ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 23 Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

23 Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ



ΓΡΑΦΗ

Εισαγωγή

Το βιβλίο “Γ' Μακκαβαίων”, αν και φέρει τον ίδιο με τα δύο προηγούμενα τίτλο, αναφέρεται οε εντελώς διαφορετικά με εκείνα γεγονότα τα οποία διαδραματίζονται στην Αίγυπτο και οε παλιότερη από τη μακκαβαϊκή επανάσταση εποχή. Πιθανότατα ο τίτλος του οφείλεται στον παραλληλισμό των διωγμών που αντιμετώπιζαν οι Ιουδαίοι της Αίγυπτου προς εκείνους των συμπατριωτών τους της Παλαιστίνης.
Το Γ'Μακκαβαίων γράφτηκε πρωτοτύπως στα ελληνικά, οπότε δεν συμπεριλαμβάνεται στην Εβραϊκή Βίβλο. Στην ελληνική μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο') κατατάσσεται στα “Ιστορικά Βιβλία” της Παλαιάς Διαθήκης.
Θέμα του βιβλίου αποτελεί ένα επεισόδιο της εποχής του Πτολεμαίου Δ' του Φιλοπάτορα (221-205 π.Χ.), ο οποίος συγκέντρωσε τους Ιουδαίους της Αλεξάνδρειας στον ιππόδρομο για να καταπατηθούν από ελέφαντες. Με την παρέμβαση δύο αγγέλων ύστερα από προσευχή του ιερέα Ελεάζαρ, οι ελέφαντες καταπάτησαν τους διώκτες των Ιουδαίων, οι οποίοι, μετά τη σωτηρία τους ανέκτησαν τα δικαιώματά τους και θέσπισαν αναμνηστική γιορτή.
Πρόκειται για εποικοδομητικό έργο που τονίζει τη σημασία της προσευχής και την παρέμβαση του Θεού υπέρ του πιστού λαού του. Στόχος του είναι η ενθάρρυνση και η παρηγοριά των Ιουδαίων της Αιγύπτου και η αιτιολόγηση της, αντίστοιχης προς τη γιορτή Πουρίμ της Ανατολής (βλ. εισαγωγή στο βιβλίο της Εσθήρ), τοπικής γιορτής της ιουδαϊκής παροικίας της Αιγύπτου.

Διάγραμμα του περιεχομένου
1.Ο Πτολεμαίος επιχειρεί να βεβηλώσει το ναό:                    1,1-2,24
2.  Οι διωγμοί των Ιουδαίων της Αιγύπτου:                        2,25-4,21
3.  Η θαυμαστή σωτηρία των Ιουδαίων:                             5,1-7,23

Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 1
Πόλεμος μεταξύ Πτολεμαίου Δ΄ του Φιλοπάτορος και Αντιόχου Δ΄
1Ο Πτολεμαίος Δ΄ ο Φιλοπάτωρ έμαθε απ’ αυτούς που επέστρεφαν από την Παλαιστίνη ότι ο Αντίοχος του πήρε τις χώρες που αυτός είχε κυριεύσει. Τότε διέταξε να κινηθεί το πεζικό και το ιππικό, πήρε μαζί του την αδερφή του την Αρσινόη και εξόρμησε προς τις περιοχές της Ραφίας,α όπου είχε στρατοπεδεύσει ο στρατός του Αντιόχου. 2Κάποιος Θεόδοτος, όμως, εφήρμοσε ένα κακό σχέδιο: Πήρε τους γενναιότερους στρατιώτες του Πτολεμαίου, που ήταν προηγουμένως στην εξουσία του, και ήρθε νύχτα στη σκηνή του για να τον σκοτώσει ο ίδιος, ώστε να σταματήσει τον πόλεμο. 3Αλλά ο Δοσίθεος, γιος του Δριμύλου, Ιουδαίος το γένος, που είχε αλλαξοπιστήσει εγκαταλείποντας την πατρογονική του θρησκεία, μετέφερε τον Πτολεμαίο σε άλλη σκηνή κι έβαλε κάποιον άλλο, ασήμαντο, να κοιμηθεί στη σκηνή του. Έτσι αντί για τον Πτολεμαίο σκότωσαν εκείνο τον ασήμαντο.
4Η μάχη ήταν σκληρή και η νίκη έκλινε περισσότερο προς τον Αντίοχο. Η Αρσινόη βάδιζε με τα μαλλιά λυμένα ανάμεσα στους στρατιώτες και τους παρακινούσε να υπερασπιστούν γενναία τους εαυτούς τους, τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους και τους υποσχόταν να δώσει στον καθένα, αν νικήσουν, δύο μνες χρυσού. 5Έτσι, κατά τη συμπλοκή οι εχθροί του Πτολεμαίου σκοτώθηκαν και πολλοί αιχμαλωτίστηκαν. 6Αφού ο Πτολεμαίος έγινε κύριος της καταστάσεως, αποφάσισε να επισκεφθεί τις γύρω πόλεις για να τους τονώσει το ηθικό. 7Μ’ αυτή του την πράξη και μοιράζοντας δώρα στους ναούς, έδωσε θάρρος στους υπηκόους του.
Απαίτηση του Φιλοπάτορα να μπει στο ναό
8Τότε οι Ιουδαίοι έστειλαν σ’ αυτόν άντρες από τη γερουσία και τους γεροντότερους για να τον χαιρετίσουν, να του φέρουν δώρα και να τον συγχαρούν για όσα είχαν γίνει. Εκείνος προθυμοποιήθηκε να τους επισκεφθεί το γρηγορότερο.
9Ήρθε στα Ιεροσόλυμα με σκοπό να θυσιάσει στον ύψιστο Θεό και να τον ευχαριστήσει και κατά κάποιον τρόπο να κάνει ό,τι όφειλε στον ιερό εκείνον τόπο. Όταν ήρθε και στο ναό, έμεινε κατάπληκτος από την ωραιότητά του κι από τη φροντίδα που καταβαλλόταν εκεί. 10Θαύμασε την τάξη του ναού και θέλησε να μπει κιόλας στο ενδότερο τμήμα του.
11Οι Ιουδαίοι τού εξήγησαν ότι αυτό δεν έπρεπε να γίνει, γιατί ούτε στους λαϊκούς Ιουδαίους επιτρεπόταν να μπουν στο ναόβ ούτε καν στους ιερείς, παρά μόνο στον επικεφαλής τους, τον αρχιερέα, και σ’ αυτόν μία φορά το χρόνο. Ο Πτολεμαίος όμως με κανέναν τρόπο δεν τους άκουγε. 12Μολονότι μάλιστα διαβάστηκε μπροστά του ο νόμος, ούτε τότε παραιτήθηκε από την αξίωσή του να μπει στο ναό, και τους είπε: «Κι αν όλοι αυτοί στερήθηκαν τούτη την τιμή, εγώ δεν πρέπει να τη στερηθώ». 13Τότε ρώτησε να μάθει για ποιο λόγο, όταν έμπαινε σ’ όλους τους άλλους ναούς, κανείς από τους παρευρισκομένους δεν τον εμπόδιζε. 14Και κάποιος απερίσκεπτα και για να κάνει επίδειξη, απάντησε: «Και αυτό κακώς γινόταν». 15Μετά απ’ αυτό, είπε για κάποιο λόγο ο βασιλιάς: «Εγώ θα μπω, είτε το θέλουν αυτοί είτε όχι».
16Οι ιερείς με τις στολές τους είχαν γονατίσει και παρακαλούσαν τον ύψιστο Θεό να τους βοηθήσει στην κατάσταση που βρίσκονταν, και ν’ αποτρέψει το βασιλιά, ο οποίος επιχειρούσε την ασεβή αυτή πράξη· κι ο ναός αντηχούσε από τους θρήνους τους. 17Τότε όσοι είχαν απομείνει στην πόλη ταράχτηκαν κι έτρεξαν προς τα ’κει, γιατί κατάλαβαν ότι κάτι παράξενο συνέβαινε. 18Οι κοπέλες που ήταν κλεισμένες στα δωμάτιά τους μαζί με τις μανάδες τους, έτρεχαν έξω κι έβαζαν χώμα στα μαλλιά τουςγ και οι πλατείες της πόλης βούιζαν από τους θρήνους και τους στεναγμούς τους. 19Οι ντροπαλές νεόνυμφες άφηναν κι αυτές τους νυφικούς θαλάμους όπου έμεναν και χωρίς καμιά συστολή έτρεχαν από κάθε κατεύθυνση μέσα στην πόλη. 20Οι μανάδες και οι τροφοί άφηναν εδώ κι εκεί τα βρέφη τους, άλλες στα σπίτια κι άλλες στους δρόμους, και συγκεντρώνονταν κατευθείαν στον περίλαμπρο ναό. 21Οι συγκεντρωμένοι στο ναό έκαναν κάθε είδους προσευχές ενάντια στις ασεβείς πράξεις που επιχειρούσε ο Φιλοπάτωρ.
22Οι τολμηρότεροι απ’ αυτούς πολίτες δεν ανέχονταν να πραγματοποιήσει την απόφασή του. 23Όρμησαν, λοιπόν, φωνάζοντας και κρατώντας τα όπλα τους, για να πεθάνουν με θάρρος για τον πατρογονικό νόμο τους. Προκάλεσαν μεγάλη ταραχή στο ναό και μόλις και μετά βίας συγκρατήθηκαν από τους γέρους κι από τα άλλα μέλη της γερουσίας και ξαναγύρισαν πάλι στη στάση της προσευχής. 24Στο μεταξύ το πλήθος συνέχιζε να προσεύχεται όπως και πρωτύτερα. 25Τα μέλη της γερουσίας που ήταν γύρω από το βασιλιά προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να ματαιώσουν την ασεβή απόφαση και το κακό σχέδιο που είχε συλλάβει να εκτελέσει. 26Ο Φιλοπάτωρ, όμως, αποθρασύνθηκε και αγνοώντας όλες τις παρακλήσεις πλησίαζε περισσότερο στο ναό, με την πεποίθηση πως θα πραγματοποιήσει αυτό που είχε εξαγγείλει. 27Ακόμα και η ακολουθία του, βλέποντας όλα αυτά, έτρεξαν να παρακαλέσουν μαζί με τους Ιουδαίους τον παντοδύναμο Θεό να βοηθήσει στην παρούσα κατάσταση και να μην παραβλέψει την ασεβή αυτή πράξη. 28Ωστόσο, από τις συνεχείς ομαδικές και πονεμένες κραυγές του πλήθους δημιουργείτο απερίγραπτη βουή, 29και νόμιζε κανείς πως όχι μόνον οι άνθρωποι αλλά και τα τείχη και όλη η γη φώναζαν. Όλοι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να βεβηλωθεί ο ναός.
Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 2
Η προσευχή του αρχιερέα Σίμωνα
1Τότε ο αρχιερέας Σίμων γονάτισε μπροστά στο ναό, ύψωσε ήρεμα τα χέρια του και είπε αυτή την προσευχή:
2«Κύριε, Κύριε, βασιλιά του ουρανού και κυρίαρχε όλης της κτίσεως, πανάγιε, μόνε κυρίαρχε, παντοδύναμε, πρόσεξέ μας που βασανιζόμαστε από έναν ασεβή και βέβηλο άνθρωπο, ο οποίος περηφανεύτηκε με αυθάδεια για τη δύναμή του.
3»Εσύ δημιούργησες και κυβερνάς τα πάντα, είσαι δίκαιος και τιμωρείς αυτούς που ενεργούν με ασέβεια και υπερηφάνεια. 4Εσύ κατέστρεψες με κατακλυσμό αυτούς που διέπρατταν αδικίες στα παλιά τα χρόνια, ανάμεσα στους οποίους ήταν οι γίγαντες, που συμπεριφέρονταν με αυθάδεια, στηριγμένοι στη δύναμή τους. 5Εσύ κατέκαψες με φωτιά και θειάφι τους κατοίκους των Σοδόμων και τους έκανες παράδειγμα για τους μεταγενέστερους, γιατί συμπεριφέρονταν με ασέβεια και είχαν γίνει διαβόητοι για τη διαφθορά τους. 6Εσύ τιμώρησες με πολλούς και διάφορους τρόπους τον υπερήφανο Φαραώ, που είχε υποδουλώσει τον άγιο λαό σου τον Ισραήλ, και με όλες αυτές τις τιμωρίες τού έδειξες τη μεγάλη δύναμή σου. 7Αυτόν που καταδίωξε το λαό σου με πολεμικές άμαξες και πολυάριθμο στρατό, τον βούλιαξες στα βάθη της θάλασσας· εκείνους όμως που είχαν εμπιστοσύνη σ’ εσένα, τον κυρίαρχο όλης της κτίσεως, τους πέρασες με ασφάλεια απ’ αυτήν. 8Ο λαός σου είδε τα έργα σου και δοξολόγησαν εσένα τον παντοδύναμο.
9»Εσύ, βασιλιά μας, όταν δημιούργησες την απέραντη και απροσμέτρητη γη, εξέλεξες την πόλη αυτή και ξεχώρισες τούτον εδώ τον τόπο για να λατρεύεται το όνομά σου, εσύ που δεν έχεις ανάγκη από τίποτε. Αυτόν τον ναό, όταν τον ολοκλήρωσες, τον τίμησες με τη μεγαλόπρεπη παρουσία σου, για να δοξάζεται το μεγάλο και τιμημένο όνομά σου. 10Επειδή, λοιπόν, αγαπάς τον ισραηλιτικό λαό, υποσχέθηκες ότι αν τυχόν απομακρυνθούμε από σένα και μας βρουν στενοχώριες και έρθουμε στον τόπο αυτό και προσευχηθούμε, θα ακούσεις την προσευχή μας. 11Πράγματι, είσαι αξιόπιστος κι αληθινός. 12Πολλές φορές όταν καταπιέστηκαν οι πρόγονοί μας τους βοήθησες στις θλίψεις τους και τους γλίτωσες από μεγάλους κινδύνους. 13Και τώρα, άγιε βασιλιά, ταλαιπωρούμαστε από τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες μας· έχουμε υποταχθεί στους εχθρούς μας κι έχουμε παραλύσει από την αδυναμία.
14»Στην κατάπτωσή μας όμως αυτή, ετούτος ο βέβηλος και ασεβής βασιλιάς προσπαθεί να εξευτελίσει αυτόν τον άγιο τόπο, που είναι αφιερωμένος στο ένδοξο όνομά σου εδώ κάτω στη γη· 15γιατί η κατοικία σου, που είναι ο υπέρτατος ουρανός, είναι απλησίαστη στους ανθρώπους. 16Επειδή, όμως, ευδόκησες η ένδοξη παρουσία σου να κατοικεί μαζί με τον ισραηλιτικό λαό, γι’ αυτό έχεις αγιάσει τον τόπο αυτό. 17Μην τιμωρήσεις, λοιπόν, εμάς με την βέβηλη πράξη εκείνων και μην κατακρίνεις εμάς, που αυτοί μολύνουν το ναό, για να μην υπερηφανευθούν οι παράνομοι πάνω στο θυμό τους ούτε να χαρούν, λέγοντας με την αυθάδικη γλώσσα τους: 18“εμείς καταπατήσαμε τον άγιο ναό, όπως καταπατήσαμε και τους ειδωλολατρικούς ναούς”.
19»Σβήσε τις αμαρτίες μας και συγχώρησε τα σφάλματά μας και δείξε την αγάπη σου την ώρα αυτή. 20Ας έρθει να μας βρει γρήγορα το έλεός σου· κάνε να σε δοξολογήσουν οι ταπεινοί και οι συντριμμένοι στην ψυχή, και χάρισέ μας ειρήνη».
Η τιμωρία του Θεού
21Στο σημείο αυτό, ο παντογνώστης και προαιώνιος, ο πανάγιος Θεός, άκουσε την παράκληση των δικαίων και τιμώρησε το Φιλοπάτορα, ο οποίος με τόση ασέβεια και αυθάδεια περηφανεύτηκε. 22Τον ταρακούνησε πέρα δώθε σαν καλάμι που το κουνάει ο άνεμος και έπεσε κάτω στο έδαφος αναίσθητος. Παρέλυσαν τα μέλη του χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, χτυπημένος από τη δίκαιη τιμωρία. 23Μετά απ’ αυτό, όταν οι φίλοι και οι σωματοφύλακές του είδαν τη βαριά τιμωρία που τον χτύπησε, φοβήθηκαν μην πεθάνει· τον έσυραν λοιπόν γρήγορα έξω σαστισμένοι και γεμάτοι τρόμο. 24Όταν μετά από λίγο ο Φιλοπάτωρ συνήλθε, δεν μετανόησε, παρά την τιμωρία που υπέστη, αλλά αναχώρησε από την Ιερουσαλήμ εκστομίζοντας φοβερές απειλές.
Η αντίδραση του Φιλοπάτορα
25Φτάνοντας στην Αίγυπτο, ο Φιλοπάτωρ, συνέχισε την κακία του παρασυρμένος από τους συμπότες και τους φίλους του, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, και που δεν είχαν ιδέα από δικαιοσύνη. 26Δεν αρκέστηκε στις αναρίθμητες ακολασίες του, αλλά έφτασε και σε τέτοιο βαθμό αυθάδειας, ώστε παντού διέδιδε συκοφαντίες εναντίον των Ιουδαίων και πολλοί από τους φίλους του παρασύρονταν από τις διαθέσεις του.
27Αποφάσισε λοιπόν και δημόσια να κατηγορήσει το έθνος μας. Έστησε μια στήλη πάνω στον πύργο του παλατιού και χάραξε μια επιγραφή που έλεγε: 28«Όσοι Ιουδαίοι δεν θυσιάζουν σ’ εμένα, δεν επιτρέπεται να μπαίνουν στους ναούς τους. Να καταγραφούν όμως όλοι οι Ιουδαίοι σε καταλόγους και να γίνουν δούλοι. Κι όσοι αντιδρούν, να συλλαμβάνονται με τη βία και να εκτελούνται. 29Αυτοί που θα απογράφονται, θα σημαδεύονται στο σώμα τους με πυρακτωμένο σίδερο με το σήμα του θεού Διονύσου, δηλαδή ένα φύλλο κισσού, και θα υποβιβάζονται στην ταπεινή κοινωνική θέση που προαναφέρθηκε».
30Για να μη γίνει, όμως, μισητός στο σύνολο των Ιουδαίων, πρόσθεσε: «Αν υπάρχουν, ωστόσο, Ιουδαίοι που θέλουν να προσχωρήσουν σ’ εκείνους που έχουν μυηθεί στα μυστήρια, αυτοί θα έχουν το δικαίωμα να εξισώνονται με τους πολίτες της Αλεξάνδρειας».
31Μερικοί, λοιπόν, που απέφευγαν να πάνε στην πόλη της ευσέβειας,δ επιπόλαια σκεπτόμενοι υποχώρησαν εύκολα, γιατί πίστεψαν ότι θ’ αποκτήσουν μεγάλη δόξα από την επικοινωνία τους με το βασιλιά. 32Οι περισσότεροι όμως έμειναν σταθεροί με γενναιότητα και δεν απομακρύνθηκαν από την πίστη τους· πρόσφεραν μάλιστα άφοβα τα χρήματα που είχαν για να ζήσουν, προκειμένου ν’ αποφύγουν την απογραφή. 33Έλπιζαν ότι στο μεταξύ ο Θεός θα τους βοηθούσε. Εκείνους που απομακρύνονταν τους μισούσαν και τους θεωρούσαν εχθρούς· δεν είχαν καμιά επικοινωνία και κοινωνική σχέση μαζί τους.
Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 3
Ο Φιλοπάτωρ ξεσηκώνει διωγμό κατά των Ιουδαίων
1Όταν τα έμαθε αυτά ο ασεβής βασιλιάς, οργίστηκε αφάνταστα όχι μόνο εναντίον των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας αλλά περισσότερο εναντίον των Ιουδαίων που κατοικούσαν στην ύπαιθρο. Διέταξε, λοιπόν, να τους συγκεντρώσουν όλους γρήγορα σ’ ένα μέρος και να τους εκτελέσουν με το χειρότερο τρόπο.
2Στο μεταξύ, διαδίδονταν διάφορες δυσφημιστικές πληροφορίες εναντίον του ιουδαϊκού γένους από κείνους που είχαν αποφασίσει να τους κάνουν κακό· έτσι δινόταν αφορμή να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους, σαν να ήταν οι Ιουδαίοι που τους εμπόδιζαν να εφαρμόσουν τους νόμους και τα έθιμά τους. 3Οι Ιουδαίοι έτρεφαν αμείωτη αγάπη και αφοσίωση στους Έλληνες βασιλιάδες. 4Επειδή όμως σέβονταν το Θεό και ζούσαν σύμφωνα με το νόμο του, αρνούνταν να φάνε τα φαγητά που έτρωγαν όλοι οι άλλοι. Γι’ αυτό πολλοί δεν τους συμπαθούσαν. 5Επειδή όμως διακρίνονταν για την καλή και δίκαιη συμπεριφορά τους προς όλους τους ανθρώπους, είχαν αποκτήσει την εκτίμηση των εθνικών. 6Βέβαια, οι φανατικοί εθνικοί δε λάμβαναν καθόλου υπόψη τους τη πανθομολογούμενη καλή διαγωγή των Ιουδαίων. 7Έτσι, για να εξηγήσουν την άρνησή τους να προσκυνήσουν το βασιλιά και με την αποχή τους από ορισμένες τροφές, διέδιδαν ότι οι Ιουδαίοι δεν ήταν φιλικοί προς το βασιλιά ούτε προς το στρατό αλλά ήταν εχθροί και αντίθετοι σε κάθε βασιλική ενέργεια. Υπήρχε, λοιπόν, μεγάλη δυσφήμιση εναντίον των Ιουδαίων της υπαίθρου. 8Οι εθνικοί όμως που κατοικούσαν στην πόλη και που δεν είχαν ζημιωθεί σε τίποτα, έβλεπαν την ανεξήγητη αναταραχή σε βάρος των Ιουδαίων και τις ταραχές που γίνονταν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε για να τους βοηθήσουν. Αλλά επειδή η κατάσταση γινόταν αφόρητη, προσπαθούσαν να τους παρηγορήσουν. 9Αγανακτισμένοι έλεγαν ότι η κατάσταση θ’ αλλάξει, γιατί δεν ήταν δυνατό να αφεθεί έτσι να καταστραφεί ένα τόσο μεγάλο έθνος, που κανένα κακό δεν τους είχε κάνει. 10Επίσης, πολλοί γείτονες των Ιουδαίων ή φίλοι και συνάδελφοί τους στο εμπόριο τους πλησίαζαν κρυφά και τους υπόσχονταν αμέριστη συμπαράσταση και κάθε είδους βοήθεια.
11Ο Φιλοπάτωρ, λοιπόν, περήφανος για την εφήμερη επιτυχία του, αλλά αγνοώντας τη δύναμη του μεγάλου Θεού και πιστεύοντας ότι το σχέδιό του θα ίσχυε για πάντα, εξέδωσε εναντίον τους το ακόλουθο διάταγμα:
12«Ο βασιλιάς Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ εύχομαι στους στρατηγούς και στους στρατιώτες της Αιγύπτου και κάθε τόπου υγεία και χαρά. 13Είμαι κι εγώ καλά και οι υποθέσεις του βασιλείου μου.
14»Η εκστρατεία μου στην Ασία, για την οποία κι εσείς γνωρίζετε, τελείωσε καλά, με τη μεγάλη βοήθεια του θεού, κι όπως επιθυμούσα. 15Νομίζω ότι καταφέραμε να κρατήσουμε υποταγμένους τους λαούς της Κοίλης Συρίαςε και Φοινίκης όχι με τη δύναμη των όπλων, αλλά με την επιείκεια και την ανεκτικότητα κι επειδή τους φερθήκαμε με κατανόηση.
16»Στους ναούς των πόλεων χάρισα πολλά χρήματα κι αποφάσισα να ανεβώ και στα Ιεροσόλυμα για να τιμήσω με την παρουσία μου το ναό εκείνων των αμαρτωλών, που πάντα θα είναι ανόητοι. 17Αυτοί δέχτηκαν την παρουσία μου μόνο με τα λόγια κι όχι ειλικρινά, γιατί όταν θέλησα να μπω στο ναό τους και να τιμήσω τα έξοχα και ωραιότατα αφιερώματά τους, 18εκείνοι παρασυρμένοι από την υπερηφάνεια των προγόνων τους με εμπόδισαν, γιατί δεν είχαν δοκιμάσει τη δύναμή μου, αφού μόνο την επιείκειά μου προς όλους ήξεραν. 19Έδειξαν απροκάλυπτα την έχθρα τους εναντίον μου· μόνον αυτοί απ’ όλους τους λαούς, περήφανοι καθώς είναι, δεν είχαν ποτέ διάθεση να προσφέρουν κάτι αληθινό στους βασιλιάδες ή στους ευεργέτες τους.
20»Εγώ, όπως όφειλα, φέρθηκα με επιείκεια σε όλους τους λαούς που συνάντησα. Όταν όμως επέστρεψα νικητής στην Αίγυπτο, φέρθηκα στους Ιουδαίους ανάλογα με την ανοησία τους. 21Παρ’ όλα αυτά έκανα σε όλους γνωστό ότι δεν κρατώ κακία στους εδώ ομοεθνείς των Ιουδαίων. Επειδή ήθελα τη συμμαχία τους και επειδή έχουν από παλιά υπηρετήσει σε αναρίθμητες εμπιστευτικές υποθέσεις, αποπειράθηκα να τους αλλάξω και προσφέρθηκα να τους κάνω πολίτες της Αλεξάνδρειας και να γίνουν κι αυτοί μέτοχοι των αιωνίων ιεροτελεστιών μας.
22»Αυτοί όμως πήραν το πράγμα αντίθετα και με την έμφυτη κακία τους απώθησαν την καλοσύνη μου και συνέχεια το μυαλό τους είναι στο κακό. 23Όχι μόνο αρνήθηκαν το πολύτιμο δικαίωμα να γίνουν πολίτες της Αλεξάνδρειας, αλλά μισούν κιόλας με τα λόγια τους και με τη σιωπή τους όσους λίγους απ’ ανάμεσά τους φέρνονται σ’ εμάς με συμπάθεια. Διατηρούν την απατηλή ιδέα ότι με τις ραδιουργίες τους θα οδηγήσουν στην καταστροφή εμένα και τις υποθέσεις μας.
24»Γι’ αυτό, επειδή έχω πεισθεί με αποδείξεις ότι αυτοί ούτως ή άλλως έχουν κακή διάθεση εναντίον μας, πρέπει να λάβω τα μέτρα μου, μήπως σε καμιά ξαφνική μελλοντική επανάσταση εναντίον μας, έχουμε αυτούς τους προδότες, τους βάρβαρους εχθρούς μας, στα νώτα μας. 25Σας διατάζω, λοιπόν, αμέσως μόλις λάβετε την επιστολή αυτή, να μου στείλετε σιδεροδέσμιους μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους όσους Ιουδαίους ζουν ανάμεσά σας. Θα τους υποβάλετε σε εξευτελισμούς και βασανιστήρια, ώστε να οδηγηθούν σε φοβερό, ατιμωτικό θάνατο, όπως ταιριάζει στους εχθρούς μας. 26Πιστεύω πως όταν όλοι αυτοί τιμωρηθούν μαζικά, από τότε και μετά η θέση του κράτους μας θα γίνει σαφώς ασφαλέστερη και πολύ καλύτερη.
27»Όποιος κρύψει κάποιον Ιουδαίο, είτε γέρο είτε μικρό παιδί ακόμα και βρέφη που θηλάζουν, θα πεθάνει με φοβερά βασανιστήρια, με τυμπανισμό,ς αυτός και όλη η οικογένειά του. 28Όποιος όμως θελήσει να καταγγείλει έναν πιστό Ιουδαίο, θα πάρει την περιουσία του καταγγελλόμενου κι από το βασιλικό θησαυροφυλάκιο δύο χιλιάδες δραχμές· επίσης θα τιμηθεί με την ελευθερία του. 29Κάθε τόπος γενικά, όπου θα ανακαλυφθεί να κρύβεται κάποιος Ιουδαίος, θα ερημωθεί, θα καεί και θα είναι για πάντα άχρηστος σε κάθε άνθρωπο και για κάθε χρήση».
30Σ’ αυτό το ύφος ήταν γραμμένη η επιστολή.
Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 4
Οι Ιουδαίοι οδηγούνται αιχμάλωτοι στην Αλεξάνδρεια
1Παντού όπου έφτανε αυτή η διαταγή στους ειδωλολάτρες γινόταν πλούσιο γεύμα με έξοδα του δημοσίου, με αλαλαγμούς και χαρές. Έτσι τώρα εκδηλωνόταν άφοβα το μίσος τους εναντίον των Ιουδαίων που είχε από παλιά ριζώσει στην καρδιά τους. 2Στους Ιουδαίους όμως επικρατούσε απερίγραπτη θλίψη· όλοι έκλαιγαν και θρηνολογούσαν με δυνατές κραυγές. Η καρδιά τους συγκλονιζόταν από τους στεναγμούς και παντού θρηνούσαν για την αναπάντεχη καταστροφή που ξέσπασε τόσο ξαφνικά εναντίον τους. 3Ποιος νομός, ποια πόλη και γενικά ποιος κατοικημένος τόπος ή ποιος δρόμος δε γέμισε από θρήνους και οδυρμούς για όλες αυτές τις εξελίξεις! 4Οι στρατηγοί ξεσήκωσαν ομαδικό διωγμό με αφάνταστη σκληρότητα σε κάθε πόλη. Τόση ήταν η κακομεταχείριση, που από τις ασυνήθιστες τιμωρίες μερικοί από τους εχθρούς που είχαν στοιχειώδη αισθήματα κι επειδή ήταν αβέβαιο το τέλος και της δικής τους ζωής, έκλαιγαν βλέποντας το φοβερό κατατρεγμό.
5Πλήθος μεταφέρονταν οι γέροντες με τα πυκνά κάτασπρα μαλλιά· τους ανάγκαζαν να βαδίζουν γρήγορα καμπουριασμένοι με βαριά από τα γηρατειά πόδια κι έτσι έπεφταν κάτω από τα δυνατά χτυπήματα που αδιάντροπα τους έδιναν. 6Οι νιόνυμφες, που μόλις είχαν εγκατασταθεί στο νυφικό τους δωμάτιο για τη συζυγική ζωή, θρηνούσαν αντί να χαίρονται κι ανακάτευαν με χώμα τα αρωματισμένα τους μαλλιά.ζ Τις οδηγούσαν κι αυτές ομαδικά μακριά, χωρίς μαντήλι στο κεφάλι κι αντί να τραγουδούν νυφικά τραγούδια, έλεγαν μοιρολόγια γιατί ήταν πληγωμένες από τα βασανιστήρια των ειδωλολατρών. 7Σύρονταν δημόσια με τη βία και δεμένες, ώσπου να μπουν στα πλοία. 8Οι άντρες τους, που ήταν στο άνθος της ηλικίας τους, είχαν στο λαιμό τους θηλιές αντί για γαμπριάτικα στεφάνια και περνούσαν τις υπόλοιπες μέρες του γάμου τους με θρήνους αντί για χαρές και νεανική ανεμελιά, γιατί τώρα αντίκρυζαν το θάνατο. 9Μεταφέρονταν σιδεροδέσμιοι στα πλοία σαν τα ζώα άλλοι δεμένοι από το λαιμό στα κάτεργα των πλοίων, άλλοι ασφαλισμένοι σφιχτά με δυνατά δεσμά από τα πόδια. 10Ακόμα τους είχαν βάλει πάνω από τα κεφάλια τους σανίδες, τη μία κοντά στην άλλη, για να έχουν σκοτάδι από παντού· σ’ όλο το ταξίδι τούς μεταχειρίζονταν σαν κακούργους. 11Όταν έφτασαν σ’ έναν τόπο που ονομαζόταν Σχεδία και τελείωσε το ταξίδι όπως είχε καθορίσει ο βασιλιάς, δόθηκε διαταγή να τους κλείσουν στον ιππόδρομο που ήταν μπροστά από την πόλη και περιβαλλόταν από μια ψηλή μάντρα. Ο χώρος ήταν κατάλληλος για παραδειγματική τιμωρία. Όλοι όσοι έρχονταν προς την πόλη και όσοι έβγαιναν προς την ύπαιθρο έβλεπαν το θέαμα. Στους έγκλειστους δεν επιτρεπόταν να επικοινωνούν με τους στρατιώτες ούτε γενικά να βγαίνουν από τη μάντρα.
12Παρ’ όλα αυτά, ο βασιλιάς πληροφορήθηκε ότι οι Ιουδαίοι της πόλης έβγαιναν κρυφά από την πόλη πολύ συχνά για να θρηνήσουν την άδοξη συμφορά των συμπατριωτών τους. 13Τότε οργίστηκε και διέταξε να κάνουν και σ’ αυτούς ακριβώς τα ίδια, όπως και στους έγκλειστους, επιβάλλοντάς τους ακριβώς την ίδια τιμωρία. 14Διέταξε ακόμη να καταγραφούν όλοι οι Ιουδαίοι ονομαστικώς, όχι για να εργαστούν στα καταναγκαστικά έργα, όπως είχε διαδοθεί αρχικά, αλλά, αφού βασανιστούν με τα διατεταγμένα βασανιστήρια, να εξολοθρευτούν μέσα σε μια μέρα. 15Η απογραφή τους γινόταν με απάνθρωπη βιασύνη και ζηλευτή επιμέλεια από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση επί σαράντα μέρες χωρίς να μπορεί να τελειώσει.
16Στο μεταξύ ο βασιλιάς, πάντα ευδιάθετος και πανευτυχής, διοργάνωνε σ’ όλους τους ειδωλολατρικούς ναούς φαγοπότια. Με τη σκέψη παρασυρμένη μακριά από την αλήθεια και με στόμα βέβηλο επαινούσε τα είδωλα που ήταν κουφά και δεν μπορούσαν να τους μιλήσουν ή να τους βοηθήσουν, και ξεστόμιζε για τον ύψιστο Θεό βλάσφημα λόγια. 17Αφού όμως πέρασε το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, οι γραμματείς ανέφεραν στο βασιλιά ότι δεν μπορούσαν να τελειώσουν την απογραφή των Ιουδαίων, γιατί το πλήθος τους ήταν αμέτρητο. 18Επιπλέον, οι περισσότεροι βρίσκονταν στην ύπαιθρο, άλλοι ακόμα δεν είχαν συγκεντρωθεί στα σπίτια τους και άλλοι ήταν σε διάφορους τόπους, ώστε ήταν αδύνατο σ’ όλους τους στρατηγούς της Αιγύπτου να τους συγκεντρώσουν. 19-20Ο βασιλιάς κατηγόρησε τότε τους στρατηγούς με σκληρότητα ότι είχαν δωροδοκηθεί για να μηχανευθούν τη ματαίωση της απογραφής· τελικά όμως, όταν αυτοί του απέδειξαν ότι ακόμα και το χαρτί και οι πέννες που χρησιμοποιούσαν για την καταγραφή είχαν τελειώσει, πείσθηκε απόλυτα. 21Αυτό βέβαια ήταν έργο της ακαταμάχητης φροντίδας εκείνου που από τον ουρανό βοηθάει πάντοτε τους Ιουδαίους.
Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 5
Σχέδιο για την εξόντωση των Ιουδαίων
1Τότε ο βασιλιάς, γεμάτος οργή και πίκρα, αποφασισμένος για όλα, κάλεσε τον Έρμωνα, που είχε τη φροντίδα των πολεμικών ελεφάντων 2και τον διέταξε την άλλη μέρα να ποτίσει με πολλές χούφτες λιβάνι και άφθονο ανόθευτο κρασί όλους τους ελέφαντες, περί τους πεντακόσιους, και εξαγριωμένους από τη μεγάλη δόση του μείγματος να τους οδηγήσουν μέσα στον ιππόδρομο για να ποδοπατήσουν τους Ιουδαίους. 3Ο ίδιος, αφού έδωσε τις διαταγές, επιδόθηκε στο φαγοπότι συγκεντρώνοντας γύρω του τους καλύτερους φίλους του και όσους από το στρατό ήταν εχθροί των Ιουδαίων. 4Παράλληλα ο Έρμωνας, με μεγάλη επιμέλεια φρόντιζε να εκτελεστεί η διαταγή. 5Οι στρατιώτες που θα υλοποιούσαν τη διαταγή βγήκαν το βράδυ και έδεναν τα χέρια των δυστυχισμένων Ιουδαίων και φρόντιζαν να τους φυλάνε καλά όλη τη νύχτα· πίστευαν ότι το έθνος των Ιουδαίων θα καταστρεφόταν με μιας.
6Αλλά οι Ιουδαίοι, που στα μάτια των εθνικών φαίνονταν εντελώς απροστάτευτοι εξαιτίας των ταλαιπωριών και των δεσμών που τους έζωναν από παντού, 7έκραξαν όλοι μαζί με ακατάπαυστες φωνές και δάκρυα προς τον παντοκράτορα Κύριο, τον κυρίαρχο κάθε δύναμης, τον πολυεύσπλαχνο Θεό τους και Πατέρα, παρακαλώντας 8να ματαιώσει την εναντίον τους απόφαση του ασεβή βασιλιά, και με κάποια θαυματουργή του εμφάνιση να τους απαλλάξει από τον άμεσο θάνατο που αντιμετώπιζαν. 9Η προσευχή τους αυτή ανέβαινε αδιάκοπα στον ουρανό.
10Ο Έρμωνας πότισε τους άγριους ελέφαντες με μεγάλη δόση κρασί και λιβάνι ώστε να μεθύσουν και παρουσιάστηκε στα ανάκτορα πολύ πρωί, για να αναφέρει σχετικά στο βασιλιά. 11-12Ο Κύριος όμως, που από τα παλιά χρόνια χορηγεί σ’ αυτούς που θέλει, νύχτα και μέρα, το ύψιστο αγαθό, δηλαδή τον ύπνο, έδωσε και στο βασιλιά να καταληφθεί από έναν γλυκό και βαθύ ύπνο κι έτσι απέτυχε πλήρως στο παράνομο σχέδιό του και αποπροσανατολίστηκε τελείως η πεισματική σκέψη του. 13Οι Ιουδαίοι αφού διέφυγαν το θάνατο την ώρα που είχε οριστεί, δοξολογούσαν τον άγιο και σπλαχνικό Θεό τους που είχε δείξει στα υπερήφανα έθνη την ακαταμάχητη δύναμή του.
14Τη δέκατηη ώρα περίπου, αυτός που είχε ορισθεί για τις προσκλήσεις, βλέποντας τους καλεσμένους συγκεντρωμένους, στο στάδιο, πλησίασε και σκούντησε το βασιλιά να σηκωθεί. 15-16Τον ξύπνησε με δυσκολία και τον πληροφόρησε ότι ο χρόνος για το συμπόσιο είχε πια περάσει. Ο βασιλιάς συλλογίστηκε όλες τις εξηγήσεις που του έδωσε ο υπεύθυνος, αλλά μετά άρχισε πάλι να πίνει και διέταξε τους καλεσμένους να καθίσουν μαζί του. 17Όταν κάθισαν όλοι, τους πρότρεπε να απολαύσουν το πλούσιο φαγητό και να διασκεδάσουν, αφού συμμετείχαν σ’ ένα τόσο τιμητικό γι’ αυτούς συμπόσιο. 18Κι ενώ η διασκέδαση προχωρούσε, ο βασιλιάς κάλεσε τον Έρμωνα και απειλώντας τον αυστηρά ζητούσε να μάθει για ποιο λόγο είχε αφήσει τους Ιουδαίους εκείνη την ημέρα να ζουν. 19Αυτός του εξήγησε ότι η διαταγή του είχε κιόλας από τη νύχτα εκτελεστεί και του το επιβεβαίωσαν και οι φίλοι του. 20Τότε ο βασιλιάς έδειξε μεγαλύτερη σκληρότητα από τον Φάλαριθ και είπε: «Αυτό οι Ιουδαίοι το χρωστούν στο σημερινό μου ύπνο. Ετοίμασε όμως χωρίς αναβολή κατά τον ίδιο τρόπο τους ελέφαντες, για να εξοντώσουν την επόμενη μέρα τους ανυπότακτους αυτούς Ιουδαίους».
21Ο βασιλιάς έδωσε τις διαταγές του και όλοι όσοι ήταν παρόντες συμφώνησαν πρόθυμα με ενθουσιασμό και πήγε καθένας σπίτι του. 22Τη νύχτα εκείνη αντί να κοιμηθούν, πήγαν και χλεύαζαν με διάφορους τρόπους τους έγκλειστους Ιουδαίους, που τους θεωρούσαν δυστυχείς. 23Με το λάλημα του πετεινού το πρωί, ο Έρμωνας είχε ετοιμάσει τους ελέφαντες και τους οδηγούσε στον ιππόδρομο, 24και τα πλήθη των κατοίκων της πόλης είχαν συγκεντρωθεί από το πρωί περιμένοντας με ανυπομονησία να δουν το φοβερό θέαμα. 25Οι Ιουδαίοι όμως, μέχρι την τελευταία στιγμή κι ενώ ψυχομαχούσαν, προσεύχονταν στο μεγάλο Θεό με πολλά δάκρυα και πένθιμα άσματα με τα χέρια υψωμένα στο Θεό, να στείλει πάλι γρήγορα τη βοήθειά του. 26Κι ενώ ακόμα δεν είχε ανατείλει ο ήλιος, κι ο βασιλιάς υποδεχόταν τους φίλους του, παρουσιάστηκε ο Έρμωνας και τον παρακαλούσε να βγει, υπενθυμίζοντας ότι η διαταγή του θα έπρεπε να εκτελεστεί αμέσως. 27Ο βασιλιάς άρχισε να καταλαβαίνει αλλά απόρησε για την ασυνήθιστη κινητοποίηση, γιατί τα είχε ξεχάσει όλα· και ζητούσε να μάθει για τι πράγμα επρόκειτο, που είχε γίνει με τόση βιασύνη. 28Αυτό όμως ήταν ενέργεια του κυρίαρχου Θεού, ο οποίος έκανε να ξεχάσει ό βασιλιάς τα όσα προηγουμένως ο ίδιος είχε σχεδιάσει εναντίον των Ιουδαίων.
29Τότε ο Έρμωνας και οι φίλοι του βασιλιά τού ανέφεραν ότι τα θηρία και ο στρατός ήταν έτοιμα, σύμφωνα με τη ζωηρή του επιθυμία. 30Αυτός όμως κυριεύτηκε από οργή γι’ αυτά που του είπαν, γιατί με τη φροντίδα του Θεού είχε αλλάξει η διάθεσή του. Κοίταξε απειλητικά τον Έρμωνα και του είπε: 31«Αν εσύ είχες γονείς και παιδιά, αυτοί θα ’πρεπε τώρα να δοθούν πλούσια τροφή στα άγρια θηρία, αντί για τους αθώους αυτούς Ιουδαίους, που απέδειξαν ξεκάθαρα σ’ εμένα και στους προγόνους μου τη μεγάλη και σταθερή τους αφοσίωση. 32Και πραγματικά, αν δεν σε συμπαθούσα, γιατί μεγαλώσαμε μαζί, κι αν δεν μου είχες προσφέρει τόσες υπηρεσίες, τώρα θα πέθαινες εσύ στη θέση αυτών των Ιουδαίων». 33Έτσι ο Έρμωνας δοκίμασε ξαφνική και σοβαρότατη απειλή· θόλωσαν τα μάτια του και άλλαξε η όψη του. 34Επίσης και όλοι οι φίλοι του βασιλιά έφευγαν στενοχωρημένοι ο ένας μετά τον άλλο και έδιωχναν τους υπόλοιπους συγκεντρωμένους να πάει καθένας στη δουλειά του. 35Οι Ιουδαίοι, όταν άκουσαν πώς ενήργησε ο βασιλιάς, δόξαζαν τον Κύριο και Θεό, το βασιλιά των βασιλιάδων, που τους έστειλε και αυτή του τη βοήθεια.
36Ο βασιλιάς, όμως, διοργάνωσε και πάλι με τον ίδιο τρόπο συμπόσιο και πρότρεπε τους συνδαιτυμόνες του να διασκεδάσουν. 37Κάλεσε και τον Έρμωνα και του είπε απειλητικά: «Πόσες φορές πρέπει να σε διατάξω, πανάθλιε, γι’ αυτούς τους Ιουδαίους; 38Τώρα ετοίμασε πάλι τους ελέφαντες για την αυριανή εξόντωση των Ιουδαίων».
Ο βασιλιάς ορκίζεται τελικά να εκτελέσει το σχέδιό του
39Αυτοί που ανήκαν στη βασιλική οικογένεια και κάθονταν με το βασιλιά στο τραπέζι, απόρησαν για την άστατη σκέψη του και του είπαν: 40«Βασιλιά, μέχρι πότε θα μας προκαλείς σαν να είμαστε ανόητοι; Αυτή είναι η τρίτη φορά που μας διατάζεις να αφανίσουμε τους Ιουδαίους και όταν φτάνουμε να εκτελέσουμε τη διαταγή, εσύ αλλάζεις γνώμη και τα ακυρώνεις όλα! 41Με όλα αυτά όμως η πόλη αναστατώνεται από την αναμονή και γεμίζει επαναστατικές συγκεντρώσεις· συχνά μάλιστα κινδυνεύει κι από λεηλασίες». 42Τότε ο βασιλιάς, που ήταν όμοιος σε όλα με τον Φάλαρι, χωρίς να πολυσκεφτεί ή να λογαριάσει ότι πάλι άλλαζε γνώμη σχετικά με την προστασία των Ιουδαίων, έδωσε έναν όρκο που τελικά θα έμενε ανεκπλήρωτος, ότι αυτός θα στείλει τους Ιουδαίους στον άδη χωρίς αναβολή, αφού τους βασανίσει με τα ποδοπατήματα των θηρίων. 43Απειλούσε μάλιστα ότι θα εκστρατεύσει εναντίον της Ιουδαίας και θα την ισοπεδώσει ταχύτατα με φωτιά και τσεκούρι· ορκιζόταν επίσης ότι θα παραδώσει στη φωτιά και το ναό, όπου κανείς δεν επιτρέπεται να μπει, και ότι δε θ’ αφήσει ζωντανό κανέναν απ’ αυτούς που τότε πρόσφεραν εκεί θυσίες.
44Τότε οι φίλοι του βασιλιά και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, γεμάτοι ενθουσιασμό κι εμπιστοσύνη σ’ αυτόν έφυγαν και διέταξαν το στρατό να καταλάβει τα πιο καίρια μέρη της πόλης για να την προστατεύουν. 45Ο αρχηγός των ελεφάντων, όπως προείπαμε, είχε φέρει τα θηρία σε κατάσταση μανίας με ένα μίγμα από λιβάνι και κρασί και τα είχε εξοπλίσει με φοβερά φονικά όργανα. 46Κατά την αυγή, όταν η πόλη είχε κιόλας γεμίσει αναρίθμητα πλήθη που βάδιζαν προς τον ιππόδρομο, μπήκε στο παλάτι και ειδοποίησε το βασιλιά να δώσει διαταγή για την εκτέλεση. 47Τότε αυτός, φοβερά οργισμένος και με άσπλαχνη καρδιά, όρμησε με όλη του τη δύναμη μαζί με τα θηρία, θέλοντας να βλέπει με τα ίδια του τα μάτια τη θλιβερή και μαρτυρική καταστροφή των κρατουμένων. 48Οι Ιουδαίοι άκουσαν ένα δυνατό θόρυβο και είδαν σκόνη να σηκώνεται και να κατευθύνεται προς την πόλη. Σηκωνόταν από τους ελέφαντες, που έβγαιναν από το μέρος τους και πήγαιναν προς την πύλη, από το στρατό που ακολουθούσε κι από το ποδοβολητό του κόσμου. 49Τότε κατάλαβαν πως αυτή ήταν η τελευταία κρίσιμη στιγμή της ζωής τους, το τέλος της εξαντλητικής αναμονής. Ξέσπασαν λοιπόν σε θρήνους και κλάματα· φιλούσαν ο ένας τον άλλο αγκαλιάζοντας τους συγγενείς τους και πέφτοντας στο λαιμό τους, οι γονείς στα παιδιά και οι μητέρες στις κόρες. Άλλες γυναίκες είχαν τα μωρά στα στήθη τους και θήλαζαν το τελευταίο τους γάλα. 50Οι Ιουδαίοι, όμως, θυμήθηκαν τις ευεργεσίες του Θεού προς αυτούς στο παρελθόν, έπεσαν όλοι μαζί κάτω με μια ψυχή· οι γυναίκες απομάκρυναν τα μωρά από τα στήθη τους, 51κι όλοι άρχισαν να φωνάζουν δυνατά παρακαλώντας τον κυρίαρχο κάθε δύναμης να τους σπλαχνιστεί, επεμβαίνοντας και πάλι τώρα που βρίσκονταν αντιμέτωποι με το θάνατο.
Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 6
Η προσευχή του αρχιερέα Ελεάζαρου
1Εκείνη τη στιγμή, κάποιος Ελεάζαρος, σπουδαίος άνθρωπος, που προερχόταν από τους ιερείς της υπαίθρου, πολύ ηλικιωμένος και πολύ ενάρετος, σταμάτησε τους άλλους γέροντες που επικαλούνταν γύρω του το Θεό και προσευχήθηκε μ’ αυτά τα λόγια:
2«Βασιλιά μεγαλοδύναμε, παντοδύναμε, ύψιστε Θεέ Πατέρα, εσύ που κυβερνάς όλη την κτίση με αγάπη, 3ρίξε τη σπλαχνική ματιά σου στους απογόνους του Αβραάμ, στα παιδιά του αγίου εκείνου Ιακώβ, στο λαό σου, που τον ξεχώρισες για ιδιοκτησία σου, που τώρα είναι ξένος σε ξένη χώρα και εξοντώνεται άδικα.
4»Εσύ κατέστρεψες το Φαραώ και τις πολλές του άμαξες, ο οποίος ήταν στο παρελθόν κυρίαρχος αυτής εδώ της χώρας, της Αιγύπτου. Είχε κι αυτός αλαζονευτεί με ανάρμοστη αυθάδεια και γλώσσα υβριστική, μαζί με τον περήφανο στρατό του. Εσύ όμως τους έπνιξες στη θάλασσα, σκορπίζοντας το φως της αγάπης σου στο ισραηλιτικό έθνος.
5»Εσύ, Δέσποτα, σύντριψες το Σενναχηρίμ, το σκληρό εκείνο βασιλιά των Ασσυρίων, που περηφανεύτηκε για τον αναρίθμητο στρατό του και με το δόρυ του είχε υποτάξει όλη τη γη. Αυτός αλαζονεύτηκε κι εναντίον της αγίας σου πόλεως, ξεστομίζοντας βαριά λόγια υπερηφάνειας και αυθάδειας, αλλά εσύ έκανες φανερή σε πολλά έθνη τη δύναμή σου.
6»Εσύ γλίτωσες στη Βαβυλώνα τους τρεις εκείνους φίλους, που παρέδωσαν θεληματικά τη ζωή τους στη φωτιά, για να μη λατρεύσουν τα είδωλα· δρόσισες τότε το φλογισμένο καμίνι κι ούτε μία τρίχα τους δεν έπαθε το παραμικρό, ενώ κατέκαψες όλους τους εχθρούς τους.
7»Εσύ έβγαλες από το λάκκο των λεόντων σώο και αβλαβή το Δανιήλ, που τον είχαν ρίξει εκεί μετά από φοβερές συκοφαντίες, για να γίνει τροφή στα θηρία.
8»Εσύ, Πατέρα μας, άφησες τον Ιωνά να λιώνει στην κοιλιά εκείνου του κήτους, στο βυθό της θάλασσας, και μετά τον παρέδωσες σώο στους συγγενείς του.
9»Τώρα, λοιπόν, εσύ που αποστρέφεσαι την υπερηφάνεια, πολυεύσπλαχνε προστάτη των πάντων, παρουσιάσου χωρίς καθυστέρηση στους Ισραηλίτες, που πλήττονται από τα μισητά έθνη, τα οποία δε γνωρίζουν το νόμο σου. 10Αν η ζωή μας βαρύνεται με ασεβείς πράξεις που κάναμε στην περίοδο της αιχμαλωσίας μας, θανάτωσέ μας, εσύ Δέσποτα, με όποιον τρόπο προτιμάς αλλά γλίτωσέ μας τώρα από την εξουσία των εχθρών μας. 11Ας μη δοξάσουν οι ανόητοι τα είδωλα εξαιτίας της καταστροφής των αγαπημένων σου, λέγοντας ότι ούτε ο Θεός τους δεν τους γλίτωσε.
12»Πρόσεξέ μας τώρα, αιώνιε, παντοδύναμε και παντοκράτορα! Σπλαχνίσου μας που μας σκοτώνουν άνθρωποι αυθάδεις, ανόητοι και παράνομοι σαν να ήμασταν κοινοί προδότες! 13Ας φοβηθούν σήμερα, δοξασμένε Θεέ, τα έθνη την ακατανίκητη δύναμη που έχεις να σώζεις το ισραηλιτικό έθνος. 14Σε παρακαλεί με δάκρυα όλο το πλήθος των νηπίων και οι γονείς τους. 15Ας αποδειχθεί σε όλα τα έθνη, Κύριε, ότι είσαι μαζί μας και δε μας εγκατέλειψες, αλλά εκπλήρωσες την υπόσχεσή σου, ότι δε θα μας ξεχνούσες ούτε όταν θα ήμασταν αιχμάλωτοι στη χώρα των εχθρών μας».
Η σωτηρία των Ιουδαίων
16Μόλις τελείωσε ο Ελεάζαρος την προσευχή του, έμπαινε στον ιππόδρομο ο βασιλιάς μαζί με τα θηρία και τον υπερήφανο στρατό του. 17Όταν το είδαν αυτό οι Ιουδαίοι, φώναξαν δυνατά στον ουρανό, έτσι που αντήχησαν ακόμα και οι γύρω κοιλάδες, και δημιουργήθηκε ακατάσχετος πανικός στον εχθρικό στρατό. 18Τότε ο υπερένδοξος, ο παντοδύναμος και πιστός Θεός φανέρωσε το άγιο του πρόσωπο. Άνοιξε τις ουράνιες πύλες και κατέβηκαν δύο λαμπροί, φοβεροί στην όψη άγγελοι, οι οποίοι ήταν ορατοί απ’ όλους, εκτός από τους Ιουδαίους. 19Αυτοί αντιστάθηκαν στον εχθρικό στρατό και τους έδεσαν όλους με γερά δεσμά. Έτσι οι εχθροί καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. 20Ακόμα και το βασιλιά τον κατέλαβε φρίκη και ξέχασε τη φοβερή του αυθάδεια. 21Τα θηρία γύρισαν πίσω και στράφηκαν εναντίον του στρατού, που ακολουθούσε, κι άρχισαν να τον καταπατούν και να τον καταστρέφουν. 22Έτσι η οργή του βασιλιά μεταβλήθηκε σε λύπη και δάκρυα για όσα είχε σχεδιάσει.
Η μεταστροφή του βασιλιά
23Όταν, λοιπόν, ο βασιλιάς άκουσε τις κραυγές των στρατιωτών του και τους είδε όλους πεσμένους κάτω ετοιμοθάνατους, δάκρυσε και απειλούσε με οργή τους φίλους του λέγοντας: 24«Κυβερνάτε άσχημα! Ξεπεράσατε σε σκληρότητα τους τυράννους κι εμένα τον ίδιο, που είμαι ευεργέτης σας. Προσπαθείτε ακόμη να μου αφαιρέσετε την εξουσία και τη ζωή, καταστρώνοντας κρυφά σχέδια που δε συμφέρουν το βασίλειο. 25Ποιος συγκέντρωσε εδώ όλους αυτούς τους Ιουδαίους, που κάποτε υπερασπίστηκαν με αφοσίωση τα οχυρά της χώρας μας και ποιος τους έσυρε χωρίς λόγο μακριά από τα σπίτια τους; 26Ποιος βασάνισε παράνομα αυτούς, που από την πρώτη κιόλας στιγμή ενδιαφέρονταν με αγάπη για καθετί που μας αφορούσε, περισσότερο από όλους τους άλλους λαούς και πολλές φορές αντιμετώπισαν τους χειρότερους κινδύνους;
27»Λύστε, λύστε όλα τα δεσμά που άδικα τους βάλατε! Στείλτε τους ανενόχλητους στα σπίτια τους και ζητήστε τους συγγνώμη για ό,τι έγινε. 28Απολύστε τα παιδιά του παντοδύναμου, του επουράνιου, του πραγματικού Θεού, που από την εποχή των προγόνων μας μέχρι σήμερα δίνει συνεχώς στις υποθέσεις μας επιτυχία και μεγαλείο».
29Αφού λοιπόν ο βασιλιάς έδωσε αυτές τις διαταγές έλυσαν τους Ιουδαίους κι αυτοί άρχισαν να δοξολογούν τον άγιο Θεό, το σωτήρα τους, γιατί λίγο πριν είχαν γλιτώσει το θάνατο. 30Έπειτα, ο βασιλιάς γύρισε στην πόλη, κάλεσε τον αρμόδιο για τα οικονομικά του κράτους και τον διέταξε να χορηγήσει στους Ιουδαίους επί επτά μέρες κρασί και τα υπόλοιπα τρόφιμα για να κάνουν συμπόσιο· έκρινε ότι με πολλή χαρά αυτοί θα γιόρταζαν τη σωτηρία τους στον ίδιο τόπο, όπου παρά λίγο θα πέθαιναν. 31Έτσι αυτοί, που προηγουμένως είχαν γίνει αντικείμενο εμπαιγμού και είχαν πλησιάσει στον άδη ή μάλλον είχαν αρχίσει να βυθίζονται σ’ αυτόν, αντί να βρουν πικρό και οικτρό θάνατο, τώρα έκαναν συμπόσιο για τη σωτηρία τους σ’ εκείνον τον ίδιο τόπο. Κι ο χώρος που είχε ετοιμαστεί για την καταστροφή τους και για να γίνει ο τάφος τους, διαιρέθηκε σε τμήματα όπου καθισμένοι οι Ιουδαίοι γιόρταζαν με χαρά. 32Μετά τις πένθιμες μελωδίες των θρήνων άρχισαν να ψάλλουν τον πατροπαράδοτο ύμνο, δοξολογώντας το σωτήρα και θαυματουργό Θεό. Ξέχασαν τους θρήνους και τις κραυγές και χόρευαν χαρούμενους χορούς, σημάδι ειρηνικής ζωής.
33Το ίδιο κι ο βασιλιάς, παρέθεσε μεγάλο συμπόσιο γι’ αυτά τα γεγονότα και συνέχεια δοξολογούσε με μεγαλόπρεπες εκδηλώσεις το Θεό για τη σωτηρία του, που με τόσο θαυμαστό τρόπο την είχε προσφέρει στους Ιουδαίους. 34Εκείνοι που προηγουμένως πίστευαν ότι οι Ιουδαίοι θα καταστραφούν και θα γίνουν τροφή για τα όρνεα, και που με χαιρεκακία τούς είχαν απογράψει, άρχισαν τώρα να παραπονιούνται, γιατί είχαν καταντροπιαστεί και η φοβερή θρασύτητά τους είχε σβήσει τόσο άδοξα.
35Οι Ιουδαίοι όμως, όπως είπαμε προηγουμένως, έστησαν χορούς και περνούσαν χαρούμενοι τον καιρό τους γιορτάζοντας με ευχαριστίες και ψαλμωδίες. 36Επιπλέον εξέδωσαν και επίσημο σχετικό νόμο παντοτινό, για όλους όσοι έμεναν προσωρινά εκεί, τις ημέρες που προαναφέρθηκαν. Όρισαν να γιορτάζουν το γεγονός αυτό με πανηγυρισμούς, όχι για να τρώνε και να πίνουν αλλά για να θυμούνται τη σωτηρία που τους χάρισε ο Θεός. 37Παρακάλεσαν και το βασιλιά να τους αφήσει να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
38Η απογραφή τους είχε αρχίσει στις εικοσιπέντε του μήνα Παχών και διήρκεσε μέχρι τις τέσσερις του μήνα Επιφί, δηλαδή σαράντα μέρες. Οι εχθροί τους είχαν ορίσει να τους εξοντώσουν από τις πέντε του μήνα Επιφί μέχρι τις εφτά, δηλαδή μέσα σε τρεις μέρες.ι 39Σ’ αυτό το διάστημα ο κυρίαρχος όλων εκδήλωσε με την παντοδυναμία του την αγάπη του και τους έσωσε όλους μαζί, χωρίς να πάθουν τίποτε. 40Έτρωγαν και έπιναν απ’ αυτά που τους είχε χορηγήσει ο βασιλιάς μέχρι τις δεκατέσσερις του μήνα, οπότε έκαναν αίτηση για την απελευθέρωσή τους. 41Ο βασιλιάς συμφώνησε και έγραψε σχετικά μ’ αυτούς στους στρατηγούς κάθε πόλης την ακόλουθη επιστολή, η οποία έδειχνε ξεκάθαρα την καλή του πρόθεση:
Γ΄ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ 7
1«Ο βασιλιάς Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ, εύχομαι υγεία και χαρά στους στρατηγούς της Αιγύπτου και σ’ όλους τους διορισμένους στις διάφορες θέσεις. 2Υγιαίνω και εγώ και τα παιδιά μου, γιατί ο μεγάλος Θεός κατευθύνει τα πράγματα σύμφωνα με την επιθυμία μου.
3»Μερικοί από τους φίλους μου παρακινημένοι συχνά από κακές προθέσεις εναντίον μου με έπεισαν να συγκεντρώσω σε ένα μέρος τους Ιουδαίους που ζουν στο βασίλειό μου και να τους τιμωρήσω όχι με οποιεσδήποτε τιμωρίες αλλά σαν να ήταν επαναστάτες. 4Με διαβεβαίωναν μάλιστα ότι δε θα πάνε ποτέ καλά οι υποθέσεις του κράτους μας, εξαιτίας του μίσους που τρέφουν οι Ιουδαίοι σ’ όλα τα έθνη όπου κατοικούν, μέχρις ότου τιμωρηθούν. 5Αυτοί λοιπόν είναι που οδήγησαν τους Ιουδαίους δέσμιους και τους κακομεταχειρίσθηκαν σαν ζώα, χειρότερα κι από προδότες. Χωρίς καμιά ανάκριση και εξέταση προσπάθησαν να τους φονεύσουν, γεμάτοι σκληρότητα αγριότερη κι από εκείνη που πρόβλεπε ο νόμος των Σκυθών.ια 6Εγώ τους απείλησα σκληρά για όλα αυτά, επειδή δείχνω σε όλους τους ανθρώπους την επιείκειά μου και μόλις και μετά βίας τους χάρισα τη ζωή, αφού πείσθηκα ότι ο επουράνιος Θεός υπερασπίζεται με ασφάλεια τους Ιουδαίους και αγωνίζεται στο πλευρό τους, όπως κάνει ένας πατέρας για τα παιδιά του. 7Σκέφτηκα τη σταθερή φιλία που έχουν προς εμάς και τη συμπάθειά τους για τους προγόνους μας, και δίκαια τους απάλλαξα από κάθε κατηγορία, από οποιονδήποτε κι αν προερχόταν. 8Έτσι διατάζω καθέναν από σας να τους αφήσετε να επιστρέψουν όλοι στα σπίτια τους και κανένας πουθενά και με κανένα τρόπο να μην τους βλάψει ή να τους χλευάσει για τα αδικαιολόγητα παθήματά τους. 9Και να έχετε υπόψη σας ότι αν κάνουμε κάτι κακό εναντίον τους ή γενικά τους στενοχωρήσουμε, θα έχουμε εχθρό απέναντί μας όχι κάποιον άνθρωπο αλλά τον ύψιστο Θεό. Αυτός υπερισχύει πάνω από κάθε δύναμη και οπωσδήποτε θα μας εκδικείται στον αιώνα γι’ αυτά που κάναμε.
»Να είστε καλά!»
Η επιστροφή στην Παλαιστίνη
10Όταν πήραν οι Ιουδαίοι την επιστολή αυτή, δε βιάστηκαν αμέσως να ετοιμαστούν να φύγουν αλλά ζήτησαν από το βασιλιά να τους επιτρέψει να τιμωρήσουν όπως έπρεπε εκείνους από τους συμπατριώτες τους Ιουδαίους, που χωρίς κανείς να τους υποχρεώσει, είχαν εγκαταλείψει τον άγιο Θεό και είχαν παραβεί το νόμο του. 11Επισήμαναν επίσης στο βασιλιά ότι εκείνοι που είχαν παραβεί τις θείες εντολές για χάρη της καλοπέρασής τους, δεν επρόκειτο να χειρισθούν καλά ούτε του βασιλιά τις υποθέσεις. 12Ο βασιλιάς πίστεψε ότι του έλεγαν την αλήθεια κι αφού τους απηύθυνε διάφορες φιλοφρονήσεις, τούς έδωσε την άδεια να φονεύουν ελεύθερα σε όλη την επικράτεια και χωρίς καμιά ειδική διαταγή ή ενημέρωσή του, όλους όσοι είχαν παραβεί το νόμο του Θεού. 13Τότε αυτοί εγκωμίασαν κατά πώς έπρεπε το βασιλιά· οι ιερείς τους και όλος ο λαός αναφώνησαν: «Αλληλούια!» Και αναχώρησαν από το παλάτι πανευτυχείς.
14Οι Ιουδαίοι άρχισαν να τιμωρούν με παραδειγματική σκληρότητα φονεύοντας κάθε ομοεθνή τους που συναντούσαν στο δρόμο και είχε μιανθεί. 15Την ημέρα εκείνη φόνευσαν πάνω από τριακόσους άνδρες και πανηγύρισαν από τη χαρά τους, γιατί είχαν εξολοθρεύσει τους βέβηλους. 16Αυτοί όμως που είχαν μείνει πιστοί στο Θεό μέχρι θανάτου, απόλαυσαν πλήρη σωτηρία και αναχώρησαν από την πόλη στεφανωμένοι με διάφορα ευώδη λουλούδια, ευχαριστώντας με χαρούμενες φωνές και δοξολογώντας με μελωδικούς ύμνους το Θεό των προγόνων τους, τον αιώνιο σωτήρα του ισραηλιτικού λαού.
17Όταν έφτασαν στην Πτολεμαΐδα,ιβ η οποία ονομαζόταν «ροδοφόρος», επειδή το έδαφός της ήταν πρόσφορο για να καλλιεργούνται τριαντάφυλλα, τους περίμενε εκεί ο στόλος για εφτά μέρες. Με κοινή απόφαση που πήραν 18έκαναν εκεί συμπόσιο για τη σωτηρία τους. Ο βασιλιάς τούς είχε χορηγήσει γενναιόδωρα όλα τα αναγκαία για να φτάσει καθένας μέχρι το σπίτι του. 19Όταν βγήκαν στη στεριά με ειρήνη και με τις πρέπουσες πάλι δοξολογίες, αποφάσισαν να γιορτάσουν και εκεί τις ημέρες αυτές για τον καιρό που ήταν στην ξένη χώρα. 20Ξεχώρισαν αυτές τις μέρες και τις έγραψαν σε αναμνηστική στήλη και στη θέση όπου έκαναν το συμπόσιο ίδρυσαν ένα ναό. Μετά αναχώρησαν καθένας για το σπίτι του αβλαβείς και ελεύθεροι, από την ξηρά, από τη θάλασσα ή μέσω του ποταμού, γεμάτοι χαρά γιατί είχαν σωθεί με τη διαταγή του βασιλιά. 21Τώρα οι Ιουδαίοι είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη από πρωτύτερα απέναντι στους εχθρούς τους. Απολάμβαναν τιμή και σεβασμό, χωρίς καθόλου να ανησυχούν για τις περιουσίες τους ότι κανένας θα τους τις έβλαπτε. 22Όλοι έπαιρναν πίσω τα πράγματά τους που είχαν κατασχεθεί και όσοι από τους εθνικούς τούς είχαν πάρει κάτι, τους το επέστρεφαν με πολύ φόβο, γιατί ο μεγάλος Θεός είχε κάνει θαύματα για την πλήρη σωτηρία τους. 23Ας είναι δοξασμένος ο λυτρωτής του ισραηλιτικού λαού για πάντα. Αμήν.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση  κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα ,χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
http://www.alavastron.net

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |