια τα μεγάλα δεν πηγαίνουν εις την Ανάστασιν την νύκτα, αν δεν αρραβωνισθώσι — πότε πως άναψε μονάχη της, και εσηκονόμουν από το στρωματάκι μου να την σβύσω τάχα· και τότε την έβλεπα εκεί εις τον τοίχον άσπρην-άσπρην την λαμπαδίτσα μου, με ηρεμίαν και αταραξίαν αναμένουσαν να έλθη της Αναστάσεως η ώρα.

Ενύκτωσε πλέον κι εγώ δεν ησύχαζον. Κατ' επανάληψιν μετέβαινον εις την πλατείαν του ναού ανυπομονών. Πλην βλέπων την θύραν κλειστήν και διά του θαμβού υελοπίνακος των θυρίδων φως κινούμενον και περιπατούν εις το σκοτεινόν του ναού βάθος — ήτο η εκκλησιάρχισσα ετοιμάζουσα τας κανδήλας — επέστρεφον εις την οικίαν μας φοβισμένος. Και όταν πλέον απαυδήσας εστήριζον τα νώτα μου εις τον τοίχον παρά την εστίαν, και ο ύπνος απατηλός ήρχιζε να βαρύνη τα βλέφαρά μου ημίκλειστα, τότε ήκουα τον γλυκύν του κώδωνος ήχον — μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα — επετιόμουν επάνω πτερωτός, ελαφρός ως πτηνόν. Εφόρουν τα καινούργια υποδήματά μου, υπερήφανος διά το τρίξιμόν των, εξεκρεμούσα την λαμπαδίτσα μου, και έτρεχον πρώτος- πρώτος εις την Ανάστασιν, ενώ ο κώδων εσήμαινεν ακόμη.

Αχ! πόσον γλυκύς μου εφαίνετο ο ήχος του τότε μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα! Σαν να μη ήτο ο συνήθης κώδων, ο σημαίνων τους πτωχούς εσπερινούς και τα σαρακοστινά απόδειπνα, αλλ' έτερος, εκ μυστηριώδους μετάλλου, εύηχος και καλλικέλαδος, χαρμοσύνως πρώτος αυτός κηρύττων την Ανάστασιν εις την κοιμωμένην εν τη φθορά φύσιν. Και η νύκτιος αύρα, παραλαμβάνουσα το γλυκύ κελάδημά του, εσκόρπιζεν εις θάλασσαν και ξηράν ως τρυφερόν εγερτήριον αγγελικών οργάνων . . . . .

*** — Να μη αργήσης, είπεν η κυρά-Μανωλάκαινα εις τον σύζυγόν της.

Όστις ευρέθη μετ' ολίγον εις το στιλπνόν παγκάριον ως πολυόμματος Άργος, πανταχού βλέπων, και τα πάντα τακτοποιών.

Εν πρώτοις συλλαβών από του ωτίου παιδία τινά ξεσκούφωτα, άτινα βαστάζοντα παμμεγίστους ήλους — τζαβέταις — υποκλαπέντας από του ναυπηγείου, είχον παραταχθή κατά γραμμήν ως στρατιώται προ των μαρμαρίνων βαθμίδων της Αγίας Πύλης και ήσαν έτοιμα, όταν ακούσωσι το Χριστός-Ανέστη, να κροτήσωσι τα καψύλια των, θέτοντα αυτά επί της λειανθείσης και στρογγυλευθείσης αιχμής του ήλου, ον θ' άφινον να καταπέση καθέτως επί των πλακών. Οι τρακωτοί ήχοι των εκπυρσοκροτούντων ούτω καψυλίων, ήσαν τόσον θορυβώδεις και τόσον πυκνοί και συνεχείς, ώστε κατ' έτος εγίνετο άκοσμος χασμωδία εντός του ναού. Τώρα όμως να της ξεχάσουν αυταίς της μπιρμπαντιαίς! έλεγεν ο κυρ Μανωλάκης. Και συλλαμβάνων αυτά από του ωτίου ένα-ένα τα απώθησεν έξω του ναού. Τα οποία παραταχθέντα τότε εν τη πλατεία ενέπαιζον τον επίτροπον εν χορώ:

— Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!

Ακολούθως ιδών ότι δύο γραίαι είχον εισχωρήσει δολίως εις τον ναόν αρπάσασαι δύο στασίδια κάτω-κάτω εις την σκοτίαν, έλαβεν αυτάς από τας χείρας, με καλόν τρόπον, και εξήγαγεν εκ του νάρθηκος, οδηγών εις την γυναικωνίτιδα:

— Απάνω γλήγορα μη σας τσαλαπατήσουν!

Και συγχρόνως επρόφθανε και εις τα μανουάλια, τα οποία έφρισσον υπό τας ληστρικάς χείρας του, κ' εψιθύριζεν, ίνα δικαιολογήται:

— Οικονομία, παιδιά! Οικονομία! Σήμερα θα βγάλη και η εκκλησία το κερί που καίει όλο τον χρόνο τζάμπα!

***

Ήδη ο ναός επληρώθη ολίγον κατ' ολίγον. Οι χωρικοί καθαρώς και ευπρεπώς ενδεδυμένοι κατέλαβον οι γέροντες τα στασίδια, οι νεώτεροι τα προ των χορών κενά, νηφάλιοι και σιωπηλοί, κρατούντες πλαγιασμένας επί του στήθους των τας λαμπάδας μη αναφθείσας ακόμη. Όπισθεν δε των δρυφάκτων υπό το ημίφως των κανδήλων της γυναικωνίτιδος διέκρινε τις σκιεράς μορφάς, τας συναθροιζομένας γυναίκας. Οι χοροί έψαλλον σιγά-σιγά με ταπεινήν φωνήν και ταπεινότερον ύφος το Κύματι θαλάσσης, ίνα αργότερον, όταν θα εμελώδουν βροντοφώνως το Χριστός Ανέστη, γίνη καταφανής η αντίθεσις του πένθους και της χαράς.

Αλλ' ενώ ο κυρ-Μανωλάκης διενοείτο ότι ήτο καιρός πλέον να μεταβή και παραλάβη την αναμένουσαν σύζυγόν του, ήτις βεβαίως θ' ανυπομόνει λίαν, εισέρχεται ο δήμαρχος του χωρίου, μιξοπόλιος κ' ευτραφής ανήρ, οδηγών τέσσαρας νεαράς κυρίας — τας δύο νεαρωτέρας — την σύζυγον του υποτελώνου και την θυγατέρα της, και την σύζυγον του λιμενάρχου και την θυγατέρα της. Οπίσω ηκολούθουν ο υποτελώνης χονδροκαμωμένος και χωλός τον έτερον πόδα, εξηκοντούτης ανήρ, με λευκόν πώγωνα ως να επένθει. Εις τους οφθαλμούς έφερε στρογγυλά πράσινα ομματουάλια. Παραπίσω ήρχετο ο λιμενάρχης υψηλός — υψηλός, ως λεύκα, κλείων την συνοδείαν, μεσόκοπος, με πολιτικήν ενδυμασίαν — άγνωστον αν ήτο αξιωματικός — κρατών εις χείρας τον πλατύγυρον πίλον, ολίγον προτεταμένον ως δίσκον.

Ο κυρ-Μανωλάκης παρέμεινε τότε εις την θέσιν του, ίνα περιποιηθή πρώτον τους ξένους και τας κυρίας των — το κατά δύναμιν — και μετά ταύτα θα μετέβαινε να παραλάβη την σύζυγόν του.

Αι τέσσαρες κυρίαι έφερον μακράς εσθήτας ανοικτοχρόους και πίλους σκληρούς με πλατείς προ του μετώπου πετάσους, εστολισμένους με άνθη ποικιλόχροα και πτηνά με ανοικτά ράμφη οίτινες ωμοίαζον ως να ήσαν φωλεαί εξ αχύρου και χόρτου με τα πτηνά εντός. Διά το ψύχος δε της νυκτός δήθεν έφερον κρεμάμενον μακρόν ποδήρες, περιλαίμιον τάχα, εκ μελαψών πτερών στιλπνών συγκεκολλημένων εν ορμαθώ, όπερ κατά τα βάδισμά των εξηνεμίζετο προ των ποδών ως χονδρόπλεκτον σχοινίον καρμηλίτιδος μοναχής εκ των πολυωνύμων του δυτικού κλήρου ταγμάτων, τα δε περί τον λαιμόν εκεί πτερά αεριζόμενα τότε και ανακινούμενα ως τα πτίλα των ορνίθων έκαμνον και τας τέσσαρας να φαίνωνται ως εσφαγμένοι πετεινοί.

Συν τη εισόδω των εν τω άμα εισώρμησεν εν τω ναώ παχυμύρου πνεύμα βαρύοσμον και οχληρόν. Κατ' ευθείαν επροχώρησαν εις το Παγκάριον, όπου ο κυρ-Μανωλάκης πάντοτε μειδιών υπό τους στακτερούς του μύστακας, ανέμενεν αυτάς προβάλλων εμπρός-εμπρός τους δίσκους, και αποχωρίζων την στιγμήν εκείνην αργυρά τινα νομίσματα, όπως μη καλύπτωνται υπό των χαλκίνων κερμάτων, ιδίως όμως ίνα διά της σιωπηλής αυτής παραστάσεώς του ευγλωττότερον εκφράση εις τας ξένας κυρίας την επιθυμίαν του, να ρίψουν αργυρά κέρματα — τέτοια μέρα! Επίσης την στιγμήν εκείνην ανεσκάλευε και τα μεγάλα κηρία, τα δεκάλεπτα, μη τυχόν και δεν τα ίδωσιν.

Οι άνθρωποι εστράφησαν όλοι προς το παγκάριον. Ο δεξιός ψάλτης καταπτοηθείς εκ της απροσδοκήτου εμφανίσεως των ξένων κυριών έχασε τον στίχον και τον ρυθμόν, ο δε αριστερός θελήσας να υψώση επιδεικτικώς την φωνήν του έκαμε μίαν αηδεστάτην παραφωνίαν, κινήσασαν το μειδίαμα της νεωτέρας των κυριών.

Πρώτην φοράν οι άνθρωποι εμάνθανον ότι είχον οικογενείας ο υποτελώνης και ο λιμενάρχης, οίτινες από πρωίας μέχρις εσπέρας εχαρτόπαιζαν εν τω καφενείω ελλείψει εργασίας.

— Ίσως όμως και να ήλθαν απόψε με το βαπόρι, έλεγον.

Αι κυρίαι, και αι τέσσαρες κατά σειράν, λαβούσαι ανά έν κηρίον ήλθον εις το εικονοστάσιον, άφησαν τα κηρία των χωρίς να τα ανάψωσιν — εφόρουν χονδρά και μακρά γάντια — έκυψαν με τους πλατείς προ του μετώπου των πετάσους ν' ασπασθώσι την Αποκαθήλωσιν, αλλά δεν ημπόρεσαν ένεκα του ξηρού πίλου των, και απεχώρησαν. Ουχ ήττον κατέλιπον επί της εικόνος και αι τέσσαρες πυκνά μόρια του βαρυόσμου μύρου των, δι' ου είχον περιλουσθή, φαίνεται, και επί ώραν μετά ταύτα οι άνθρωποι οι πλησιάζοντες ν' ασπασθώσιν έκαμνον αηδείς μορφασμούς. Γέρων μάλιστα ποιμήν θελήσας ν' ασπασθή, ο ειθισμένος αυτός εις του βουνού τας καλλιμύρους αύρας, κατελήφθη υπό ζωηρού πταρνίσματος, ενοχληθείσης υπό του βαρέος εκείνου μύρου της ρινός του ως εάν είχε λάβει ταμβάκον.

Ενώ πρότερον έπνεεν εν τω ναώ μία γλυκεία αρωματική πνοή μαλακή και θωπεύουσα την όσφρησιν, πνοή ευάρεστος και ηδεία των εαρινών ανθέων, τα οποία άφθονα εκόσμουν τας αγίας εικόνας, προσφορά ευάρεστος και ευπρόσδεκτος των νεανίδων του χωρίου, αίτινες ή άγαμοι ή πενθούσαι ή ασθενείς, κλεισμέναι εν τω οίκω των, στέλλουσιν εις την Ανάστασιν του ευανθούς κήπου των τα περιπόθητα δώρα.

Αι τέσσαρες κυρίαι μετά τούτο επανήλθον και εστάθησαν παρά το Παγκάριον πάλιν, όπου ίσταντο και οι σύζυγοί των. Ο δήμαρχος ελθών συνεννοείτο μετά του εφημερίου περί της τελετής.

Ο κυρ-Μανωλάκης νομίζων ότι ήθελον να ρίψωσιν εις τον δίσκον τι, ήρχισε μελωδών ικετευτικώτατα:

— Το λάδι της εκκλησίας! Και εις έτη πολλά!

Εκείναι όμως ιδούσαι τέσσαρα στασίδια κενά όπισθεν του παγκαρίου εισήλθον πάραυτα και τα κατέλαβον μειδιώσαι και αι τέσσαρες. Και ανοίξασαι πάραυτα τέσσαρα εκ κοινού χρωματιστού πανίου ριπίδια ήρχισαν ν' αερίζωνται, βλέπουσαι εδώ κ' εκεί ως εάν εισήλθον εις θέατρον.

Ο κυρ-Μανωλάκης ιδών παρ' ελπίδα ότι αι ξέναι κυρίαι ετοποθετήθησαν οριστικώς εκεί, κατελήφθη υπό της συνήθους νευρικής ταραχής του. Και κατ' αρχάς μεν διά κωμικών νευμάτων μειδιώντων και συνοφρυουμένων συνάμα, υπεδείκνυεν εις αυτάς την γυναικωνίτιδα. Επειδή όμως αι κυρίαι απροσεκτούσαι εις τα νεύματά του εξηκολούθουν να ομιλώσι μεταξύ των, ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη να παρατηρήση εις αυτάς καθαρά:

— Δεν είνε εδώ η θέσις σας!

Αι κυρίαι έκαμαν πώς δεν ήκουσαν, και εξηκολούθουν ν' αερίζωνται με τα ριπίδιά των.

— Κυρίαι, εδώ είνε η θέσις διά τους άνδρας. Να πάτε επάνω, παρακαλώ, να μη γίνη σκάνδαλον.

Και εδείκνυε την γυναικωνίτιδα.

Ταυτοχρόνως η διδασκάλισσα του χωρίου, νεάνις αγαθή πλην υπερήφανος, ως πάσα διδασκάλισσα χωρίου, εκ του Αρσακείου εξελθούσα, από της γυναικωνίτιδος όπου ήτο, ιδούσα τας ξένας κυρίας και ότι ετοποθετήθησαν κάτω, έσπευσε και αυτή, καταλιπούσα επάνω την μητέρα της. Και ελθούσα έστη πλησίον των ξένων κυριών κομψώς χαιρετίσασα.

— Νά τα! Νά τα!

Είπε τότε μετ' αγανακτήσεως ο επίτροπος και προσέθηκε:

— Τώρα δεν μένει άλλο, παρά να καταιβούνε αι γυναίκες κάτω και ν' αναιβούνε οι άνδρες απάνω.

Η μεγαλειτέρα των κυριών ιδούσα ότι ο κόσμος ήρχισε να προσέχη εις το θορυβώδες επεισόδιον το προκληθέν υπό του επιτρόπου, και θέλουσα να δείξη ίσως εις τον κόσμον ότι απλώς ωμίλουν εκεί μετά του επιτρόπου, στραφείσα λέγει προς αυτόν χαριέντως.

— Ωραία είνε η εκκλησία σας, κύριε Επίτροπε.

— Πολύ ωραία είνε, κυρία μου, και έχει και γυναικείο διά τας γυναίκας!

Η κυρία έκαμε μομφασμόν δυσαρεσκείας, μετά περιφρονήσεως βλέπουσα τον επίτροπον.

Ήδη προσήλθεν εκεί και ο κ. Δήμαρχος.

— Κύριε Δήμαρχε, τι ζητεί αυτός ο κύριος εδώ;

Είπε μία των κυριών διά του ριπιδίου της δεικνύουσα τον κυρ- Μανωλάκην.

— Ζητώ, κύριε δήμαρχε, να εφαρμόσω . . . τα έθιμα.

— Άφησε, κυρ-Μανωλάκη! είπεν ο δήμαρχος μετά της συνήθους γλυκύτητος της γλώσσης του ως εάν ήλειφεν αυτήν διά μέλιτος. Δεν πειράζει, είνε ξένοι.

— Τι θα πη δεν πειράζει! Ίσα-ίσα οι ξένοι πρέπει να σέβονται τα έθιμα του τόπου καλλίτερον από τους εντοπίους.

Και στραφείς είπε πάλιν προς τας κυρίας:

— Κυρίαι, δεν είνε εδώ η θέσις σας. Μη κάμνετε κακήν αρχήν!

Ο δήμαρχος ιδών ότι ο επίτροπος ήτο αμετάπειστος, και φρονών ότι θα εξετίθετο η υπόληψίς του απέναντι των ξένων, ωμίλησε μετά τινος αυστηρότητος προς τον επίτροπον, όστις όμως εξηκολούθει να επιμένη.

Τότε ο δήμαρχος αλλάξας γλώσσαν — είχε δύο· μίαν αλειμμένην μέλι, και άλλην αλειμμένην φαρμάκι — λέγει προς τον επίτροπον μετά πικρίας:

— Για να σου πω: Πήγαινε, κύτταξε τα κεριά σου!

— Και τα κεριά, και της γυναίκες, και όλην την εκκλησίαν. Έχω χρέος να υπερασπίσω τα έθιμα.

Απήντησε πικρότερον ο επίτροπος.

— Φύγε απ' εδώ, αυθάδη!

Είπε τότε ο δήμαρχος και ταυτοχρόνως προσέθηκεν:

— Από σήμερον δεν είσαι πλέον επίτροπος, σε παύω.

— Κουτός είμαι να σταθώ να με παύσης;

Είπε τότε ο κυρ-Μανωλάκης πραότατος και γλυκύτατος, αφού πλέον έληγεν η εξουσία του. Κ' εκβαλών πάραυτα από της ζώνης του δύο μεγάλας κλείδας συνδεδεμένας διά γαϊτανίου διεπέρασεν αυτάς από του λαιμού του δημάρχου ειπών:

— Πριν με παύσης, παραιτούμαι!

Και εξήλθε του ναού, εν ώ ήδη ο γηραιός εφημέριος μεγαλοπρεπώς στας προ των αγίων πυλών, ολόχρυσον ημφιεσμένος στολήν πολύτιμον, αρχαίαν, βυζαντινήν, και κρατών δύο λαμπάδας ανημμένας εις τας χείρας του, έψαλλεν ευμόλπως με φωνήν κροτούσαν ηχηρώς:

— Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός!

Και είδες πάραυτα ο κόσμος να συναθροισθή περί τα Βημόθυρα συνωθούμενος ν' ανάψη την λαμπάδα του, να λάβη το φως εκ του ανεσπέρου φωτός· κ' έβλεπες χείρας τεταμένας γύρω εκεί, και λευκάς λαμπάδας εις πολυσύνθετα και αδιέξοδα γεωμετρικά σχήματα, ακτινωτώς εγγιζούσας τας ανημμένας του ιερέως λαμπάδας, η πολιά μορφή του οποίου κατηγλαΐζετο φαεινώς ως μορφή αγγέλου κολυμβώντος εν τω φωτί.

Οι ψάλται παρέλαβον είτα το μέλος του ιερέως, επαναλαμβάνοντες και αυτοί την μελωδίαν:

— Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός . . .

Έως ου όλος ο ναός έλαμψεν από των φώτων της Αναστάσεως λάμψιν φαεινήν κ' επέραστον, αλησμόνητον λάμψιν, φωτί ανεσπέρω περιλουσμένος. Το φως το ανέσπερον ανήλθε και εις την γυναικωνίτιδα, και όπισθεν των ξυλίνων δρυφάκτων εθεώρεις πλέον μαρμαρυγάς χρυσαυγείς, χρυσοτρέμοντα πράγματα, παιγνίδια φλογός πάντερπνα, οφθαλμούς και αδάμαντας και φως χρυσού και λαμπάδων λευκών, και λευκότητα παρειών και χειρών και ρόδα χειλέων, ως να κατέβησαν εκεί όπισθεν των δρυφάκτων από των ουρανών άγγελοι ποικιλόπτεροι.

Παιδία τινά εξαπατηθέντα και νομίσαντα ότι εψάλλετο το Χριστός Ανέστη, έκαυσαν εν κρότω τα καψύλιά των· γέρων δε τις λαίμαργος έθραυσε πάραυτα το κόκκινον αυγό, το οποίον έφερε πάντοτε την νύκτα της Αναστάσεως μαζί του εν τη εκκλησία, και το ερρόφα, ενώ ο κυρ-Μανωλάκης μετέβαινεν εις την οικίαν του παρητημένος πλέον και έχων εις τον νουν του ίσως την πρόρρησιν της μαγίσσης.

Οι παίδες έξω εις την πλατείαν ιδόντες αυτόν εν τη σκοτία της νυκτός ήρχισαν εν χορώ: Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!

***

— Ακόμα 'λίγο ναρθώ μονάχη μου!

Είπεν η κυρά Μανωλάκαινα, όλη χρυσή και ωραία, αναμένουσα προ τόσης ώρας τον σύζυγόν της, ίνα την οδηγήση εις τον ναόν.

Εφόρει πολύτιμον φουστάνι εξ ατλαζίου χρώματος ερυθρού — φωτιά μοναχή — εις το κάτω μέρος του οποίου ήτο προσηρμοσμένος πλατύς — τριών σπιθαμών — ποδόγυρος εκ χρυσής στόφας το χρυσοκέντητον βελούδινον μπαμπουκλί της ήτο εζωσμένον διά χρυσής πλατείας ζώνης, πορπουμένης διά χρυσών πορπών σχήματος παμμεγίστου αμυγδάλου με γλυφάς και παραστάσεις ανθέων και φυτών. Περί την κεφαλήν της αραχνοϋφής πέπλος, το περίφημον αλέμι, ελαφρώς ήγγιζε τας ροδινάς της παρειάς και προστάτευον στιλπνά μέρη της μαύρης κόμης εγγύς των ώτων, εύμορφα κτενιστούς βοστρυχίσκους, εδιπλούτο δι' απαλών πτυχών υπό την σιαγόνα, και εστηρίζετο επί της ωμοπλάτης οπίσω διά χρυσής καρφίδος, υπό την οποίαν ελαφρώς εθυσσανούντο τα κλωνία, φέροντα κεντητούς σταυραετούς.

Επί της κορυφής υπό το αλέμιον έλαμπεν εν τω φωτί μεγάλη χρυσοκέντητος γλάστρα με ολόκληρον τριανταφυλλέαν με τα φύλλα της και με τα ρόδα της, κόσμημα του καλύμματος της κεφαλής, υπό το οποίον αόρατος περιδένεται των γυναικών η κόμη. Την στιγμήν κατά την οποίαν εισήλθεν ο κυρ-Μανωλάκης η σύζυγός του ετακτοποίει τας τριγωνικώς ανεστραμμένας χειρίδας της — τα προμάνικα — ίνα φαίνηται καλώς το υπένδυμά των, η χρυσή στόφα, και διώρθου τας χρυσάς εμβάδας της, στερεώνουσα τους πόδας της καλώς εν αυταίς.

Αίφνης ιδούσα ότι ο σύζυγός της ήτο σύνοφρυς και κατηφής εξεπλάγη:

— Τι έπαθες καλέ!

Ηρώτησεν.

— Άφησέ με! απήντησεν ο κυρ-Μανωλάκης.

— Μήπως επιάσθηκες πάλιν για τα κεριά;

— Παρατήθηκα!

Η απάντησις αύτη επάγωσε την κυρά-Μανωλάκαινα, ήτις απέμεινεν ως χρυσούν άγαλμα σιωπηλή και ακίνητος.

Ο κυρ Μανωλάκης το εφύσα και δεν εκρύονε, κατά το δη λεγόμενον. Έφερε γύρω κατ' αρχάς εις την αίθουσαν του μη δυνάμενος ουδέ να αναπνεύση από την οργήν, σκοτεινός, αμίλητος, ωσάν πρωθυπουργός προ μικρού δώσας την παραίτησίν του, ουδέ απαντών εις τας ερωτήσεις της ωραίας Γερακίτσας· έως ου τέλος ζαλισθείς εσωριάσθη επί του καναπέ ψιθυρίζων:

— Αφού έκαμες κακήν αρχήν να βγάλης από το καφάσι της γυναίκες, κυρ Δήμαρχε, θα έλθη η ημέρα οπού αυταί θα σε στριμώξουν, εσένα, θέλοντα μη θέλοντα, μέσα εις το καφάσι. Να με θυμηθήτε! . . .

***

Από της ανοιχτής θύρας εισήρχετο η μεσονύκτιος κρύα δρόσος, πληρούσα τον σκοτεινόν και κατηφή του κυρ-Μανωλάκη οίκον χαρμοσύνου βοής, ήτις ηχηρά και κραταιά εν κρότοις πιστολισμών και κροταλισμοίς καψυλίων εκόμιζε πανταχού, εις πόλεις και δάση και κοιλάδας και πελάγη, εις γην και ουρανόν, το πανευφρόσυνον Χριστός Ανέστη, ψαλλόμενον πανηγυρικώς εν τη μικρά του ναού πλατεία. Είχον αναστήσει πλέον.





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |