Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Ή ζωή του, Ή δράση του, Οι συγγραφές του
+ Στυλ.Παπαδόπουλου
Τόμος Α΄
Νέος τόπος έξορίας ή Πιτυούντα στον Καύκασο
Ένώ αύτά ύπέφερε κι έτσι ένεργούσε στήν άρμενική χώρα ό Χρυσόστομος, παντού oi έχθροί του καί ιδιαίτερα στήν Κωνσταντινούπολη άνησυχοΰσαν. Ή τιμή καί ό σεβασμός, πού μέ κάθε ευκαιρία τοΰ έδειχναν κληρικοί καί λαίκοί σέ Ανατολή καί Δύση, ιδιαίτερα από την γειτονική Αντιόχεια, ηΰξανε τήν φήμη του καί κρατούσε άνοιχτό τό θέμα άναθεωρήσεως των άποφάσεων της συνόδου στήν Δρύ. Πολλοί φίλοι τού Χρυσοστόμου άρνούνταν νά κοινωνήσουν μέ τούς διαδόχους του Άρσάκιο καί Αττικό, παρά τήν παλαιά έντολή πού τούς είχε άφήσει, άναχωρώντας γιά τήν έξορία, καί παρά τούς άπηνεΐς διωγμούς πού ύφίσταντο γιά τήν στάση τους αύτή. Γιά τό θέμα τούτο έκδόθηκε, ήδη στις 18 Νοεμβρίου τού 404, διάταγμα τού Άρκαδίου, πού έπέβαλε τήν κοινωνία όλων μέ τόν διάδοχο τοΰ Χρυσοστόμου στήν Κωνσταντινούπολη, τόν Θεόφιλο καί τόν Πορφύριο (Αντιόχειας).
Στήν Δύση, έπίσης, ό Ίννοκέντιος έπέμενε γιά οικουμενική σύνοδο, ή όποία θά έπανεξέταζε τό θέμα, άλλά τήν οποία φοβόνταν οί άντιχρυσοστομικοί καί ό Άρκάδιος. Έτσι, μολονότι τώρα δέν υπήρχε ή Εύδοξία νά πιέζει τόν Άρκάδιο αύτή πέθανε στίς 6 ’Οκτωβρίου τού 404 έκείνος δέχθηκε εισηγήσεις έχθρών τοΰ Χρυσοστόμου καί υπέγραψε διάταγμα γιά μεταφορά του σέ περισσότερο άπρόσιτη καί άγρια περιοχή. Πρόκειται γιά τήν Πιτυούντα, χώρα των βαρβάρων Τζάνων, στούς πρόπο- δες τού Καύκασου, στ’ άνατολικά παράλια τού Εύξεινου Πόντου
(Σωζομενού, Έκκλησ. ιστορία, Η' 28,6). Έκεΐ δέν θά τόν εΰρισκαν οί φίλοι καί oi θαυμαστές του. Προπαντός ή έλπίδα των έχθρών ήτανε μεγάλη νά πεθάνει ό καχεκτικός Χρυσόστομος ή άπό τίς κακουχίες τού νέου ταξιδιού χιλίων πεντακοσίων χιλιομέτρων περίπου, ή άπό τίς πρωτόγονες συνθήκες τής διαμονής.Ή διαταγή έφθασε στήν Κουκουσό τό καλοκαίρι τοΰ 407 καί ή θλιβερή συνοδεία ξεκίνησε στίς 25 Αύγούστου. Ό άγιος καί δύο φρουροί στρατιώτες. Ό ένας φρουρός μάλιστα φερόταν μέ περισσή σκληρότητα, άφοΰ, άν ό κρατούμενος πέθαινε στόν δρόμο, θά είχε μεγαλύτερη άμοιβή
(Παλλαδίου, Διάλογος, ΙΑ': PG47,38).