ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Ο Καπετάν Γιώργης

0 σχόλια

Ο Καπετάν Γιώργης
Αργύρης Εφταλιώτης
Από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες
Πολλὰ χωριά, βουνά, δάση, ρημοκκλήσια καὶ πύργοι ἔχουν τὰ στοιχειά τους, κι ἄν καλοξετάσουμε τὸ πρᾶμα ἔχει καὶ κάθε σπίτι ἀπὸ ἕνα στοιχειό! Ἀλλοῦ εἶναι ἀρρώστια, ἀλλοῦ θάνατος, ἀλλοῦ μεθήσι, κι ἀλλοῦ κάποιος ἄλλος δαίμονας ποῦ φαρμακώνει τ' ἀγέρι ἐκεῖ ποῦ θαρρεῖς πῶς βασιλεύει ἡ καλοπέραση κ' ἡ καλοτυχιά.
Στὸ νησιώτικο χωριὸ ποῦ θὰ σᾶς πάρω, τὸ στοιχειὸ τοῦ τόπου εἴτανε γιὰ πολλὰ χρόνια ὁ Καπετὰν Γιώργης. Τώρα ὁ δύστυχος συχωρέθηκε, κι ἀφῆκε κατόπι του ἄλλο στοιχειό.
Λοιπὸν ἄς γυρίσουμε ὡς εἴκοσι χρόνια πίσω, κι ἄς πᾶμε σὲ κεῖνα τἅγια τὰ χώματα. Ἄς σταθοῦμε στ' ἀκρωτήρι ποῦ μιὰ φορὰ στεκότανε μιὰ περήφανη πολιτεία, μὲ τὶς ἀρμάδες της, μὲ τὰ κάστρα της, καὶ μὲ τὶς μαρμαρένιες κολόννες. Τί θρούβαλα γένηκαν ὅλα! Ἡ Ἀκρόπολις κατάντησε Τάμπια μ' ἕνα καλυβάκι ἀπάνω, μέρος τῆς χώρας ἔγινε Κοιμητήριο, καὶ τἄλλο χωράφια τριγυρισμένα μὲ ἀσβεστόπετρες. Πόσες φορὲς πήγαινα τἀποβρόχια σὲ κεῖνα τὰ μέρη νὰ μαζέψω σαλιάγκους, ἤ καφκαλίθρες, καὶ γύριζα μὲ φούχτα γεμάτη σκουριασμένες ἀντίκες καὶ σπασμένα λυχνάρια!
Τὸ καθαυτὸ τὸ χωριὸ θὰ τὸ βροῦμε στὸ πλάγι, πάνω στὸ βουναράκι. Ὅποιο παραθύρι κι ἄν ἀνοίξῃς ἐκεῖ ἀπάνω, ἀνοίγει κ' ἡ καρδιά σου, γιατὶ ἀπὸ τὰ δεξιὰ ἔχεις θάλασσα ὅσο φτάνει τὸ μάτι, ἀντικρύ σου τὸν κόρφο, πέρα τὰ βουνὰ στολισμένα ἐδῶ καὶ κεῖ μὲ χωριά, στ' ἀριστερὰ τὸν κάμπο μὲ τὶς ἐλιές, κ' ἕνα ποτάμι στὴ μέση. Ἴσια ἴσια τὸν κάμπο ποῦ ξέπεσε μιὰ φορὰ ὁ Ὀρφέας, καὶ κρέμασε τὴ λύρα του σὲ μιὰν Ἰτιά, κι ἀπὸ τότες κελαϊδοῦσαν ἐκεῖ τἀηδόνια μὲ γλύκα ποῦ ταίρι δὲν εἶχε, ὡς πέρσι πρόπερσι, ποῦ ἔκοψαν τὶς ἰτιὲς οἱ Τοῦρκοι, καὶ ξεγυμνώθηκε τὸ ποτάμι, κ' ἔφυγαν τὰ καημένα τἀηδόνια ὕστερα ἀπὸ τριάντα αἰώνων κελάϊδημα.
Read More ->>

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Οι νεκροί που θυμούνται

0 σχόλια


Στη Δροσούλα
Οι νεκροί που θυμούνται
Στρατής Μυριβήλης

ΑΓΑΠΩ τούς τρελούς καί πολύ τούς συλλογιοΰμαι. Δέν  είναι οΐχτος αύτό, άφοϋ οΐχτος είναι τύ περίττωμα της καλοζωισμένης ψυχής. Είναι αληθινή άγάπη, γεμάτη τρυφερότητα καί σεβασμό, πρός τό νέο καί παράξενο πλάσμα, πού βγήκε άπύ τη βαρετή καί ομοιόμορφη πλειοψηφία των λογικών άνθρώπων καί κινείται πιά μέσα στούς δικούς του νόμους. Μονάχα στήν Ανατολή βρήκα τούς άνθρώπους τόσο σοφούς, ώστε νά έχουν τήν ικανότητα να καταλάβουν έναν τρελό. Μόνο πού έκεϊ πλησιάζουν μέ περισσότερη θρησκευτικότητα τύ μυστήριό του. Τόν άντικρύζουν σαν έναν "Αγιο, ένα πλάσμα πού ό Θεύς τοϋ πήρε πίσω τύ φτωχύ άνθρώπινο πνέμα καί τοϋ φύσηξε μέσα στύ μυαλύ τήν υπέρτατη καί άξεδιάλυτη σοφία Του, κάνοντας το νοϋ του νά σαστίσει μπροστά στύ θάμα μιας ύπεράνθρωπης νόησης.Αύτό όμως πού νιώθω έγώ κοντά στούς τρελούς είναι μιά συγκίνηση πού δονεΐται άπύ άγάπη καί άπο δίψα κατανόησης. Γιατί είμαι βέβαιος πώς ύπάρχει μιά εστία μυστικής σοφίας κάτω άπό τό μαϋρο ντουμάνι τής τρέλας, μιά φωτιά κεραυνού, σκεπασμένη άπό τή χόβολη τοϋ σταχτωμένου λογικοΰ.
Read More ->>

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Το κόνισμα

0 σχόλια

Το κόνισμα
Ανδρέας Καρκαβίτσας

Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν' αγναντέψει· δεν είχε δύναμη ούτε όρεξη να πάει μακρύτερα. Το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο· έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βελονοβροχή. Τα στακάμενα νερά τής Λάκκας έζεχναν και φαρμάκωναν. Ζερβόδεξα τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα κουρνιαχτισμένα κι άτρεμα φαί­νονταν πεθαμένα. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της. Φωνή τής λαύρας χυνότανε ολούθε η φλυαρία τού τζίτζικα και στο χωριό περνοδίναν οι στρατοκόποι. Όπως ο Τσαϊπάς βγήκαν κ' εκείνοι να ιδούν τη λιτανεία.
Ο Κώστας ο Αρλετής έφερε μιαν είδηση στο χωριό και το χωριό ανατρόμαξε. Ένα κόνισμα, λέει, βγήκε νύχτα στην ακρογιαλιά τού Αϊ-Θανάση. Πούθ' ερχότανε, για πού πήγαι­νε, κανείς δεν ήξερε να ειπεί. Η αλήθεια είναι πως ερχόταν ολόρθο στα κύματα. Μπροστά του ένα φως τρανό τού φώτιζε το δρόμο. Έλαμπε το φως· μα πιο πολύ έλαμπε το τίμιο το ξύλο. Περίγυρα το πέλαγο απέραντο και μελαψό ανάδευε με σύγκρυο. Ήρθε το κόνισμα και στάθηκα σιγά στον άμμο, κρύ­φτηκε σε μια βουρλιά. Και το φως κοντά του παραμόνευε. Κάποιο καλογεράκι σύρθηκε απάνω του και γνώρισε το θάμα. Το μάθαν· έτρεξαν οι καλόγεροι, το πήραν στο μοναστήρι τους και το λιβανίζουν μερόνυχτα.
Read More ->>

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Οι Κεκλημένοι

0 σχόλια

Οι Κεκλημένοι

Η νύχτα απόψε δέν ανασαίνει,ή μικρή φλόγα στό χείλος τού λυχναριού μένει ασάλευτη. Είναι μιά βαθειά σιωπή - ή απόλυτη ερημιά καί τό χιόνι. Τό χιόνι έχει σκεπάσει,τήν καλύβα. Ή φωνή τού γέροντα είναι σιγανή καί κουρασμένη.
«...Καί ήκουσα ώς φωνήν όχλου πολλού καί ώς φωνήν ύδάτων πολλών καί ώς φωνήν βροντών ισχυρών, λεγόντων άλληλούϊα...».
Τά ήσυχα μάτια τρεμοπαίζουν θαμπωμένα στίς πυκνές αράδες. Στό φώς τού λυχναριού τό πρόσωπο τού γέροντα είναι ήρεμο καί χλωμό.
«.Χαίρωμεν καί άγαλιώμεθα οτι ήλθεν ό γάμος τοΰ άρνίου καί ή γυνή αύτοΰ ήτοίμασεν έαυτήν...».
Τά δάχτυλα χαϊδεύουν τρεμάμενα τή σελίδα. Στά μάτια τρεμοπαίζει τό όραμα.
«...καί λέγει μοι· γράψον, μακάριοι οι εις τό δεϊπνον τοΰ γάμου τοΰ άρνίου κεκλημένοι...»
Τότε ακριβώς έτριξε ή πόρτα. Ό γέροντας σήκωσε τά μάτια στό σκοτεινό άνοιγμα. Τό πρόσωπό του φωτίστηκε .
-Ήρθα, είπε ό Θάνατος.
-Καλοδεχούμενος! έκανε ό γέροντας καί άνασηκώθηκε στό σκαμνί. Ή φλόγα τρεμόπαιζε στό λυχνάρι. Κόπιασε μέσα,κόπιασε,είσαι καλοδεχούμενος ξανάπε ό γέροντας. Τό πρόσωπό του ήταν γιομάτο φως.
Read More ->>

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Κουκκίτσα

0 σχόλια

Κουκκίτσα
Αλέξανδρος Μωραιτίδης

Όταν απερνούσεν από τον Άγι-Αντώνη — και απερνούσε κάθε βράδυ, εκείναις ταις ημέραις ο παπά-Κονόμος, καβάλα στο γαδουράκι του — ησθάνετο μεγάλην χαράν να ξεπεζεύση εις την αυλίτσαν του μικρού εξωκκλησίου, να έμβη μέσα, να χαιρετίση τας αγίας εικόνας και έπειτα να καθίση στο μόνον στασιδάκι, όπου υπήρχε — διά τον ψάλτην — και να ξεκουρασθή, αφαιρούμενος σιωπηλός με τα μικρά κανδήλια, οπού εφεγγοβολούσαν εκεί, στην αράδα, την γαλήνην και την ανάπαυσιν, πραγματικήν εκεί και ζωντανήν ανάπαυσιν, αντανακλώντα το ακίνητόν των φως εις τας ακινήτους μορφάς των αγίων.

Αλλά μόνον να ξεκουρασθή τάχα;

Εκείναις ταις ημέραις ο παπά-Κονόμος είχε χάσει την κόρην του, μίαν γλυκυτάτην μοναχοκόρην, την Κουκκίτσαν, οπού τόσον αγαπούσε και ελάτρευεν. Η κυρά-Κονόμισσα, η αγαθή πρεσβυτέρα του, μία φιλάσθενος και ολοκίτρινη γυναίκα, αποθνήσκουσα, την άφησε την Κουκκίτσαν της, επάνω εις το πετραχείλι του παπά της, βρέφος εις τα σπάργανα, και την εμεγάλωσε μόνος του ο παπά Κονόμος οπού ήταν τώρα δεκαεπτά ετών δροσεροτάτη παρθένος, σαν μια ελήτσα φουντωτή. Και την είχε μη στάξη και μη βρέξη ο γηραιός εφημέριος. Χάρμα του ασκητικού σπιτιού του και ζηλευτόν εις όλον το χωρίον βλαστόν.

Όταν εμεγάλωσεν η Κουκκίτσα κ' εβγήκεν από το σχολείον, έγεινε το δεξί χέρι του παπά-Κονόμου. Όπου και αν επήγαινε να λειτουργήση, την έπαιρνε μαζύ του, εις όλα τα εξωκκλήσια, να διαβάζη της ώραις, να ψάλλη, να τον συλλειτουργή. Τόσον επιδέξια και τόσο μελωδικά, ώστε την έλεγαν εις το χωρίον: η διακοπούλα.
Read More ->>

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017

Ψυχοσάββατον

0 σχόλια

Ψυχοσάββατον (1907)
Αλέξανδρος Μωραιτίδης

Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του εξηγούσεν ο μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα μεγάλα μάτια και την χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν την χάση κανείς, με τίποτε πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την εξαγοράση . . . Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν του Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν του πάντοτε:
— «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»
Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν έμαθε τον θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το ψυχοσάββατον, το πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η σκούνα, με την οποίαν εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις μίαν έρημον ακτήν, παρά την είσοδον του Ελλησπόντου, από παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη Μασσαλίαν, προωρισμένα διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε να παραδώσουν εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.
Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω εις την πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη μελαγχολία, όταν είδε πώς εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να δώση εργασίαν εις το πλήρωμα. Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου, όστις ήτο αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο, ο καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον νεαρόν ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του» πάντοτε. Αλλ' όταν, εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ του, είδε τους ναύτας να ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του, όστις ακκουμβισμένος επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν αγρίως λευκά κύματα του Αιγαίου:
Read More ->>

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Ένας Ξένος

0 σχόλια

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ
Π. Β. Πάσχου

Κανείς δεν ήξερε ποϋθε κρατούσε πράγματι ή σκούφια του. Όποιον νά ρώταγες μές στό χωριό, θά σήκωνε πρώτα τούς ώμους του, κ’ ύστερα θά έκανε τή συνηθισμένη γκριμάτσα, σά νά ’λεγε: «ποιός σάματις ξέρει, νά ξέρω κ’ έγώ;» Κι αν κανείς έπαιρνε τό θάρρος νά ρωτήσει τόν ϊδιο, από πού ήρθε καί πού άφησε τούς δικούς του, έκεινος απαντούσε, σχεδόν στερεότυπα: «Άπό τη γή έφυγα καί στη γή θά επιστρέφω  φτάνει, αφεντικό;» Κ’ έκοβε μονομιάς την κουβέντα.

Έφτασ’ ένα φθινοπωρινό βράδυ, πού είχε κιόλας άρχισει νά πέφτει πάχνη. Χτύπησε μιά πόρτα καί ζήτησ’ ένα πιάτο φάι. 'Ύστερα ρώτησε αν έχουν ανάγκη άπό έναν εργάτη ή ένα δούλο. Τού άπάντησαν, πώς δέν είχαν. Τό ’βλεπε κι αύτός, πώς είχαν άρκετά παιδιά γιά νά δουλέψουν τά χωράφια τους. Μετά τούς παρακάλεσε νά τόν άφήσουν νά κοιμηθεί στόν αχυρώνα ή στό αχούρι. Τόν άφησαν νά κοιμηθεί άνάμεσα φούρνο καί μαγειριό, στό χαγιάτι, πού δέν τό ’πιάνε άγέρας, κι όσο νά ’ναι, κρατούσε λίγη ζέστη καί τη νύχτα. Τό πρωί, πρίν ακόμη ξυπνήσουν οι νυκοκυραίοι, ό ξένος σηκώθηκε καί ταχτοποίησε τό γιατάκι του. Συμμάζεψε στην άκρη τίς φτωχοπραμάτειες του κ’ έκατσε σταυροπόδι μπρός στό φούρνο. ’Έτσι τόν βρήκε ό Μπαρμπαθόδωρος, πού βγήκε πρώτος άπ’ τό σπίτι, γιά νά ρίξει μιά ματιά στά ζωντανά στό σταύλο.

Καλημέρα, ξένε μου, πώς καλοκοιμήθηκες; Μπάς καί κρύωσες εδώ έξω;

Read More ->>

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Ο ζητιάνος - Tο συναπάντημα

0 σχόλια

Ο ζητιάνος
Κεφάλαιο Α' - Tο συναπάντημα
Ανδρέας Καρκαβίτσας

Tο Νυχτερέμι δεν είνε και από τα μεγάλα χωριά της Θεσσαλίας. Pιχμένο εκεί, κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου –του κάμπου που απλώνεται τριγωνικός από τις δασωμένες ρίζες του Kισσάβου έως τα χαμοβούνια του Oλύμπου–, μοιάζει με το γειτονικό του Λασποχώρι, δίδυμα νεροστοιχειά, σωστοί Γήταυροι, παραχορτασμένοι με την παχειά χλωροσά και αποκαρωμένοι από τις μιασματικές αναθυμιάσεις των βάλτων. Mε τα χαμόσπιτά του, όπου συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι· με τα βεργοπλεγμένα κιουτσέκια, όπου αποθηκεύεται χειμωνοκαλόκαιρα το αραποσίτι· με το κονάκι του μπέη ψηλό και αγέρωχο στη μέση και την μικρή και περιφρονημένην εκκλησούλα σε μιαν άκρη, έχει την φτωχικήν εκείνη και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ’ ανάξια υπάρξεως.
Ήταν Kυριακή. Όλοι σχεδόν οι άντρες του χωριού, από τα σύθαμπα που ετελείωσεν η λειτουργία, ήσαν συναγμένοι έξω από το σπιτομάγαζο του Mαγουλά κι έπιασαν ζωηρή ομιλία. Tα γιαπιά –οι χωμάτινες κρεβατωσές, όπου συνήθως περνά τη ζωή του κάθε χωριάτης Θεσσαλός– εψήλωναν ζερβόδεξα στην χαμηλή πόρτα, φρεσκαλειμμένα κι εχρησίμευαν για κάθισμα και για στρώμα τους. Eκεί ξαπλωμένος ο Παπαρρίζος, μικρό και αδύνατο γεροντάκι με σαγακιένιες σκάλτσες, ατλαζωτή πουκαμίσα κατεβατή έως το γόνα, μαυρομάλλινο καπότο και σκούφια ξεθωριασμένη στο κεφάλι, εκρατούσεν ένα κομμάτι χαρτί κι εδιάβαζε συλλαβιστά και δυνατά καθεμία λέξη του, συντροφεύοντάς την και με κίνημα εξηγηματικό του χεριού του.

Read More ->>

Ο ζητιάνος - Mυστήρια της ζητιανιάς

0 σχόλια

Ο ζητιάνος
Κεφάλαιο Β' - Mυστήρια της ζητιανιάς
Ανδρέας Καρκαβίτσας

Aν εκίνησε τους χωριάτες σε κανένα αίσθημα το λυπηρόν εκείνο ποδοκύλισμα του τελωνοφύλακα και του ζητιάνου δεν ήταν ούτε η συμπάθεια, ούτε η λύπη, ούτε η αγανάχτησις για τον αδικημένον. Aπό τέτοια δεν αισθάνονται οι Kαραγκούνηδες. Ένα μόνον τους εκυρίεψεν, η απορία. Δεν ημπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο ζητιάνος εκυλιόταν κατά γης τόσην ώρα, χωρίς ούτε λόγο να ειπή, ούτε αντίσταση να κάμη, ούτε σημάδια θυμού να δείξη το πρόσωπό του. Tι διάβολο· έχει και η υπομονή τα όριά της!

Aλλ’ οι χωριάτες δεν ήξευραν καλά τι θα ειπή ζητιάνος. Ήταν αληθινά διπλός από τον τελωνοφύλακα ο Tζιριτόκωστας. Kάτω από τα βρωμερά κουρέλια του εκρύβονταν βραχίονες σιδερένιοι και χαλυβένιοι μύες και πλάτες καλοδεμένες και τράχηλος βωδιού και ταύρου δύναμις. Στην πατρίδα του που τον εγνώριζαν καλά, όλοι τον έτρεμαν. Tα κατορθώματά του ομολογούντ’ εκεί, όπως τα κατορθώματα των δρακόντων στα παραμύθια. Mια φορά, σε δημαρχικές εκλογές, για να βοηθήση τον φίλο του υποψήφιο, μόνος επήγε κι εμπόδισε τους κατοίκους του Άγιου Bλάση, που ήσαν αντίθετοι, να πάνε στην ψηφοφορία. Και το βράδυ στη διαλογή, όταν εκατάλαβε πως θα έχανεν ο φίλος του, μόνος πάλιν επήδησε με το ρεβόλβερ στο χέρι μέσα στην εκκλησία, έδιωξε τη φρουρά και αναποδογύρισε τις κάλπες συγκάσελα.
Read More ->>

Ο ζητιάνος - Tα βότανα

0 σχόλια

Ο ζητιάνος
Κεφάλαιο Γ' - Tα βότανα
Ανδρέας Καρκαβίτσας

Tο φως της ημέρας ήρθεν αργά, λογχίζοντας τ’ ακάρφωτα ξυλοκεράμιδα της σκεπής και τις ορθάνοιχτες αστρέχες και τη σαρακοφαγωμένη χαμηλόπορτα, να χυθή πάναγνο στο βρωμερό κατάλυμα των ζητιάνων. O Tζιριτόκωστας έπειτ’ από το άφθονο φαγοπότι, έπεσε ξαπλωταριά γιγάντια επάνω στο μαλακόν αχυρόστρωμα και αμέσως αποκοιμήθηκε. Tο σκοτάδι πυκνότατο και υγρό με τη βαρειά οσμή του σάπιου άχυρου και του κατούρου την άχνα, που πολυκαιρινή εκαθόταν εκεί, ερρίχθηκαν κι εσκέπασαν όλον τον στενόμακρον αχυρώνα έως τους νοτισμένους τοίχους και την αραχνιασμένη σκεπή με τύφλα και μυστήριον.

Aλλά το φως χύνεται τώρα κάτασπρο στα μαυρειδερά κουρέλια της φορεσιάς και τα μελαχροινά κρέατα, έως το πρόσωπον επάνω και με το κεφάλι του ζητιάνου, σαν να θέλη περίεργο να ιδή, αν άφησε με τον ύπνο την ψευτιά ή την κρατεί πολυάκριβη επάνω του, όπως και τη φορεσιά του. Aλλά κοιμάται ήσυχος ο Tζιριτόκωστας με τα σκέλια χαυδωτά, τα χέρια ανοιγμένα ζερβόδεξα, λες και πάσχει ν’ αγκαλιάση το άπειρο για να το ρίξη στο σακκούλι του· το πρόσωπο γυρισμένο απίστομα, το σώμα σύψυχα παραδομένο στου ύπνου την χαλυβένια δύναμη. Tο δασοτριχωμένο στήθος του γλυκανεβαίνει κανονικά με τους παλμούς της καρδιάς ήσυχους, αχολοτάραχτους, όπως κάθε ακριβοδίκαιου ανθρώπου. Tο μέτωπό του λάμπει καθαρό και ασυγνέφιαστο. Tο ηλιοψημένο πρόσωπό του, αργυροκυκλωμένο από τα ψαρά μαλλόγενα, με τα φρύδια χοντρά, καμαρωμένα, τα ματόφυλλα κλειστά, τα μουστάκια ήμερα, καλοστριμμένα, τα χείλη μισανοιγμένα στο χαμόγελο, χύνει συμπάθεια και αγιοσύνην αχτινοστεφάνωτη. Kαι το σύνολόν του, από τα πόδια έως την κορφή, δείχνει πολύπαθον εξωμάχο, που με τον ίδρωτα και την τιμή κερδίζει το ψωμί του, αναπαυμένον από βαρύν τον κάματο.
Read More ->>

Ο ζητιάνος - O βρυκόλακας

0 σχόλια

Ο ζητιάνος
Κεφάλαιο Δ' - O βρυκόλακας
Ανδρέας Καρκαβίτσας

O Πέτρος Bαλαχάς ήταν αφανισμένος από την αγρύπνια και την κούραση. O τελώνης του Tσάγιεζι μ’ έν’ αυστηρό έγγραφο τον ειδοποίησεν από προχθές, πως λαθρεμπόριο έμελλε να ξεφορτωθή κατά τις εκβολές του ποταμού κι έπρεπε να κάμη τα μάτια του τέσσερα. Θα του έστελνε και άλλους φυλάκους για συνδρομή· αλλά τους είχεν απασχολημένους αλλού. Πού να προφθάσουν οχτώ-δέκα άντρες να φυλάξουν τόσον απέραντη ακρογιαλιά! Hμπορούσεν όμως, αν ήθελε, να συνεννοηθή απ’ ευθείας με τον σταθμάρχη των Tεμπών για μεγαλείτερη ελπίδα επιτυχίας.

Aλλ’ ο Bαλαχάς τη συνδρομή του σταθμάρχη και των στρατιωτών του την έκρινε καθόλου περιττή. Eμπόδια παρά ευκολίες θα του έφερναν οι χοντροί εκείνοι και βάναυσοι οπλοφόροι. Mόνος του ήταν ικανός ν’ αναλάβη την επικίνδυνη υπερεσία και ορκιζόταν να μην αφήση ούτε μύγα να περάση ατελώνιστη. Mε τον γκρα στον ώμο και τα σπαθόλουρα ζωσμένα στη μέση· με το τελωνειακό πηλήκιο κατεβασμένο στ’ αχτένιστα μαλλιά· με τον μανδύα περιτυλιγμένος σαν αραποσιτόκωνος στα φύλλα του· με το κοντοβράκι έως το γόνα και τις αγραφιώτικες σκάλτσες και τα τσαρούχια του, εγύριζεν ανοιχτομμάτης και κρυφακουστής ο τελωνοφύλακας μέσα στους άμμους και τα βούρλα της ακρογιαλιάς, σαν φάντασμα.
Read More ->>

Ο ζητιάνος -Δικαιοσύνη

0 σχόλια

Ο ζητιάνος
Κεφάλαιο Ε'
Δικαιοσύνη
Ανδρέας Καρκαβίτσας

Tο κεφάλι μου!... το κεφάλι μου!... Το κεφάλι μου!... H Kρουστάλλω, του Mαγουλά η γυναίκα, μέσα στ’ ολοσκότεινο σπίτι της, δίπλα στη γωνιά, εμπρός στη φωτιά της, βογγά και στενάζει ακατάπαυστα. Aσημώ, η μικρότερη θυγατέρα της, κατάχαμα καθισμένη, με τα σγουρά μαλλάκια της αχτένιστα στους ώμους, με τ’ αλατζένια φορέματα ξεσκλισμένα, με τα ολόγυμνα ποδάρια της, παίζει τα πεντόβολα και χαμογελά. Στο παιδιάτικο πρόσωπό της, τα μάτια της τ’ αμυγδαλωτά και το πλατύ μέτωπο, στο στοματάκι της χύνεται κατάλαμπρη η χαρά και η αγαλλίασις. Mε τη ζηλευτή απερισκεψία της ηλικίας της ακολουθεί τους βόλους, που στρώνονται κατά γης παταγώντας, τους μαζώνει πάλι στη μικρή χούφτα της, τους τινάζει ψηλά και πάλιν ακολουθεί το πέσιμό τους μακαριώτατα. Σπειρωτό χρυσάφι αν της παρουσίαζαν εκείνη την ώρα, βασίλειο αν της χάριζαν, δεν θα εγύριζε να το ιδή, εμπρός στο παιγνίδι της. Tης μάννας της οι βόγγοι και τα πονετικά στριφογυρίσματα καθόλου δεν κεντούν την προσοχή της. Tα δάκρυα, που αυλακώνουν τσουχτερά τα χλωμά μηλομάγουλά της, τα λόγια και οι κατάρες, που βγαίνουν αφριστές από το στόμα της, καμμιά δεν της φέρνουν θλίψη και συγκίνηση. Oι φοβερισμοί, που λέγει κάποτε για να μετριάση την τρέλλα, και τα θορυβώδη ξεφωνήματα, δεν της κάνουν παρά στιγμιαία κατάπληξη κι έπειτα νέα ξαφνική χαρά και θορυβωδέστερα ξεφωνήματα. Kαι η Kρουστάλλω, αποκαμωμένη από τους πόνους και τις φωνές, απελπισμένη, γιατί δεν έχει τη δύναμη να επιβληθή στο μικρό εκείνο πλάσμα, ζηλότυπη στην τόση χαρά, που δεν ημπορεί κι εκείνη να αισθανθή περιορίζεται αθέλητα στα στριφογυρίσματα και τις μεμψιμοιρίες της. – Ωχ, το κεφάλι μου!... Το κεφάλι μου!... Το κεφάλι μου!...
Read More ->>

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη

0 σχόλια

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη
κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες
Παύλος Νιρβάνας

Ο Παπα-Παρθένης, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, ήξερε περισσότερα πράματα για τη βασιλεία του κόσμου τούτου, παρά για τη βασιλεία των Ουρανών. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελε και να πολυξετάζη τα μυστήρια του Θεού. «Τα κρίματα του Κυρίου άβυσσος», έλεγε συχνά, όταν τον ενοχλούσαν οι πιστοί. Έπειτα ήτανε και άνθρωπος ψυχοπονιάρης, ήξερε πως οι νόμοι της Χριστιανοσύνης ήτανε σκληροί και όταν διάβαζε το «Πηδάλιο», τον πονούσε η ψυχή του. «Βαρειά η καλογερική, έλεγε κάποτε στους δικούς του, μα κι' ο λαϊκός, βρε παιδιά, σα θέλη να ζήση με το Νόμο του Θεού, πρέπει να τυραννισθή σ' αυτόν τον κόσμο». Ποιος είν' αυτός που ζη σήμερα με το Νόμο του Θεού; Κανένας. Όλοι μας, για «το πυρ το εξώτερον» είμαστε παπάδες και λαϊκοί, όλοι πέρα-πέρα. Έτσι του είχε περάσει η ιδέα πως η σωτηρία του ανθρώπου ήτανε αδύνατη. Μα γι' αυτό ίσα-ίσα δεν του βαστούσε η καρδιά του να κακοκαρδίζη τους Χριστιανούς. Όταν έβλεπε τις γρηούλες και τους γέρους στην εκκλησιά, από τον όρθρο, να σέρνουν ταδύνατα κορμιά τους, να σπάζουν τα γέρικα γόνατά τους στις μετάνοιες, να λυώνουν στα πόδια για την αγάπη του Θεού και συλλογιζότανε, πως μ' όλες τις κακοπάθειες, μ' όλες τις νηστείες, μ' όλα τα βάσανα, πάλι δε φύλαγαν τον νόμο του Θεού, όπως θέλουν τα Βιβλία, πάλι δύσκολα θάβρισκαν έλεος στη φοβερή ημέρα της Κρίσεως ».

Read More ->>

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη - Νύν απολύοις

0 σχόλια

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη
κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες
Παύλος Νιρβάνας

Νύν απολύοις

Ο Στρατής το Στοιχειό — έτσι ακουγότανε τώρα σ' όλο το νησί, χρόνια και χρόνια — δεν αγαπούσε τον κόσμο και ζούσε πάντ' αλάργα απ' τους ανθρώπους. Από παιδί μούτσος στα Σκοπελίτικα καράβια και πιο ύστερα ναύτης και λοστρόμος και καπετάνιος, και τώρ' ακόμα πούχε παρατήσει τις θάλασσες, γέρος ογδοντάρης, κ' έπιασε τους γιαλούς, με τη μικρή του ψαρόβαρκα, τη «Μαχώ» — της μοναχοκόρης του τόνομα — , δεν άλλαζε όλα τα καλά του κόσμου με τη μοναξιά του. Έτσι του κόλλησε και το παρανόμι. Ο Στρατής το Στοιχειό με τόνομα. Ωστόσ' ο Στρατής δεν ήτανε και τόσο μονάχος, στη μοναξιά του. Είχε τους συντρόφους του. Κι' αν δεν τους έβλεπε ο κόσμος, τι τάχα; Ο Στρατής γελούσε από μέσα του. «Τα μάτια του κόσμου, σα δεν είνε στραβά, αλλοιθωρίζουν, έλεγε κάποτε με τον εαυτό του. Λίγα πράμματα βλέπομε με τα μάτια μας. Κι' όσα δε βλέπομε, είνε τα περισσότερα». Και σαν άκουγε το παρανόμι του έλεγε μέσα του περήφανος: «Στοιχειό και με τα στοιχειά ζω…»
Read More ->>

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη - Ιδού ο Νυμφίος έρχεται

0 σχόλια

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη
κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες
Παύλος Νιρβάνας
Ιδού ο Νυμφίος έρχεται

Είχε περάσει τα εξήντα η Ταρσίτσα και περίμενε ακόμα το γαμπρό. Τον περίμενε ώρα την ώρα, τα σουρουπώματα και το μεσημέρι και το δειλινό και τη νύχτ' ακόμα, στα βαθειά μεσάνυχτα. Μήπως δε λέη το τροπάρι: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός;» Ο ξάδερφός της ο παπάς, στην Αθήνα, της το είχε ξηγήσει κάποτε. Νυμφίος είνε ο γαμπρός. Ο νυμφίος της Εκκλησίας είνε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Το τροπάρι θέλει να πη πως κάθε ώρα και στιγμή πρέπει να τον περιμένωμε, γιατί εκεί που δεν τωλπίζομε, μέσα στα βαθειά μεσάνυχτα, μπορεί να φανερωθή. Έτσι ξηγούσε ο παπάς το τροπάρι. Οι παπάδες όμως όλα τα ξηγάνε παπαδίστικα. Η Ταρσίτσα — Θεέ μου, συχώρεσέ με! — τάπαιρνε ωστόσο αλλοιώτικα τα λόγια του τροπαριού. Δεν είνε μονάχα η Εκκλησία — έλεγε από μέσα της — που περιμένει τον «Νυμφίο» της. Κάθε τίμια γυναίκα πρέπει να τον περιμένη και να τον απαντέχη μέρα και νύχτα, για να γίνη το θέλημα του Θεού. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Τα λόγια ήτανε ωραία και τη μεθούσανε. Ανοίγανε μπροστά της ένα μακρινό δρόμο, και σταπόμακρα του δρόμου, σαν κάτασπρη φαντασία μέσα στο σκοτάδι, ερχότανε ψηλός και λυγιστός και λεβέντης ο Νυμφίος. Όλο ερχότανε και κοντοζύγωνε. Τα μάτια του ήτανε καρφωμένα απάνω στο ψηλό παραθυράκι, που τον περίμενε η Ταρσίτσα χρόνια και χρόνια. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται!..»
Read More ->>

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη - Τό άχτι τής γενιάς μου

0 σχόλια


Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη
κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες
Παύλος Νιρβάνας

Τό άχτι τής γενιάς μου

Πρωί-πρωί πήγα να τον δω στη φυλακή. Όταν ακούστηκε πως ο Γιάννης ο Αγάλλος, το αρνάκι του Θεού, που δεν είχε σκοτώσει ούτε μυρμήγκι στη ζωή του, έκανε φονικό — και τι φονικό! — όλος ο κόσμος έκανε το σταυρό του με τα δυο του χέρια. «Τι τα θέλεις; μου είπε, στο δρόμο που με συνέτυχε ο Παπα-Σωφρόνης, ανοίγοντας τα μικρά του ματάκια, και σουφρώνοντας το μεγάλο του στόμα. Μεγάλο λόγο δεν πρέπει να πη άνθρωπος. Τι του τρέχει ως τα στερνά του δεν το ξέρει». Μπήκα μέσα στη φυλακή, ένα σκοτεινό κατώγι της Αστυνομίας μ' ένα μικρό παραθυράκι κλεισμένο με σιδερένια κάγκελλα. Ο Γιάννης ο Αγάλλος καθότανε σ' ένα ξύλινο σκαμνί, σε μια γωνιά, και τραβούσε ήσυχα το τσιμπούκι του, σαν να μην είχε γίνει τίποτε. Το ροδοκόκκινο πρόσωπό του, με τα λίγα ψαρά γενάκια, ήτανε φρέσκο-φρέσκο και πρόσχαρο. Τα μεγάλα γαλανά του μάτια γεμάτα καλωσύνη σαν πάντα. Το ήσυχο χαμόγελο, που χάραζε πάντα γλυκά στο πρόσωπό του, δεν του απόλειπε ούτε τώρα. Το σκοτεινό και βρώμικο κατώγι, έπαιρνε έτσι μια ημεράδα παράξενη, που έμοιαζε με καμαρούλα σπιτιού, που δευλεύουνε μέσα του πρόσχαρες γυναικούλες και χοροπηδούνε τρελλά παιδάκια.
Read More ->>

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη - Στόν αφρό τής θάλασσας

0 σχόλια

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη 
κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες
Παύλος Νιρβάνας
Στόν αφρό τής θάλασσας

Αμίλητη και λευκή σα φάντασμα, με το κεφάλι σκυμμένο, τον συντρόφεψε η Ουρανίτσα ως την αυλόπορτα, φέγγοντας του με το λυχνάρι, ανάμεσα στανθισμένα δένδρα. Βαστούσε το λυχνάρι ψηλά, σαν να ήθελε να κρύψη το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι.
— Αφίνομε υγεία! είπε ο Γιαννιός. Να μη στενοχωριέσαι. Απ' το πρώτο λιμάνι θα σας κάνω γράμμα. Και πάλε εδώ είμαστε…
Έσκυψε και τη φίλησε κρυφά στο σκοτάδι, ντροπαλός σα κορίτσι.
— Καληνύχτα! είπε η Ουρανίτσα ξερά-ξερά.
Ήθελε να του πη κατευόδιο, καλή αντάμωσι, χίλια λόγια ήθελε να του πη.
— Καληνύχτα! ξαναείπε.

Read More ->>

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη Τα σκυλιά

0 σχόλια

Το συναξάρι του Παπά-Παρθένη κι' άλλες νησιώτικες ιστορίες
Παύλος Νιρβάνας
Τά σκυλιά

— Να τονε. Με τα σκυλιά πάλε θα τα βάλη! Να το δης:
Είπε ο Καπετάν Γιάννης ο Μελαχροινός, δείχνοντας με το δάχτυλο κατά το μώλο και ρουφώντας τον ναργιλέ του. Ο Μιχαληός ο Μακαράς κούνησε το κεφάλι του.
— Τρομάρα να τούρθη! Είνε και κουνιάδος μου. Δεν τον έπαιρνε καλύτερα ο Θεός να ησυχάση! είπε σιγαλά μέσα στα δόντια του.
Κάτω στο μώλο, μέσα στο σούρουπο — είχε πάρει πια να βραδυάση — φάνηκε ο Αγγελής, με το μακρύ του καπότο, τον κούκο κατεβασμένον ως τα μάτια, δρασκελίζοντας παράξενα το ίσωμα, σαν να πηδούσε λιθάρια.
— Άκου νακούσης τώρα, είπε πάλι ο Γιάννης ο Μελαχροινός. Όπου νάνε θαρχίση η παράσταση. Δεν απολείπει καθεμέρα.
Read More ->>

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Μωραιτίδης

0 σχόλια


Αλέξανδρος Μωραιτίδης
Βιογραφικό 

Στο σημείωμά μας τούτο θα ασχοληθούμε με τον σχεδόν άγνωστο σε μας λογοτέχνη, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, τον ταπεινό συνοδοιπόρο του άλλου Αλέξανδρου, του Παπαδιαμάντη. Σίγουρα δεν υπήρξε δημιουργός πρώτου μεγέθους, είναι όμως απ' αυτούς τους πνευματικούς προγόνους μας που τίμησαν την εποχή τους αλλά δεν κατάφεραν να την ξεπεράσουν. Υπήρξε αδικημένος κι απ' την κριτική κι απ' το αναγνωστικό κοινό. Δεν διαβάστηκε και γύρω του αναπτύχτηκαν καταστάσεις «κριτικής αδικίας» συνυφασμένες με πνευματικούς μύθους και θρύλους και μ' αβασάνιστες αξιολογήσεις που έτυχε να επιβληθούν στις συνειδήσεις, όχι μόνο του κοινού αλλά και πολλών υπεύθυνων ανθρώπων των γραμμάτων. Και ξέρουμε πόσο δύσκολη επιχείρηση είναι η ανατροπή ή και η ανακατασκευή των μύθων αυτών. Αξίζει ευλαβικά να τον προσεγγίσουμε και να παλέψουμε με τη λησμονιά που τον σκέπασε κι αποξεχάστηκε. Η ζωή του Γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 15 Οκτωβρίου 1850, πρωτότοκος ανάμεσα σε εφτά αδέρφια. Ο πατέρας του, ξάδερφος της μητέρας του Αλ. Παπαδιαμάντη, κατάγονταν από αρχοντική οικογένεια του Μυστρά και η μητέρα του από ιερατική οικογένεια της Σκιάθου. 

Read More ->>

Χριστούγεννα 1898

2 σχόλια

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (1898)


Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι; ημέρα πλέον;
Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν' ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες — ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος. Οι πολυέλαιοι κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς — Χριστός Γεννάται! — Οι ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο αχώρητος παντί — ήχοι καθ' εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. — Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!

Read More ->>
 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |