ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: Τά Μυστήρια της Εκκλησίας

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Τά Μυστήρια της Εκκλησίας



Αγιος Θεόδωρος Στουδίτης
Κεφάλαιο δεύτερο
Τά Μυστήρια της Εκκλησίας

Θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς προσδοκία καὶ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, δὲν ὑπῆρξε ὁμοφωνία ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν μυστηρίων καὶ τὸν σχολαστικὸ τρόπο ὁρισμού τους. Ὁ Θεοφόρος πατέρας καὶ ἡγούμενος τοῦ Στουδίου ἀναφέρει σὲ μία ἐπιστολή του πρὸς πνευματικὸ τέκνο του μοναχό, μὲ ποιμαντικὸ σκοπὸ καὶ πρὸς πνευματικὴ ἀφύπνιση, ἐπιγραμματικὰ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας «ἕξ μυστήρια ἐκτεθεικῶς˙ πρῶτον, περὶ φωτίσματος˙ δεύτερον περὶ συνάξεως, εἲτ΄ οὖν κοινωνίας˙ τρίτον περὶ τελετῆς μύρου˙ τέταρτον, περὶ ἱερατικῶν τελειώσεων˙ πέμπτον, περὶ μοναχικῆς τελειώσεως˙ ἕκτον, περὶ τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων»44. Σημειώνεται στὴν Ἠθικὴ καὶ Θρησκευτικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία ὅτι «ὁ χρόνος καθ΄ ὅν καθωρίσθη, ὅτι τὰ μυστήρια εἶναι ἑπτά, συμπίπτει περὶ τὰ τέλη τοῦ ΙΓ΄ αἰῶνος…». Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν μαρτυρία μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε ὅτι, ὅταν ἔγραφε ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, μποροῦσε νὰ ἀριθμεῖ, ὄχι νὰ ὁρίζει ὡς αὐθεντία, τὰ μυστήρια σὲ ἕξι. Εἶναι ἀναγκαῖο ἐπίσης νὰ ἀναφέρουμε, πρὸς ἀποφυγὴν λανθασμένων ἐντυπώσεων, ὅτι σὲ ἄλλες ἐπιστολές του πρὸς λαϊκοὺς πιστοὺς ποὺ ζοῦν ἐν συζυγία, ἐκφράζεται ξεκάθαρα γιὰ τὸν γάμο ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὡς μυστήριο σωτηρίας τῶν καλῶς ἀγωνιζομένων μέσα σὲ αὐτό.




1. Τό μυστήριο τῆς Μετανοίας - Ἐξομολογήσεως.



• Η έννοια της αμαρτίας.
Γιά τόν ἅγιο Θεόδωρο, τό μυστήριο τῆς Μετανοίας πού τελεῖται σέ κάθε ἄνθρωπο, μέσα ἀπό τήν ἐσωτερική συντριβή, τήν ἀλλαγή τοῦ νοῦ, τήν διόρθωση τῶν λογισμῶν, τήν διάθεση ἐπανόρθωσης τῆς σχέσης του μέ τόν ἠγαπημένο Σωτήρα καί Θεό του, τήν ἴαση τῆς κατατραυματισμένης ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχῆς του, τήν ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου καί φιλαμαρτήμονα45 ἑαυτοῦ του στήν Θεία ἀγκαλιά τοῦ εὔσπλαχνου Πατέρα, τήν ἐπανέναρξη τῆς «θεομιμήτου ὑπακοῆς»46στά Θεῖα Ἁγιογραφικά καί Πατερικά προστάγματα καί τίς πατρικές νουθεσίες καί ἐντολές, θεμελιώνεται καί πραγματοποιεῖται μέ τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως.
Αὐτό φαίνεται μέσα ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ ἁγίου πρός τόν μαθητή τοῦ Γελάσιο47, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τήν Μονή τῆς μετανοίας του, τόν ἡγούμενό του καί τήν ἀδελφότητα. Ὁ λόγος πού ἔγινε αὐτό δέν ἀναφέρεται στήν ἐπιστολή, ὅμως παρόλο πού ὁ Ἅγιος δείχνει νά μήν γνωρίζει οὔτε τόν λόγο οὔτε τήν αἰτία καί τήν ἀφορμή, ἐπικεντρώνεται καί ἀναφέρεται παρ’ ὅλα αὐτά σέ συγκεκριμένες ἀδυναμίες καί πάθη, μέ ποιμαντική διορατικότητα, αὐστηρότητα καί ταυτόχρονα πατρική ἐν Χριστῷ ἀγάπη, ἐμπειρική διεισδυτικότητα καί ἀφυπνιστικά κεντρίσματα πού στόχο ἔχουν τήν «ἀναπήδηση»48 καί τήν «ἀνέγερση», τήν «ἀνανέωση» καί τήν «ἀναθέρμανση» τῆς ψυχῆς πρός τήν ἐπιστροφή.
Ἔτσι, στήν ἀρχή τῆς ἐπιστολῆς του δείχνει τήν ἀνησυχία του, πρῶτα γενικά ρωτώντας τον τί καλύτερο βρῆκε ἀπό τήν μοναχική καί ἀγγελική ζωή τοῦ μοναστηριοῦ καί «εἰργάσω ἤ εἰργάζη»49 σέ ἄλλο τόπο καί μέ ἄλλους τρόπους; Ἔπειτα τόν προβληματίζει πιό συγκεκριμένα ἀναζητώντας τά μοναχικά του γνωρίσματα στοχεύοντας πιό βαθειά στό φιλότιμό του. «Ποῦ ποτέ σου ἡ καθαρά προσευχή..ἡ ἀκράδαντος ὁμολογία;», τόν ρωτάει μέ φανερή λύπη, δείχνοντάς του ὅμως ὅτι γνωρίζει πώς μετά ἀπό τήν ἥττα του καί τήν φυγή του ἀπό τή Μονή, δέν ἔχει πλέον εἰρήνη καί κατ’ ἐπέκταση οὔτε προσευχή, πόσο μᾶλλον ἀκράδαντη ὁμολογία.
Ἔπειτα, ἀνάμεσα στά πολλά, μικρά ἀλλά εὔστοχα ἐρωτήματα πρός τόν μαθητή του, ἀναφέρει ὁ ἅγιος Θεόδωρος τό πλέον ἀπαραίτητο καί ἰσόβια χρήσιμο ἐργαλεῖο τοῦ μοναχοῦ ἀλλά καί κάθε «ζωντανοῦ»
χριστιανοῦ, τήν «φωτοποιό ἐξαγόρευση»50 σφραγίζοντας τόν σκοπό τῆς ἐπιστολῆς καί τόν τρόπο τῆς ἐπιστροφῆς.
Μετά ἀπό αὐτή τήν ἀναφορά στήν ἐξαγόρευση-ἐξομολόγηση, ψάχνει στόν Γελάσιο τήν «ἀγγελική χοροστασία», τήν «θεομίμητο ὑπακοή» καί τήν «χριστοφόρο ταπεινοφροσύνη»51. ὁ Ἅγιος ρίχνει ἕνα τριμερές βέλος αἰχμηρότατο μέ συμπυκνωμένη σύσταση νοημάτων, γιά νά τραυματίσει τήν συνείδηση τοῦ ἀδελφοῦ πρός ἀναζήτηση ἰαματικῶν οὐσιῶν, εἴτε στή μνήμη του ἐνθυμούμενος τήν ποικίλη λειτουργία του ὡς ὑπάκουου καί ἀθλητού μοναχοῦ, εἴτε στήν παροῦσα καρδιά του ἀνοίγοντας θύρα ἤ ἀγωγό ἔστω μικρό πρός τήν χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά τήν ἀλλοιώσει καί νά τήν φωτίσει.
Εἶχε τήν βαθειά πεποίθηση, ἀλλά καί τήν προσωπική ἐμπειρία εὐθυγραμμισμένη μέ τήν πνευματική ἐμπειρία τῶν πατέρων, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία φυγαδευτήριόν ἐστι σωτηρίας», γιά αὐτό καί μέ ὅποιο τρόπο κι ἄν προσεγγίζει ὁ ἅγιος τό πνευματικό του παιδί, στοχεύει στό νά τοῦ ὑπενθυμίσει τήν ἐντολή νά προσέχει τήν παρακαταθήκη τῆς πίστεως καί τῆς καθαρῆς ζωῆς πού τούς παρέδωσε. «Τήν πίστιν ὑμῶν φυλάξατε ἀσάλευτον καί τόν βίον ἀκηλίδωτον»52. Τοῦ ὑποδεικνύει ὅτι στήν Ἐκκλησία, στή Μονή του, στήν ἀδελφότητά του καί τήν πατρική ἀγκάλη τοῦ ἡγουμένου του, προσφέρονται τά «φάρμακα τῆς σωτηρίας»53.
• Το μυστήριο της Εξομολόγησης ως φάρμακο σωτηρίας.
Προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο, νά δώσει στά πνευματικά παιδιά του νά καταλάβουν, καί νά τούς γίνει πνευματική αἴσθηση καί γνώση, πώς ἡ τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης κατέχει τήν πρώτη θέση ἀνάμεσα στά φάρμακα τῆς σωτηρίας «θέλω δέ εἰδέναι ὑμᾶς ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλο μετά τήν ἐξαγόρευσιν σύντομον καί ἄφθαστον φάρμακον εἰς σωτηρίαν»54.
Εἶναι φάρμακο, ἀλλά καί ἀνεκτίμητο δῶρο ἀπό τόν Θεό ἡ ἐξομολόγηση καί πρέπει νά τό γνωρίζουν καί νά τό βιώνουν ὡς τέτοιο και ὄχι νά ἀπέχουν ἀπό αὐτό αὐτοκαταστρεφόμενοι, «ὡς καί αὐτοί συνεπίστασθε καί ἡνίκα τοῦτο τό δῶρον νῦν παρέσχεν ὁ Κύριος, τί ὅτι οἱ μέν βραδύνετε πρός τάς ἐξαγορεύσεις καί πνίγεσθε τῇ σιωπῇ καί ἑλκοῦσθε καί σκωληκιᾶτε τοῖς ἀθριαμβεύτοις λογισμοῖς;»55.
Αὐτή ἡ πεποίθηση τοῦ ἁγίου δέν περιορίζεται στή ποιμαντική του μέσα στή ζωή τῆς Μονῆς καί τῆς ἀδελφότητας μόνο, ἀλλά ἐκτείνεται πρός κάθε ψυχή ἡ ὁποία τόν πλησιάζει καί ζητάει βοήθεια. Γιά αὐτό καί στήν ἐπιστολή του πρός τόν στρατηγό Θεόδωρο ἡ φροντίδα καί ἡ πατρική προστατευτικότητα, πού τόν χαρακτηρίζει, ἐκφράζεται πάλι μέ ζέση καί ἀγαπητική ἔνταση «…δεῦρο πάλιν, φίλε καί κύριε καλέ, ἀνακληθῶμεν, μεταμεληθῶμεν. " Ἐγγῦς Κύριος τοῖς ζητοῦσιν αὐτόν"56 καί οὐ βούλεται μέν τήν πτῶσιν ἡμῶν κατά τι τῶν ἁμαρτανομένων˙ πεσόντας δέ ἐρᾷ ἀνίστασθαι ἡμᾶς θᾶττον, καί ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφειν»57.
Σέ ἐπιστολή του, πρός τό πνευματικό παιδί του Ἀμοῦν, ἀπευθύνεται μέ τόν ἴδιο καί περισσότερο πατρικό πόνο καί μέ ἐκρηκτική ἐναγκαλιστική ἀγάπη «στεναγμόν ἀναπέμπω ἐκ βάθους καρδίας, καί δάκρυον ἀναμίγνυμι τῷ μέλανι», προτρέποντας τόν πεπτωκότα μοναχό πρός μετάνοια καί ἐξομολόγηση, ἀρχικά ζητώντας του νά θυμηθεῖ αὐτό πού λησμόνησε καί ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀθέτησης ἔπεσε καί τόν ρωτάει «ποῦ ἡ φωτιστική ἐξαγόρευσις»58 δείχνοντάς του τόν τρόπο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἀμέσως μετά ἀκολουθοῦν οἱ καρδιακές προτροπές˙ «δεῦρο δή οὖν, δεῦρο, τέκνον, ἀνάνηψον, ἀνακλήθητι, ἀνακαινίσθητι»59. Ἡ ἀνάνηψη καί ἡ ἀνάκληση εἶναι χαρακτηριστικά της μετανοίας, ἡ ἀνακαίνιση δέ καρπός τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης.
Γιά αὐτό, συνεχίζει ὁ θεοφόρος πατέρας πρός τό πνευματικό τέκνο του «πρόσελθε τῷ ἀμνησικάκῳ καί φιλανθρωποτάτῳ Ἰησοῦ» καί τόν καλεῖ νά ἔλθει πρός τόν σωτήρα Ἰησοῦ μέσα ἀπό τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση, ἀφοῦ Ἐκεῖνος μέσα ἀπό τήν λειτουργία τοῦ μυστηρίου  «ὑπαντᾷ, περιπλέκεται, εἰσοικίζεται, οὐκ ἐγκαλεῖ περί τῶν προτέρων˙ ἄγει καί πάλιν ἑορτήν, σώζει τόν ἀσωτεύοντα».
Αὐτό εἶναι καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτό καί τό σχέδιό του μέ τήν ἐνανθρώπηση, αὐτό πραγματοποιεῖται μέσα ἀπό τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση, καθώς σημειώνει σέ μία ἀκόμα ἐπιστολή του, ὅτι ὁ σκοπός αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό «κερδηθῆναι τόν ἀπολλύμενον. Τοῦτο γάρ βούλεται Θεός, καν τοῦτο ἦλθεν ἐπί τῆς γῆς, τό ἀπολωλός ἐκζητῶν ἐπιστρέψαι60˙ καί τῆς εἰς αὐτόν ἀγάπης ἀπόδειξιν τήν τοῦ πέλας φιλίαν ποιεῖται ἡμῖν»61. Ἐπιζητεῖ τήν ἐπιστροφή ὁ Θεός μέ τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση, ἀλλά καί τό νά ἀποδείξει τήν ἀγάπη του, μέ τή δημιουργία τῆς ἀνώτερης πνευματικῆς σχέσης μεταξύ του μετανοημένου ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ, τῆς φιλίας.
 Η έννοια της αμαρτίας.
Ἔξω ἀπό τήν Μετάνοια καί τήν Ἐξομολόγηση καί χωρίς τά προαναφερόμενα ἐπακόλουθά τους, κατά τόν ἅγιο Θεόδωρο, ἡ ψυχή εἰσπράττει τά «ἐναντία» ζώντας σέ μία πνευματικά ἐρημική κατάσταση, ὅπου οἱ μόνοι καρποί πού μπορεῖ νά φέρει εἶναι «σκοτασμός νοός», «ἀναλγησία ψυχῆς», «πώρωσις καρδιακή», «δυσπιστία», «ἀνελπιστία, ὀλιγωρία, φόβος θανάτου, τρόμος ἀπολογίας»62 καί ἄλλα στοιχεῖα τῆς κατάστασης τοῦ μαθητοῦ του τά ὁποῖα ἀναφέρει στήν ἐπιστολή, δείχνοντας πλέον στό πνευματικό του τέκνο πώς γνωρίζει τήν κατάστασή του˙ γιά αὐτό καί ἀκολουθεῖ τό πατρικό κάλεσμα.
«…ἀνάσφηλον καί ἀναπήδησον, καί ἀνεγέρθητι καί ἀναθερμάνθητι˙ καί μή ὥραν, μή ἡμέραν, μή ἑβδομάδα, ἀλλά θᾶττον χαίρειν πᾶσιν εἰπῶν ἦκε ἐρρωμένως καί ἀνενδοιάστως πρός τόν δύστηνόν σου Πατέρα καί πρός τήν καλήν σου ἀδελφότητα…»63. Μέ αὐτά τά λόγια ὁ ἅγιος Θεόδωρος, ἀλλά καί κάθε πνευματικός πατέρας, καλεῖ πρός μετάνοιαν καί ἐξομολόγηση τά ἁμαρτωλά πνευματικά παιδιά του. Εἶναι τόσο κρίσιμο αὐτό τό σημεῖο τῆς ἀπόφασης καί τόσο καθοριστικό τό μυστήριο τῆς Μετάνοιας καί Ἐξομολόγησης, πού ἡ ἔγνοια ἑνός  «ἀπροσδόκητου θανάτου»64 προκαλεί ἔντονη ἀνησυχία γιά τήν ψυχή τοῦ πνευματικοῦ τέκνου.
Ὁ ὁμολογητής Στουδίτης, στόν ἐπιτάφιο λόγο του πρός τόν πνευματικό του πατέρα Πλάτωνα, προβάλλοντάς τον ὡς παράδειγμα πρός μίμηση, ἐπισημαίνει ἔντονα τήν λειτουργία τῆς ἐξομολόγησης, χαρακτηρίζοντάς την «τό ἀξιεπαινέστερον» ἀγώνισμα, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Πλάτωνας «…ἐξαγορεύσεις ποιούμενος τῶν κρυφίων τοῦ νοῦ κινημάτων καί δραμάτων… φιλοθεΐας ὑπῆρχε σύμβολον…»65.
Τό μοναστήρι εἶναι τό τελειότερο ἐπί γῆς πνευματικό περιβόλι, μέσα στό ὁποῖο καλλιεργοῦνται τά ἔμψυχα ἄνθη, οἱ μοναχοί, καί παίρνουν ἀπό τό εὔφορο ἔδαφος τίς κατάλληλες οὐρανόδοτες οὐσίες. Κατά τόν θεοφόρο ἡγούμενο, τά λογικά ἄνθη, θά πρέπει νά διακρίνονται στά λαμπερά χρώματα, στήν ζωντάνια, στήν ζωηρή ἄνθιση, στήν ἀντοχή τῶν ἀνέμων, στήν σταθερή ἀνάπτυξη καί στήν ἀπελευθέρωση τοῦ ὀξυγόνου γιά τήν δική τους ὑγεία ἀλλά καί «ἐν ἀλλήλοις χρηστευόμενοι». Δηλαδή τούς θέλει «καθαροκάρδιους… φίλαγνους… εὐκατάνυκτους… διακριτικούς… φίλεργους… εὐεξαγόρευτους»66.
Δέν εἶναι τόσο εὔκολο στήν πράξη ὅσο ἀκούγετε στίς λέξεις καί αὐτό τό ξέρει καλύτερα ἀπό ὅλους ὁ ἅγιος Θεόδωρος, γιά αὐτό καί πιό κάτω καταλήγει, στήν κατήχησή του πρός τούς ἀδελφούς, λέγοντας ὅτι «…οὕτως ὁ καλός ἀγών67 καί οὗτος τό μαρτύριον τῆς συνειδήσεως68 καί οὗτος ἡ ἀθλητική προκοπή ὑμῶν καί οὗτος ἡ στεφανηφόρησις ὑμῶν»69.
Σέ ἄλλη κατήχησή του ὁ ἅγιος, τό καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ὀρθοπραξίας, τολμᾶ ξανά ὅπως καί κάθε φορά νά πεῖ τήν ἀλήθεια, ἄν καί αὐτό στό ὁποῖο ἀναφέρεται μπορεῖ νά ξενίζει κάποιους ἀδελφούς πού ζοῦν στήν πλάνη τῆς «διάκρισης» τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, δηλαδή πού νομίζουν ὅτι αὐτό τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ ἅγιος γιά τήν ἐξομολόγηση καί τό φωτισμό μέσα ἀπό αὐτή, ἀφορᾶ μόνο τούς μοναχούς. «Κατόπιν τούτων τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως ἐπιδεξάμενοι, ἀρχιερεῖς,ἱερεῖς, μονασταί, λαϊκοί, πάντες ἐν παντί ἀγαθῷ πληρώματι καί ἐπιτηδεύματι…»70. Ἄλλο εἶναι νά κατατοπίζει περί «τήν ὑποταγήν τῆς ἱερᾶς πολιτείας»71 καί τήν τελειότητα τῶν προϋποθέσεων πού ἔχει ἡ μοναχική ἀφιέρωση, ὡς «ὁλομακάριστη… ἐπιβίωση»72, καί ἄλλο εἶναι νά ὁδηγεῖ στήν γνήσια αἴσθηση περί τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ξεκαθαρίζοντας τό γεγονός ὅτι ὁ Θεός δίνει τίς δωρεές του, μέσα ἀπό τά μυστήριά του, σέ ὅλους τους πιστούς ἀνεξαιρέτως καί ἀδιακρίτως, ἀνάλογα βέβαια καί μέ τήν δεκτικότητα καί τόν προσωπικό ἀγώνα τελειώσεως τοῦ κάθε μέλους τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Δέν μπορεῖ κανένας νά εἶναι καθαρός στήν καρδιά, ἐάν ἀπέχει ἀπό τήν ἐξομολόγηση τῆς ὁποίας «τό δάκρυον… ἀποσμύγει καί ἀποπλήνει τήν καρδίαν ἀπό ἁμαρτιῶν καί καθαράν αὐτήν παρίστησι τῷ Κυρίῳ..»73. Κανένας δέν μπορεῖ νά εἶναι φίλαγνος μακρυά ἀπό τήν παθοκτόνο ἄσκηση καί τό «μέτρον τῶν γονυκλισιῶν»74, κανένας δέν μπορεῖ νά βιώνει τήν κατάνυξη ὡς κατάσταση μακριά ἀπό τήν λατρευτική προσευχή καί τήν τέλεση τῆς «ψαλμωδίας», στήν ὁποία εἶναι ἀνάγκη νά «προσέλθωμεν σπουδαίως καί λαλήσωμεν ἐμμελῶς»75. Ἀδυνατεῖ ὁ ψυχικός κόσμος νά σηκώσει τήν κορωνίδα τῶν ἀρετῶν, τήν διάκριση, χωρίς τήν «ἀγάπη, ὅτι πανταχοῦ τό καθ’ ἑαυτήν παρορᾷ πρός τό τοῦ πλησίον συμφέρον»76, οὔτε μπορεῖ νά εἶναι φίλεργος, χωρίς δυνάμεις πνευματικές ἀπό τήν ὄντως τροφή τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, ἐπειδή «ζωῆς μετουσία ἐστίν ὁ προκείμενος ἄρτος»77 ἡ πηγή δηλαδή τῆς ζωτικῆς δύναμης τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος.
Μέ αὐτό τόν τρόπο, μεταδίδει διαπεραστικῶς τό μήνυμα στούς ἀδελφούς της μονῆς, ἀπό κατήχηση σέ κατήχηση, ὅτι δέν μπορεῖ κανένας τους νά διέλθει «ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων τοῦ Χριστοῦ… ὁδῷ βασιλικῇ πορευόμενος», ἐάν δέν ξεκινάει καί τελιώνει ἡ πνευματική ζωή καί ὁ καθημερινός ἀγώνας ἀπό τήν θεία λατρεία καί τό μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης.
Συνεπαρμένος, ὅπως φαίνεται, ἀπό μία περίοδο στήν ὁποία ὑπῆρξαν πολλές πτώσεις μοναχῶν, σέ μία κατήχησή του ἐκφράζει μέ διδακτικό τρόπο τήν βαθειά λύπη καί τήν ἀνησυχία του γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν ὅλων, ἡ ὁποία ἀπειλεῖται συνεχῶς ἀπό τόν μυσαρό καί ἀντικείμενο ἐχθρό, τόν διάβολο «οὐκ ἴστε πηλίκην μανίαν ἔχει καθ’ ἡμῶν ὁ διάβολος; Πᾶσι μέν γάρ ἀνθρώποις ἐπέρχεται, οὐ μήν ὡς τοῖς ταπεινοῖς μοναχοῖς. Καί χαίρειν μέν τῇ τῶν πολλῶν ἀπωλείᾳ»78. Θέλει νά τούς ἀφυπνίσει ὁ ἡγουμενος γιά νά συναισθανθοῦν τήν καθημερινή πραγματικότητα, καί νά τούς δείξει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας μέσα ἀπό τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση, ὡς ρίζες γιά κάθε ἀγαθή βλάστηση στήν πνευματική τους ζωή.
Ἐπιδιώκει νά δείξει τήν δύναμη τοῦ μυστηρίου, πού ἀπορρέει ἀπό τήν πνευματοκίνητη μετάνοια. Μιλάει ἐμπειρικά καί περιγράφει, μέ θεοφώτιστη σιγουριά, τήν ζημιά πού προκαλεῖται στόν μισάνθρωπο διάβολο ἀπό αὐτήν. Ὁ πονηρός ἀποδυναμώνεται «ὁπηνίκα αἰσθάνεται ὑμας δί’ ἐξαγορεύσεως τά αὐτοῦ μηχανήματα διαλύοντας»79. Δέν μιλάει γιά δυσκολία ἤ ἐμπόδιο ἤ περιορισμό ἤ ἀναβολή στό καταστροφικό ἔργο τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος, ἀλλά ξεκάθαρα μιλάει γιά διάλυση, καί ἀναίρεση καί ἀκύρωση καί ἀναχαίτιση τῶν ἐπιθέσεων καί τῶν φθορῶν τοῦ πονηροῦ, καθώς καί καταστροφή τῶν μηχανημάτων του.
Τόση δύναμη ἔχει ἡ χάρη τοῦ μυστηρίου, που μέσα ἀπό τήν ἄφεση, τήν ἀποκάθαρση, τήν ἀνακαίνιση καί τήν χαρίτωση τῆς ψυχῆς ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, προκύπτει ἀμέσως ἕνα ἄλλο πνευματικά ἀφετηριακό γεγονός κατά τόν ἅγιο Θεόδωρο. «Οὐ γάρ ἔχει χώραν οὐδέ τόπον ἐκεῖ, οὖ ἐστι φόβος Θεοῦ, οὖ ὑπάρχει ἐντολῶν τήρησις…»80.
Ἀπό τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί τῆς ἐξομολόγησης ἀρχίζει ξανά μία νέα πνευματική ἐποχή, δίνεται μία εὐκαιρία μέσα ἀπό τόν ἀσφαλή δρόμο τῆς ἀρετῆς τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ. Μία νέα γέννηση πραγματοποιεῖται, μέσα ἀπό τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, διότι οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐφαρμογή τους εἶναι ἡ αἰτία γιά τήν «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις» παρουσία, βίωση τοῦ Θεοῦ καί χαριζόμενη, καί στόν καθένα προσωπικά, ἡ «ἀποκάλυψις, ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἐν αὐτῷ»81.
 Τρίπτυχο αφυπνίσεως του πνεύματος μετανοίας και διδαχές για στερέωση στην περαιτέρω πορεία.
Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε τήν παρατήρηση πού κάνει σχετικά μέ τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, στήν ἐπιστολή του πρός τήν λαϊκή σπαθαρία Μαχαρά, τό παράδειγμα τῆς ὁποίας ἐξέπληξε τόν ἅγιο Θεόδωρο, ὅσον ἀφορᾶ τήν λειτουργική ζωή της καί τήν χαριτωμένη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐσωτερική της κατάσταση. Αὐτό πού τόν ἐντυπωσίασε ἦταν ἡ δυναμική της στήν προθυμία καί τό ὁλοκληρωτικό δόσιμό της στήν πνευματική ζωή, μέσα καί μόνο ἀπό τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης. Γράφει, ὁ ἅγιος χαρακτηριστικά, γιά τήν Μαχαρά˙ «καί τό παράδοξον ἑξάπινα τήν ἐξαγόρευσιν φέρουσα, ὥσπερ τι ἔνδον θεοχάριστον!»82.
Ἡ φράση «ἔνδον θεοχάριστον», μέ τήν ὁποία περιγράφει τήν ἐξομολόγηση, γίνεται σύνδεσμος καί γεφύρωση νοήματος, παράλληλα μέ τήν ἀναφορά τοῦ ἁγίου, γιά παρόμοια κατάσταση, ἐξ αἰτίας τῆς ἐξομολόγησης, ὅταν γράφει στήν ἐπιστολή του πρός τόν πνευματικό υἱό του Βασίλειο˙ «εἶεν ἐξαγόρευσις ἐπειπερ πᾶν τό φανερούμενον φῶς ἐστιν, ὡς καί τό ἔμπαλιν˙ εἶεν ὑπακοή, ὑφ’ ᾗ ὁ λῃστής εἴσοδον ἐξαπάτης οὐχ εὑρίσκει˙ εἶεν ταπείνωσις, ἥν ἀμπεχόμενος ὁ Θεός ἄνθρωπος γέγονε, θεούς ἐντεῦθεν τους ἀνθρώπους δημιουργῶν»83. Θεοχάριστο τρίπτυχο ἐντός του ἀνθρώπου ἐξ αἰτίας τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως.
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος δέν κατηχεῖ ἐπιπόλαια τούς μοναχούς του, ἀλλά τούς προσφέρει τροφή μέ συμπυκνωμένα νοήματα. Δέν μιλάει μέ τήν γνώμη τοῦ ἀλλά μέ τήν ἐμπειρική γνώση του, τήν γνώση τῆς Ἐκκλησίας ὡς λατρευτικής κοινωνίας καί ὡς τόπου δωρεᾶς τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν του Θεοῦ. Καί ἀπό ποῦ ξεκίνησε γιά νά καταλήξει ἐδῶ; Ἀπό τήν ἐξομολόγηση.
Περιφερόμενοι μέσα στό πλῆθος τῶν λόγων τοῦ ἁγίου, μποροῦμε νά ἐντοπίσουμε τήν «φανέρωση σέ αὐτό τόν κόσμο»84 καί τόν ὁραματισμό τῆς ἐκπλήρωσης μίας ἀποστολῆς. Ἡ ἀποστολή ἔχει νά κάνει μέ τόν κάθε χριστιανό, ὅλα τά μέλη, ἐκείνους καί ἐμᾶς πού «Χριστόν ἐνεδύθημεν»85 οἱ ὁποῖοι τήν «ἀγαθήν πολιτείαν» κληθήκαμε νά πορευθοῦμε καί νά ἐκπληρώσουμε ἀναλαμβάνοντας «τάς ἐντολάς τοῦ Κυρίου… καί οὐδέν ἄλλο σκοποῦντες καί οὐχ ἕτερόν τι ἐπιθυμοῦντες ἤ τό εὐαρεστῆσαι Θεῷ διά τῆς νεκρώσεως τῶν παθῶν καί ἀναλήψεως τῶν ἀρετῶν»86.
Μέσα σέ αὐτήν τήν ἀποστολή, ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, σπεύδει πάλι νά ξεκαθαρίσει ὅτι καί οἱ ἀπόστολοι βρῆκαν ἐμπόδια, εἶχαν δυσκολίες καί πειρασμούς, ἀκόμα καί πτώσεις. Ὅταν ἀναφέρει σέ μία κατήχησή του ὅτι «τῶν ἀποστόλων ὁ κορυφαῖος μετά τήν ἄρνησιν, τῷ φαρμάκῳ τῶν δακρύων, πάλιν τό τῆς ἀποστολῆς φορτίον ἀπεκομίσατο»87, ἐκφράζει τήν ἀναγκαιότητα, γιά τήν μετοχή σέ αὐτό τό φοβερό μυστήριο τῶν δακρύων καί τῆς μετανοίας, μέσα ἀπό τήν ἐξομολόγηση.
Ἰδιαιτέρας προσοχῆς χρήζει ὁ ὑπό μορφή ἐντολῆς λόγος τοῦ ἁγίου πρός τούς ἀδελφούς τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος μέ εὐθύτητα καί ἐξαιρετική ἔνταση προτρέπει: «γινέσθω ἡ ἐξαγόρευσις τῶν κρυπτῶν, ὅτι τοῦτο σωτήριον ψυχῆς καί ἀπαλλακτήριον παθῶν»88. Δέν εἶναι σπάνιο τό γεγονός πού ἀναφέρουμε πιό πάνω, γιατί σέ ἄλλη κατήχηση θά δοῦμε, νά εἰσέρχεται, μέ διακριτική λεπτότητα καί μέ τήν ἴδια εὐθύτητα πού τόν χαρακτηρίζει, σέ λεπτομέρειες ἐπί τοῦ θέματος, λέγοντας «ἐτρώθη τις τήν καρδίαν ἀπό ὁράσεως, ἀπό ἀκοῆς; Συνηρπάγη ἐκ λογισμοῦ δαιμονιώδους καί ἀνεφλέχθη εἰς ἐπιθυμίαν πονηράν… εἰς ἄλλο τι τῶν ὀλεθρίων παθῶν; Δεῖν εὐθύς θεραπείας˙ ἡ δέ ἐστι μετάνοια, κατάνυξις, κλαυθμός, ὀδυρμός, συντριμμός καρδίας, τά ἄλλα φάρμακα τῆς μετανοίας˙ καντευθεν ἀναρρωσθῆναι καί πρός τήν προτέραν ἀναδραμεῖν κατάστασιν»89.
Ἀναφέραμε ἤδη πιό πάνω, ἀπό ἄλλες κατηχήσεις, τήν ταύτιση πού κάνει ὁ Ἅγιος στίς δύο χαρισματικές καταστάσεις, μιλώντας γιά τά φάρμακα τῆς μετανοίας καί τῆς σωτηρίας. Συνεχίζει προειδοποιώντας καί προστατεύοντας τούς ἀδελφούς˙ «Εἰ δέ μή οὕτω γένηται, εὑρισκόμεθα ἁμαρτίαν ἐφ’ ἁμαρτίᾳ καί πληγήν ἐπί πληγῇ προστιθέντες, καί γίνεται τό πάθος ἀνίατον καί ἀρρωστοῦμεν τήν πρός θάνατον ἁμαρτίαν». Μποροῦμε ἀπρόσμενα νά γίνουμε παρατηρητές τῶν ποιμαντικῶν μεθόδων τοῦ ἁγίου μέσα ἀπό τίς διάφορες κατηχήσεις.
Ἀναφέρουμε πάλι τό παράδειγμα τῶν πιό πάνω κατηχήσεων, ὅπου στήν μία ἀναφέρει ἐπιγραμματικά σχεδόν καί συμπυκνωμένα ὅτι ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἀπαλλακτήριο παθῶν καί στήν ἄλλη ἀναλύει τούς καρπούς τῆς ἐξομολογήσεως, τά φάρμακα τῆς μετανοίας, τίς ἐπιπτώσεις ἀποχῆς ἀπό αὐτήν καί τίς συνέπειες τῆς συσσωρεύσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν παθῶν.
 Ο ρόλος του ποιμένα στη διαδικασία της εξομολογησης και της εγκατάστασης βαθειάς πνευματικής σχέσης.
Μέσα ἀπό συμπυκνωτικές ἀναφωνήσεις ἐκφράζει ἐμφατικά καί ὁρίζει πτυχές τῆς μυστήριας καταστάσεως τῆς ψυχῆς, πού ὅμως, παρόλες τίς δυσκολοδούλευτες πλευρές της, μπορεῖ νά βελτιωθεῖ καί νά δοκιμαστεῖ καί νά θεραπευτεῖ, μέσα ἀπό τήν μετάνοια καί τό κατόρθωμα τῆς ἐξαγόρευσις. «Ἡ ἐξαγόρευσις τό μέγα καί σωτήριον κατόρθωμα. Καί εἰ μέν ἑώρων ὑμᾶς ταύτῃ βελτίους γινομένους, ἔχαιρον ἄν ὡς πραγμάτων ἀπηλλαγμένος, οὐκ ὀλίγου γάρ κόπου τά τῶν ἄλλων θεραπεύειν ἀρρωστήματα…»90.
Πρῶτα διδάσκει τήν ἀξία τῆς ἐξομολογήσεως, θέλοντας νά φανερώσει καί τήν πνευματική γραμμή πού ἐπιδιώκει νά ἔχει στό μοναστήρι. Ἔπειτα καταθέτει τήν προσωπική του θέση καί ἐξηγεῖ ὅτι θά χαιρόταν ἰδιαίτερα, ἄν ἦταν ἄριστοι στήν πνευματική ζωή, καί ἔτσι κατά κάποιο τρόπο θά ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπό τήν βαρειά εὐθύνη καί το κοπιῶδες ἔργο τοῦ νά θεραπεύει τά ψυχικά ἀρρωστήματα, δηλαδή τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων μέσα ἀπό τήν ἐξομολόγηση. Δέν εἶναι βέβαια κάτι πού κάνει μέ καταπίεση, ἀφοῦ «ἑκουσίως ποιμένειν δεῖ, ἀλλ’ οὐκ ἀναγκαστικῶς»91, ἀντιθέτως τό κάνει μέ πλήρη συναίσθηση τῆς θέσης του, ὡς Θεία κλήση.
Στήν ἴδια κατήχηση, μέ ἀφορμή τήν παρεκτρόπη ἑνός ἀπό τούς ἀδελφούς, ἐμβαθύνει στήν πραγματικότητα τῆς πτώσης ὡς μία ἀκολουθία μέ ἐσωτερική αἰτία καί μέ δύο ἐνδεχόμενα συνέχισης: «Πόθεν γάρ… αἱ ἐντεῦθεν τικτόμεναι ἀτοπίαι; Οὐχί ἐκ τοῦ μή ἐξαγορεύειν, ἀλλά συγκρύπειν ἑαυτῶν τούς ὀλεθρίους λογισμούς; Καί γοῦν ἀρχή τις καί ρίζα τῶν ἐν ἡμῖν ἁμαρτανομένων ὁ ἔκτοπος λογισμός˙ ὅς θριαμβευόμενος μέν ἐλέει Θεοῦ φυγαδεύεται, κρυπταζόμενος δέ κατά μικρόν πρόεισιν εἰς τά τοῦ σκότους ἔργα»92. Καταλήγει δέ μέ μία προτροπή—προσταγή «μή τις πρός τό ἑξῆς ἀνεξαγόρευτος»93.
Σέ ἄλλη ἐπιστολή, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ἀναλύει ἀκόμη περισσότερο, μέ δικούς του πνευματικούς ὁρισμούς, τήν συνεχόμενη ἐμπόλεμη δαιμονική κατάσταση στόν κόσμο τοῦ χριστιανοῦ, ἰδιαιτέρως δέ τοῦ μοναχοῦ, ὅσον ἀφορᾶ τό λεπτό, ἐσωτερικό, πρακτικό ζήτημα τῶν σταδίων τοῦ πειρασμοῦ, γνωστῶν καί ἀπό ἄλλους ἀσκητικούς πατέρες, πού μέ ὅπλο τήν αἰχμηρή κίνηση τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ στοχεύει νά ρίξει τόν ἄνθρωπο στήν ἁμαρτία.
Ὁ σκοπός αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας καί ἐπεξήγησης τοῦ ἁγίου πρός τούς μοναχούς του φαίνεται ἀπό τήν φράση του, ἀμέσως πρίν μπεῖ στίς λεπτομέρειες, ὅταν λέει «ἐν παντί συνεστήσατε ἑαυτούς ἁγνούς εἶναι ἐν τῷ πράγματι»94 ἐκφράζοντας ἔτσι τήν πατρική ἐπιθυμία του γιά αὐτούς νά μένουν ἁγνοί, εἴτε χωρίς νά πέσουν στήν ἁμαρτία, εἴτε ἄν πέσουν νά μετανοήσουν ἀμέσως καί νά προσέλθουν στό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης.
 Η πτώση και τα στάδια της.
Τά στάδια τῆς ἁμαρτίας ἀναφέρονται ὡς ἑξῆς 1) προσβολή: «οἷον, πειρᾶται πρῶτον δέξασθαι ὑμᾶς προσβολήν», 2) συνδυασμός: «εἶτα φθέγξασθαί τι κατά καρδίαν πονηρόν˙», 3) πάλη: «εἶθ’ οὕτω χράνας»95, 4) συγκατάθεση: «καί φαρμάξας τήν ψυχήν»96, 5) πράξη: «τήν ψυχήν ἐξίστησι τῆς κατά φύσιν ἕξεως», 6) πτώση: «καί ποιεῖ αὐτήν ἄνουν καί ἄλογον καί τυφλήν». Συνεχίζει δέ ἀναφέροντας τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἁμαρτίας στήν ὅλη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, κυρίως δέ στήν διάνοια-νοῦ ὡς ἡγεμονεῦον ὄργανο τῆς ψυχῆς: «ἐφιεμένην ἅ μή δεῖ ἀντί φωτός σκότος ἀντί γλυκύτητος πικρότητα, ἀντί ζωῆς θάνατον˙ καί τοιοῦτος μέν ὁ τοῦ πειραστοῦ ὄλεθρος»97.
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος γρηγορεῖ δείχνοντας μία βαθειά ἀνησυχία, πού φανερώνεται σέ μερικά σημεῖα τῶν κατηχήσεών του, καθώς τήν ἐκφράζει μέ εἰλικρίνεια, λέγοντας «εἴ πως δυνηθῶ σύν ἐμοί καί ὑμᾶς περισώσασθαι»98. Αὐτή ἡ ἀνησυχία του γιά τήν σωτηρία ὅλων, τόν κάνει νά τούς ἀφυπνίζει καί νά τούς προτρέπει νά μήν καθυστερήσουν καθόλου καί νά τρέξουν ἄμεσα πρός τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, διότι «καιρός δακρύων, καιρός καταλλαγῆς πταισμάτων, καιρός ἁρπαγῆς βασιλείας οὐρανῶν99» καί γιά αὐτό προτρέπει˙ «ὁ ἀνεξαγόρευτος ἑξαγορευέτω»100.
Πλατύνοντας τήν ἀναφορά του στήν ἐπείγουσα καί ἄμεση ἀνάγκη γιά ἐξομολόγηση καί ἀνακαίνιση, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ξεκάθαρα σημειώνει πώς «εἰ δέ καί συμβῇ ἁμαρτεῖν… θᾶττον διορθωτέον καί μηδέ πρός μίαν ὥραν ἀθεράπευτόν τι ἐατέον, ὅτι θάνατος κλέπτης ἐστί καί οὐκ οἴδαμεν ποίᾳ ὥρᾳ ὁ κλέπτης ἔρχεται»101.
Κάτι παρόμοιο ἀναφέρει σέ μία ἐπιστολή του μέ ὕφος αὐστηρότητας καί μέ τρόπο προειδοποιητικό, στοχεύοντας στήν μετάνοια, «ἔχε οὖν προσεκτικῶς˙ μέμνησο τῶν συνθηκῶν. Γέγραπται˙ “ Ἥμαρτες; Μή προσθῇς˙ καί περί τῶν προτέρων σου δεήθητι”102. Καί πάλιν ὁ Κύριος λέγει˙ “πᾶν κλῆμα μή φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό ὁ Πατήρ, καί εἰς πῦρ βάλλεται, καί καίεται”103. Φοβηθῶμεν τό ὑπόδειγμα˙ ἀγωνισώμεθα ὑπέρ τῶν ψυχῶν, πρίν ἡ ἐπιστῆναι τήν ὥραν τοῦ θανάτου»104.
Πολύ συχνά δημιουργεῖ, στίς κατηχήσεις του, διπλές ἤ τριπλές ἤ πολλαπλές δέσμες ἀρετῶν, μέ τίς ὁποῖες, μεταγγίζει ὀξυγονωμένο αἷμα στούς πνευματικούς ἱστούς τῶν ταλαιπωρημένων ἤ ἀσταθῶν ἤ ἁμαρτωλῶν καρδιῶν τῶν ἀδελφῶν, γιά νά ἀναζωογονηθοῦν καί νά ἀνατρέξουν πρός τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξομολογήσεως. «Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός συνήγειρεν ἡμᾶς ἐρριμένους τῇ ἁμαρτίᾳ… συνεζωοποίησεν ἡμᾶς νενεκρωμένους τοῖς παραπτώμασι… ἀνέωξεν ἡμῖν πάλιν τόν παράδεισον… κατεξανιστάμενοι τοῦ θανάτου, προφητικῶς ἔχομεν λέγειν˙ “ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου ᾅδη τό νίκος;”105»106. Μεταδίδει ἐλπίδα καί φορτίζει μέ αἰσιοδοξία καί θάρρος κάθε κατηχούμενο ἀδελφό.
Αὐτό τό κάνει μέ ἕνα διπλό σκοπό. Νά δώσει ὤθηση πρός μετοχή ὅλων στήν ἀναστάσιμη χαρά καί ἀληθινή νίκη τοῦ Χριστοῦ καί δεύτερον νά τούς διεγείρει πρός ἐγρήγορση καί ἄμεση ἀθλητική προσπάθεια στόν πνευματικό στίβο, γιατί «ἡ φοβερά ἡμέρα τοῦ θανάτου ἐπελεύσεται, ἀλλά φοβερά μέν καί δυσαπάντητος τοῖς κεκρατημένοις ἐν ἁμαρτήμασι, τοῖς ἀνεξαγόρευτα πταίσματα ἔχουσι»107. Ἡ παντοδυναμία τῆς χάριτος τοῦ ἀναστάντος Λυτρωτοῦ Θεοῦ περιορίζεται μέ τήν ἀποχή μας ἀπό τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης. Γιά αὐτό τό τονίζει καί ἐντείνει τήν ἀναφορά του συνεχῶς σ’ αὐτό, γιά νά ἐπιτύχει τήν ἔμπνευση τῆς μετάνοιας στόν καθένα.
Μία πιστή συνοχή χαρακτηρίζει καί μία ὁμοιογενής συμφωνία στολίζει τίς διδαχές τοῦ ἁγίου γιά τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση, φανερώνοντας πραγματικά τήν ξεχωριστή διδασκαλία του ἐπί τοῦ θέματος. Μελετώντας τίς ἐπιστολές ὁμολογητοῦ ἁγίου, ἀνιχνεύονται διάφορα θαυμάσια ζευγαρώματα νοημάτων καί ἀνθεκτικῶν πνευματικῶν στηριγμάτων, στά ὁποῖα μακροχρόνια ἔπηξε τό ἀρραγές θεμέλιο τῆς ἀρχῆς τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως.
Γιά παράδειγμα, σέ μία ἐπιστολή του πρός τόν ἡγούμενο Γρηγόριο, ὑπομνηματίζει ἀρχικά γενικά, ἔπειτα συγκεκριμένα, καί συμβουλεύει˙ «ὡς πρόβατα ἔσεσθαι, φιλοῦντες τάς ἐντολάς αὐτοῦ… ἕν ἔστω θέλημα πάντων, μία καρδία, μία ψυχή, μή τό ἐμόν καί τό σόν, πάντα κοινά, πάντα καθαρά διά τῆς ἐξαγορεύσεως. Εἰ δέ μή οὕτως, καί τό κοσμικόν ἀπωλέσατε και, μοναχοί μή ὄντες ἀληθινοί, ὑπόδικοι γίνεσθε κατακρίσεως δικαίας»108. Διδάσκει, προτρέπει καί προειδοποιεῖ.
• Περιπτώσεις υποτροπής και η φροντίδα του ποιμένα.
Ὅμως, ὅπως φαίνεται, κάποιες φορές αὐτό δέν ἀρκεῖ, ὅταν ὑπάρχει ἀθέτηση καί πτώση. Στήν ἐπιστολή του πρός πνευματικό τέκνο του ἀναφέρει˙ «ἐσινίασέ σε ὁ Σατανᾶς ἀπορρήξας τῆς θείας συναφείας», γιά νά συμπληρώσει τήν ἀνάγκη «πάλιν ἐλθών, ἐξομολογήσω, ὑποσχόμενος τήν πρός τά ἑξῆς ἀσφάλειαν»109. Ξεκάθαρο εἶναι γιά τόν πνευματικό πατέρα Θεόδωρο πώς ἐπιστροφή καί πνευματική ἀσφάλεια δίδεται μόνο διά τῆς ἐξομολογήσεως.
Πάλι ἐκφράζεται, σάν νά συνεχίζει ἀπό τό σημεῖο πού ἔμεινε στήν προηγούμενη ἐπιστολή, τώρα γράφοντας πρός ἀπόντες ἀδελφούς: «ὅτι βλέπετε, ἀδελφοί, φοβερόν τό κρῖμα καί ἀπαραίτητον˙ εἰ μή μετανοίᾳ ἀξιολόγῳ ἐξιλεώσεσθε τόν Θεόν˙ τό γάρ ἐν ἐμοί τῷ ἁμαρτωλῷ συγχωρητέον ὑμῖν»110.
Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγηση, γιά αὐτό καί ἀπευθυνόμενος ὁ ἅγιος πρός τόν Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος γεύτηκε, ὅπως φαίνεται, τήν πτώση ὄχι μία φορά ἀλλά περισσότερες, ὅταν ἀναφέρεται στήν πρώτη φορά, ὅταν «ἐπανῆκες πρός ἡμᾶς… ἐξομολογούμενος», εἶναι γιά νά τόν καλέσει τήν παροῦσα τελευταία φορά πάλι πρός μετάνοια˙ «δεῦρο, ἐπίστρεψον πρός Κύριον, ὅτι φιλάνθρωπος ὤν πάλιν δέχεται, πάλιν ἁγιάζει, πάλιν νυμφοστολεῖ, πάλιν θύει τόν μόσχον τόν σιτευτόν, καί χαίρων συγκαλέσει τάς ἄνω δυνάμεις ἐπί τῇ σῇ εὑρέσει»111.
Φανερώνει κάποιες ἀξιοπρόσεκτες λεπτομέρειες, γιά τήν ἐλπιδοφόρα αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ οὐράνιου Πατέρα κάθε μετανοοῦντος πιστοῦ. Πρῶτα ὅτι δέχεται ἀμέτρητες φορές ὁ Κύριος τήν εἰλικρινή μετάνοιά μας διά τῆς ἐξομολογήσεως «πάλιν… πάλιν… πάλιν…», δεύτερον ὅτι ὄχι μόνον δέχεται ἀλλά πάλι ἁγιάζει καί νυμφοστολεῖ τήν ψυχή, πάλιν, κάθε φορά δηλαδή. Καί τελευταῖο ὅτι στό πανηγύρι τοῦ μετανοημένου ἁμαρτωλοῦ, ἔστω καί ἄν πολλάκις ἔπεσε, πάλι θύεται τό μοσχάρι τῆς καλύτερης ποιότητας, δίνεται δηλαδή ἀπό τόν χαρούμενο Κύριο καί Πατέρα ἡ χάρις τῆς ἴδιας ποιότητας, μέ καλεσμένους «πάλιν» τούς ἀγγέλους. Μία θαυμάσια εἰκόνα πραγματικοῦ διαρκοῦς γεγονότος, διά τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως.
Η, πολλές φορές, ἀποχή ἀπό τήν ἐξομολόγηση ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν καί ἡ ἐπίγνωση τοῦ θεοφώτιστου ἁγίου ἡγουμένου, ὡς πρός τήν αἰτία, τόν κάνει νά σπεύδει γιά νά θεραπεύσει τήν, ὕπουλα κρυπτόμενη στίς καρδιές, πλάνη τῆς ἀμφιβολίας, ὅσον ἀφορᾶ τήν χάρη καί ἐνέργεια τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης καί τῆς ἀφεσέως τῶν ἁμαρτιῶν. «Ἀποστόλοις δέ τοῖς ἁγίοις ἡ πνευματοκίνητος ἐξουσία τῶν τε θεουργῶν δογμάτων, ἀφορισμῶν τε καί λύτρων. Εἰρήκει γάρ πρός αὐτούς ὁ Κύριος˙ “Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον˙ ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς˙ ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται”112. Και αὖθις˙ “ὅσα ἄν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς˙ καί ὅσα ἄν λύσητε ἐπί τῆς γής, ἔσται λελυμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς”113. Δῆλον δέ ὅτι, ὥσπερ αὐτοῖς εἴρηται, καί τοῖς αὐτῶν διαδόχοις ἀμοιβαδόν μέχρι τοῦ δεῦρο συνεκπεφώνηται»114.
Στηρίζει τήν ἀλήθεια καί τήν ἐγκυρότητα τοῦ μυστηρίου στούς λόγους τοῦ ἴδιου του Κυρίου, ἐξανεμίζοντας ἔτσι κάθε ἀμφιβολία και ἐπαναφέροντας τά πεπλανημένα τέκνα στήν γνώση τῆς ἀλήθειας καί τήν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας.
• Συμφιλίωση του μετανοούντος με τον Θεό.
Δέν κάνει λάθος ὁ θαυμαστός Θεόδωρος, ὅταν, μέσα στό πλαίσιο τῶν ἐνεργειῶν τοῦ μυστηρίου τῆς μετάνοιας καί τῆς ἐξομολογήσεως, τοποθετεῖ τήν ἔννοια καί τήν πράξη τῆς καταλλαγῆς, πρίν ἀπό τό σίγουρο γεγονός τοῦ θανάτου. «Οὗ ἕνεκεν, ἀδελφοί μου, παρακαλῶ καί δέομαι, καταλλαγῶμεν τῷ Θεῷ πρό θανάτου… Ὥστε χρήζομεν ἀλλήλων τάς εὐχάς, ἀλλήλων τάς ὑπομνήσεις»115. Συγχώρηση καί συμφιλίωση, εἶναι ἀρέτες καί δωρήματα πού ἀλληλοπεριέχονται πλήρως μέ τήν ἐξομολόγηση καί τήν μετάνοια, γιατί οἱ τελευταῖες καρπώνονται τίς πρῶτες καί οἱ πρῶτες ἀρδεύονται ἀπό τίς τελευταῖες.
«Μελέτην θανάτου τόν ἑαυτοῦ βίον ποιούμενος» ὁ πάντιμος καί ἁγιότατος ἡγούμενος, δηλαδή ἔχοντας ὁ ἴδιος τήν ἀρετή τῆς μνήμης τοῦ θανάτου τῶν μεγάλων νηπτικῶν ἀσκητῶν, προσπαθεῖ νά μεταδώσει ψήγματα ἀπό τόν δικό του θησαυρό τῆς χάριτος στούς ἀδελφούς, διδάσκοντάς τους καί μέ τό παράδειγμά του ἀλλά καί μέ τόν λόγο του, καί ἐξηγεῖ ˙ «δῆλον γάρ ὅτι ὅπου μελέτη θανάτου, ἐκεῖ συναίσθησις, κατάνυξις, γλυκασμός, φωτισμός ἐπιθυμία κρειττόνων τε καί ὑπερκοσμίων»116. Ὅλη αὐτή ἡ δυναμική τῆς ἀρετῆς τῆς μνήμης τοῦ θανάτου, μέ τούς διάφορους καρπούς πού ἀναφέρονται, χρησιμοποιεῖται ἀπό τόν ἅγιο γιά ἕνα καί μοναδικό σκόπο, ὁ ὁποῖος περικλείει καί υἱοθετεῖ ὡς τροφός ὅλες τίς πνευματικές πράξεις, τήν μετάνοια.
«Μή ἐξεῖναί τινι ἀναδύεσθαι πρός τήν μετάνοιαν. Ἀλλ’ εἴτε πολλά τις ἡμαρτηκώς εἴη εἴτε ἐλάχιστα, εἴτε ἔκπαλαι εἴτε νεοστί, ἀκούων τοῦ σωτηρίου κηρύγματος ἀνανεοῖ ἑαυτόν καθ’ἑκάστην προθύμως, καί ἀνακαινίζεται... Μή τοίνυν λοιπόν ἐλλείψωμεν καθ’ ἑκάστην μετανοεῖν καί ἀνακαινοῦσθαι τῷ πνεύματι, μηδέ ἀφορμή ρᾳθυμίας γένηται ἡ ἐπισυμβαίνουσα ἧττα, κατά τε νοῦν κατά τε λόγον ἤ πρᾶξιν˙ ἀλλ’ ὁσάκις ἄν ἡττηθῶμεν, τοσαυτάκις ἀνακληθῶμεν ἀπό τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ
φοβούμενοι καί πάσῃ δυνάμει τά πάθη σκυλεύοντες»117. Κατ’ ἐπανάληψη προβάλλει καί συνδυάζει τήν μεταμορφωτική ἐνέργεια τῆς ἀνακαίνισης μέσα ἀπό τήν μετάνοια καί ὠθεῖ ἀκατάπαυστα ὅλους, ἀνεξαρτήτως ἡλικίας καί ποσότητας ἁμαρτιῶν καί πνευματικῶν ἡττῶν, νά προσέρχονται σέ αὐτό τό μυστήριο τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν.
Στό ἴδιο μοτίβο θέματος κινεῖται ὁ ἅγιος, μέ ἐπικέντρωση τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση σέ ἄμεσο χρόνο, πρίν νά εἶναι ἀργά μπροστά στήν πιθανότητα ἐπερχομένου αἰφνιδίου θάνατου. Ἔχει ὡς πατρική ἀρχή νά σπεύδει συνεχῶς καί ἐγκαίρως πρός τήν διόρθωση καί ἐπιστροφή κάθε πνευματικοῦ τέκνου του «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον»118.
Εἶναι ἀξιοπαρατήρητος ὅπως εἴπαμε καί πιό πάνω, ὁ θαυμάσιος τρόπος μέ τόν ὁποῖο συνεχῶς συνοψίζει ὅλη τήν πνευματική ζωή, γύρω ἀπό τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί ἐξομολογήσεως, μπροστά στό ἐνδεχόμενο τοῦ ἀπρόβλεπτου θανάτου. Γιά αὐτό τόν λόγο ἀσταμάτητα παρακινεῖ τούς ἀδελφούς «ἵνα νηφόντως καί γρηγορότως… πρός τάς τῶν λογισμῶν ἐξαγγέλσεις, ἑτοιμαζόμενοι ἑαυτούς πρός τήν τοῦ θανάτου ὥραν… »119.
Θεωρεῖ τήν ἐξαγόρευση ὡς τήν καταλληλότερη ἀρχή, γιά τήν προετοιμασία τῆς ψυχῆς πρό τοῦ ἀποχωρισμοῦ της ἀπό τοῦ σώματος, καί ἔπειτα ἀκολουθεῖ τό «ἀναζωπυρεῖν τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ ὅ ἐστιν ἐν ὑμῖν»120 καί ὁ πολλαπλασιασμός καί ἡ αὔξηση τῶν χαρισμάτων «τῷ γάρ ἔχοντι παντί δοθήσεται καί περισσευθήσεται, ἀπό δέ τοῦ μή ἔχοντος καί ὅ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ». Ἀλλά πάντοτε ἐπιμένει στήν ἀρχή κάθε προσπάθειας νά γίνεται μέ τά θεμέλια τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξομολογήσεως.
Ἀπευθυνόμενος πρός τό πλῆθος τῆς ἀδελφότητας, σέ μία ἀπό τίς κατηχήσεις του, διερωτᾶται γιά νά ὑποδείξει, ἀπορεῖ γιά νά φανερώσει, ἀμφιβάλλει γιά νά βεβαιωθεῖ, ὅτι θά ἐναρμονιστοῦν ὅλοι μέ τήν καλή ἐργασία καί τήν ξεχωριστή περιποίηση, ἄμεσα: «τίς ὁ τό μακαριζόμενον ὑπό τοῦ Κυρίου πένθος κεκτημένος121 καί καθαίρων ἑαυτόν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐκ τῶν ἐπισυμβαινόντων μολυσμῶν ἐντεῦθεν καί ἐντεῦθεν, ἀλλά μή ὑπερτιθέμενος τήν κάθαρσιν εἰς τήν αὔριον;»122. Ταυτίζει τήν λέξη πένθος μέ τήν λέξη μετάνοια, ἀποδίδοντας σέ αὐτήν τό ἴδιο νόημα, ἀφήνοντας μάλιστα νά ἐννοηθεῖ ἡ πράξη τῆς ἐξομολόγησης, ἀφοῦ ἀναφέρει τήν κάθαρση ἀπό τόν μολυσμό τῶν ἁμαρτημάτων.
Ἀκολουθεῖ ἡ προτροπή πρός τήν ἄμεση ψυχική ἀνάγκη γιά μετάνοια «περιποιησόμεθα οὖν τό καθαρτικόν δάκρυον˙ ὅ γεννᾷ συντριμμός καρδίας καί τεταπεινωμένον φρόνημα», μία κατάσταση πού συντείνει σέ μία θαυμαστή δυνατότητα, τήν ὁποία, τελειώνοντας ὁ ἅγιος, ἀποκαλύπτει˙ «κτησόμεθα τούς ἁγίους ἀγγέλους φίλους τῇ ἀπαθεῖ ζωῇ, ὡς ἄν ἐν καιρῷ τῆς ἐξόδου ἐπιεικῶς ἀπενέγκωσιν ᾐμᾶς πρός τόν Δεσπότην»123. Αὐτοί εἶναι τό μεγαλεῖο της δωρεᾶς καί οἱ καρποί τῆς μετάνοιας διά τῆς συνεχοῦς καθάρσεως μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης. Μετάνοιας δάκρυα, συντριμμός τῆς καρδίας, ταπεινοφροσύνη, ἀπάθεια καί σύναψη φιλίας μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους.
Στό μεῖζον θέμα τῆς μετάνοιας ἐπανέρχεται τόσο συχνά, πού ἡ ποιμαντική του προσέγγιση εὐθυγραμμίζεται μέ τό παράδειγμα τοῦ Ἀρχιποιμένος Χριστοῦ, «ὡς ἄν τροφός θάλπῃ τά ἑαυτῆς τέκνα»124. Δείχνει νά μήν ἀποβλέπει στήν ἀνάπτυξη διεξοδικῶν θεολογικῶν πραγματειῶν, καί αὐτό γιατί προτεραιότητα ἔχει ἡ ἐσωτερική του πεποίθηση καί ἡ αἴσθηση τοῦ χρέους του ὡς ἡγουμένου καί πνευματικοῦ πατέρα, νά ἀκολουθεῖ τό ἐνταλτήριο γράμμα «γίνου τοῖς πᾶσι τά πάντα, ἵνα πάντας κερδίσῃς, νῦν μέν ἐλέγχων, νῦν δέ ἐπιτιμῶν καί παρακαλῶν καί παντί τρόπῳ τήν σωτηρίαν τούτων πραγματευόμενος»125.
Ἀφορᾶ τό ὕψιστο γεγονός τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, γιά αὐτό στηρίζει τόν πατρικό του λόγο ὑποδεικνύοντας τά σημεῖα ὅπου μπορεῖ νά δουλεύσει τό ἔργο αὐτό τῆς μετανοίας καί νά τό ἀποτελειώσει μέ τήν συχνή ἐξομολόγηση, κι ἔτσι προτρέπει˙ «ἀπορρίψαντες πάντες… τήν ἀθυμίαν… τήν φιλαρχίαν… τήν ἀκηδίαν… τήν φιληδονίαν… την ὑπερηφανίαν… τήν κενοδοξίαν… τήν παρρησίαν… τήν ἀταξίαν… τήν πολυλογίαν… τήν φιλοσαρκίαν… τήν ἄλογον λύπην… τόν φθόνον.. τήν ἔριδα… τήν μάχην.. τήν ἀργίαν…», ἐπειδή «ταῦτα τοῦ σκότους ἔργα»126, γιαυτο καί χρήζουν μετανοίας.
Μετάνοια, ἀλλαγή νοός καί τρόπου ζωῆς δέν σημαίνει μεταμέλεια ἀλλά κίνηση πρός τίς ἀρετές καί τά καλά ἔργα. Γιά αὐτό καταλήγει ὁ ἅγιος στήν ἴδια ἐπιστολή˙ «τάδε τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἡ εἰρήνη, ἡ πραότης, ἡ ταπείνωσις, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀφθονία, ἡ ἐργασία, ἡ ἐπιμέλεια, ἡ διέγερσις, ἡ ἀγάπη, ἡ πίστις, ἡ ἐλπίς, ἡ εὐταξία, ἡ προσευχή… ταῦτα τά τοῦ φωτός ἔργα… τά τῶν ἁγίων κατορθώματα»127.
Βλέπουμε ὅτι, γιά τόν ἅγιο Θεόδωρο Στουδίτη, μία ξηρή ἐξαγόρευση ἀπομονωμένη ἀπό τήν ἐσωτερική κατάσταση τῆς μετάνοιας, ὡς ἀποστροφή τῶν ἔργων τοῦ σκότους καί τοῦ ἀσπασμοῦ τῶν ἔργων τοῦ φωτός, εἶναι ἐντελῶς ἄστοχη. Ἄστοχο εἶναι ἐπίσης, ὅταν προσπαθεῖ τό ἀντίθετο ὁ χριστιανός, μοναχός ἤ λαϊκός, νά βιώσει δηλαδή καί νά ἐργαστεῖ τήν κατάσταση τῆς μετανοίας στή ζωή καί τήν ψυχή του, ἀποξενωμένος ἀπό τό ἐπισφραγιστήριο καί νικητήριο μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης.
Χαρακτηρίσαμε ἐπισφραγιστήριο καί νικητήριο τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, μέ ἀφορμή τόν πνευματικό καί διδακτικό συνειρμό τοῦ θεοφόρου πατρός, σέ μία ἀπό τίς κατηχήσεις του, στόν ὁποῖο ἀναφέρει μία μία τίς ἀρετές μέ τόν τρόπο πού ἀποκαλύφθηκαν στόν μέγα Ἀντώνιο128 τόν καθηγητή τῆς ἐρήμου. «Καθώς τῷ μεγάλω Ἀντωνίῳ ἀπεκαλύφθη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ σύζυγος ὑπακοή, ἡ… προσευχή, ἡ τοῦ ἔργου προθυμία… ἡ ἔπειξις τοῦ ἀνυστάκτου λογισμοῦ, πρός ἀποτροπήν τῶν αἰσχρῶν ἐννοιῶν,… ἡ κατεγρήγορσις ὕπνου, εὐχῆς, ψαλμῳδίας, ἀγρυπνίας, γονυκλισίας… καί μετά τούτων ἐξαγόρευσις τῶν κρυπτῶν»129.
Ἐκφράζει μέ ἄνεση αὐτή τήν πνευματική ἀλληλουχία τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγώνα πρός τόν ἁγιασμό ὡς βίωση τῆς παρουσίας Τοῦ Θεοῦ, δίνοντας ὁλοκληρωμένη διδαχή γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Κάθε φορά πού μιλάει, σπεύδει νά καλύψει τό κενό στήν κάθε περίπτωση, ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ ἀνάγκη. Καί εἴτε θάνατος ἔλθει, εἴτε ἄγγελοι παρουσιαστοῦν, εἴτε ἐπισκέπτες, εἴτε πολέμιοι καί διῶκτες, σκοπός τοῦ ἁγίου, για τά πνευματικά του παιδιά, εἶναι αὐτός: ἵνα «εὕρωσιν ὑμᾶς εὐκαταστάτους ἴδωσιν ἡγιασμένους, γνώσωσιν ὑμᾶς ἀπροσκόπους»130.
• Ταπείνωση και μετάνοια.
Γιά αὐτούς τούς λόγους, λέει σέ ἄλλη κατήχηση ὁ ἅγιος, μπορεῖτε καί θά πρέπει νά εἴσαστε καθαροί, τό σημαντικότερο ἀπό ὅλα, γιά νά ἀξίζουν καί τά ὑπόλοιπα κατορθώματα, ἀλλά μέ ποιό τρόπο; «διά τοῦτο ἔστε πάντες καθαροί διά τῆς ἐξαγορεύσεως, πάντες εἰρηνικοί διά τῆς ταπεινώσεως»131. Τόσοι αἰῶνες μυστηριακῆς ζωῆς, λατρευτικῆς καί πνευματικῆς συνουσίας μέ τόν Σωτήρα Χριστό καί ἡ ἀρετή πού μᾶς συγγενεύει μέ αὐτόν διατηρεῖται μία, ἡ ταπείνωσις, ἡ ὁποία παραμένει ἀνεπαρκής χωρίς τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης.
Προέκταση μίας τέτοιας ἀναφορᾶς τοῦ τρισολβίου ἁγίου Θεοδώρου, γίνεται σέ μία ἄλλη κατήχηση ὅπου παρακαλεῖ τούς ἀδελφούς τῆς ἐν τῷ Σακκουδίωνι Μονῆς, καί νουθετεῖ συγκεκριμένα˙ «προφθάσατε τῷ Κυρίῳ ἐν ἐξομολογήσει, φανεροῦντες τά ὑποβαλλόμενα ὑπό τοῦ διαβόλου»132 στόν πνευματικό πατέρα σας.
Προβάλλει τήν ἐσωτερική ἀνεκτίμητη κατάσταση τῆς καθαρότητας, τήν ὁποία δύναται ὁ καθένας «κατορθῶσαι ἐκ τῆς ἀγαθῆς πεποιθήσεως καί ἀκλινοῦς ὁμολογίας, ἐξαγορεύσεώς τε παντοδαποῦς, ταπεινώσεώς τε καί ὑπακοῆς ἀνυποκρίτου»133. Θαυμάσια ὑπόδειξη πνευματικῆς πορείας καί ἀθλητικῆς τελειώσεως, θεόπνευστη καθοδήγηση στήν ἐφαρμογή καί τήν πράξη πρός ἐπίτευξη τοῦ ἁγιασμοῦ, διά τῆς τηρήσεως τῶν ἀρετῶν αὐτῶν καί τῆς ἐξ αὐτῶν ἀποκόμισης τῆς δωρεᾶς τῆς καθαρότητας.
Καθαρότητα καί ἐνοίκηση Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἕνα καί τό αὐτό καί μέ τέτοιας ποιότητας βίωμα ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος, σέ ἄλλη κατήχηση, πώς «ὑπακουόντων… ταπεινουμένων… διαγωνιζομένων… προσευχομένων… ἐξαγγελλόντων… εἰρηνευόντων… κατανενυγμένων… ἐάν γάρ οὕτως ἔστε, ὄντως οἰκεῖ ἐν ὑμῖν Πνεῦμα ἅγιον»134. «Ἐξαγγελλόντων», ἐξομολογουμένων δηλαδή. Ἔτσι ἐκφράζει καί κατηχεῖ ἐμφαντικά διατηρώντας τήν θέση τοῦ μυστηρίου στόν κατάλογο τῶν μεγάλων κατορθωμάτων, μέ ἐπίγνωση γιά τήν βαρυσήμαντη λειτουργία του καί τόν ρόλο του στήν πορεία τοῦ ἁγιασμοῦ.
Ἔχει ἐπίγνωση, ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, τῆς σοβαρότητας καί τῆς καθοριστικῆς, γιά τήν πνευματική ζωή, θέσης τῆς ἐξομολογήσεως, ὄχι μόνο ἀπό τά παραδείγματα τοῦ ἁγίου πνευματικοῦ πατέρα του, ὄχι μόνο ἀπό τήν λατρευτική καί πνευματική μακραίωνη παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο ἀπό τά ἀποκαλυπτικά καί σωτήρια παραδείγματα τῶν πνευματικῶν ἀγωνιστῶν γύρω του, ἀλλά καί ἀπό τή δική του προσωπική πείρα ὡς πνευματικοῦ πατέρα καί ἡγουμένου.
Αὐτό φαίνεται ἀπό δική του ὁμολογία, ὅταν ἀναφέρεται στήν πτώση ἀδελφῶν, μέ λύπη ἐκφραζόμενος, ὅτι «μετά τό ἀποτεκεῖν πνευματικῶς καί αὐξῆσαι, ἐνουθέτησα, παρεκάλεσα, ἐπεστήριξα… βαστάξαι φορτίον ἐξαγορεύσεως αὐτῶν, ἰατρεῦσαι μετά συμπαθείας»135. Βαστάζει τό φορτίο κάθε ψυχῆς καί αὐτό τοῦ δίνει τό δικαίωμα νά μπορεῖ νά μιλάει καί νά ἀναλύει, νά νουθετεῖ καί νά προτρέπει, νά καθοδηγεῖ καί νά θεμελιώνει τίς ψυχές, γιά τίς ὁποῖες ἀνέλαβε νά δώσει λόγο στόν Κύριο, στό μυστήριο τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξομολογήσεως.
Ἄλλοτε ὁ ἅγιος, ὄντας χαρισματικός ποιητής καί στιχογράφος, χρησιμοποιεῖ εἰκόνες, γιά νά μεταφέρει τήν σοβαρότητα τοῦ θέματος τῆς ἐξομολόγησης, γιά τόν λόγο ὅτι εἶναι ζήτημα λειτουργικῆς βιώσεως θεμελιῶδες μέ σκοπό τήν προσωπική καί ἐσωτερική κάθαρση καί
ἁγιότητα. Εἶναι ἀνάγκη «“ἐξαγορεύειν τό δή λεγόμενον τά κρυπτά της καρδίας”136. Ὡς γάρ οὐκ ἐστι τό σκώληκα ἔχον φυτόν μή φθείρεσθαι διά τῆς κατ’ ὀλίγον καταβρώσεως, οὕτως οὔτε ψυχή ὄφιν ἔχουσα, τό δή λεγόμενον, ἀνεξαγόρευτόν τι, μή σήπεσθαι ἐν αὐτῷ καί σκωληκιᾶν καί εἰς παντελῆ διαφθοράν ἔρχεσθαι»137.
Παρουσιάζει, μέ αὐτή τήν εἰκόνα, τήν ζημία, τήν φθορά, πού παθαίνει ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἔστω καί ἀπό ἕνα ἀνεξομολόγητο κάτι, ὁτιδήποτε ἁμαρτωλό δηλαδή, τό ὁποῖο σάν φίδι καί σάν σκουλίκι προκαλεῖ σήψη καί ἔτσι διαφθείρει τήν ψυχή. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἐπιτυγχάνει νά τούς προτρέψει, ἀφοῦ τούς ἔφερε σέ συναίσθηση τοῦ σοβαροῦ ζητήματος τῆς ἐξομολόγησης, νουθετώντας τους νά φυλάσσονται ἀπό τούς πιό πάνω ὀλέθριους κινδύνους «περιφυλαττώμενοι μετά τῆς ἐνδεχομένης ἐξαγορεύσεως»138.
Παρόμοια εἰκόνα ζωγραφίζεται, μέ τόν διαπεραστικό καί βαθυστόχαστο λόγο του, καί παρουσιάζεται, γιά τόν ἴδιο λόγο, μέ τόν ἴδιο σκοπό. «Μή ὑποδέχεσθαι τήν συμβουλήν τοῦ ὄφεως, μηδέ κρύπτειν τόν ὄφιν ἐν τῇ καρδίᾳ, ἀλλά θᾶττον θριαμβεύειν αὐτόν κἀκεῖνος ἐκφεύξεται ὡς ἀπό πυρός»139. Φίδι στή καρδιά πάλι, ὅπως καί πιό πάνω, χαρακτηρίζεται ὁ ἁμαρτωλός καί πειρασμικός λογισμός ὁ ὑποβαλλόμενος ἀπό τόν διάβολο. Τρόπος ἀντιμετώπισης εἶναι, κατά τόν ἅγιο, ἡ ἐσωτερική ἄμυνα καί ἀντίσταση, νά μή τόν δέχεται ὁ ἄνθρωπος δηλαδή, καθώς καί ἡ ἄμεση ἐπίθεση, θά λέγαμε, μέ τήν φανέρωση˙ «μηδέ κρύπτειν τόν ὄφιν ἐν τῇ καρδίᾳ», ἀλλά «θριαμβεύειν», δηλαδή ἀποκαλύπτοντας τόν διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης.
Ἡ ἐξομολόγηση γιά πνευματικούς ἀνθρώπους, καί δή γιά μοναχούς, παίρνει πολλές φορές τήν μορφή ἐξαγόρευσης λογισμῶν, ἀπό τήν ἐργασία τῆς ἐπιστασίας πρός αὐτούς, γιά αὐτό καί στόχος εἶναι ἡ πραγματοποίηση καί ἡ διατήρηση τῆς ἐσωτερικῆς παρθενίας, τῆς καθαρότητας δηλαδή τοῦ νοῦ καί τῆς ψυχῆς. Εἶναι μία ἰσόβια ἄσκηση, κατά τόν ἅγιο Θεόδωρο, πού σταδιακά ἐξομοιώνει κατά δύναμη καί κατά χάρη, τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό. «Ἔχειν περί τήν ἄσκησιν, περί τήν ἐπιστασίαν τῶν λογισμῶν, περί τοῦ πολυτιμήτου χρήματος τῆς παρθενίας… οἶδε γάρ ὅτι τούτῳ τῷ κατορθώματι ὁμοιούμεθα Θεῷ» 140.
Αὐτή ἡ πορεία, μέσα ἀπό τήν ὁποία προσδοκᾶ ὁ ἄνθρωπος τήν ὁμοίωση μέ τόν Θεό καί τήν ὄντως ζωή κοντά του, χαρακτηρίζεται ἀπό τήν προκοπή καί τήν ἀγαθή πνευματική ἀνάπτυξη. Ἔτσι ὁ ἅγιος Θεόδωρος δίνοντας, γιά ἀκόμα μία φορά προτροπή γιά ἐξομολόγηση, συμπληρώνει, ὄχι γιά πρώτη φορά, μία ἀνθοδέσμη μέ εὔοσμα ἄνθη ἀρετῶν, τά ὁποῖα λειτουργοῦν σάν μία περίπτυξη γύρω ἀπό τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. «Προκόπτων ἐν ταπεινώσει, ἐν ὑπακοῇ, ἐν ἑξαγορεύσει, ἐν κατανύξει, ἐν προσευχῇ, ἐν δάκρυσιν, ἐν γονυκλισίαις, ἐν στιχολογίαις, ἐν ἔργοις χειρῶν, ἐν ἀγάπῇ, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν πάςῃ ἀγαθῇ ἀναστροφῇ, σκεῦος ἐκλεκτόν141 Χριστοῦ ἀναδεικνύμενος καί υἱός φωτός142 χρηματίζων». Ὅλα χρειάζονται καί ἀποτελοῦν σῶμα τῆς σωτήριας ἄσκησης τοῦ χριστιανοῦ, κυρίως δέ τοῦ μοναχοῦ. Κεντρικός ἀπαραίτητος ἄξονας παραμένει ἡ συμμετοχή στά μυστήρια, ἀρχίζοντας πάντα μέ τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Σκοπός τοῦ ὅλου συνδυασμοῦ, εἶναι νά γίνει ὁ καθένας σκεῦος ἐκλεκτόν του Χριστοῦ καί υἱός τοῦ φωτός.
Ὅπως εἴδαμε καί στήν ἀρχή τοῦ κεφαλαίου, δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού ἀναγκάστηκε νά ἀπευθύνει λόγο καί προτροπή πρός μετάνοια, μέ τήν μορφή μίας ἐπιστολῆς σέ πνευματικά παιδιά του, ἀδελφούς τοῦ κοινοβίου οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν στήν ἁμαρτία.
Στήν ἐπιστολή του πρός Πινούφιο καί Μάρη, πνευματικά παιδιά του, προσπαθεῖ νά κάνει αὐτό ἀκριβῶς πού ἀναφέραμε πιό πάνω. Νά ἐμπνεύσει τήν μετάνοια μέ κάθε τρόπο μέσα ἀπό τόν λόγο του προτρέποντας˙ «εἰ οὖν μετανοεῖτε καί ἔστιν ἐν ὑμῖν σπινθήρ Θεοῦ ἀνακαίων τάς καρδίας ὑμῶν εἰς ἅς δεδώκατε ὁμολογίας καί συνθήκας Θεῷ τε καί ἡμῖν… εὖ ἄν ἔχοι». Ἀφοῦ τούς προβλημάτισε μέ τά πιό πάνω λόγια, τους ἐκφράζει τήν δική του ἔγνοια καί προσευχή˙ «τηκομένην ἔχομεν ἐν ἑαυτοῖς τήν καρδίαν καί πρός τόν Θεόν αἴροντες φωνήν ἡμῶν οἰκτράν καί βέβηλον, ἵνα… ὑμῖν… ἐμπνεύσῃ λογισμόν μετανοίας»143. Αὐτή εἶναι ἡ ἐπιστροφή, ἡ ἀρχή τῆς συμφιλίωσης μέ τόν εὔσπλαχνο Θεό Πατέρα, αὐτή εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τοῦ πυρουμένου ἁγίου μέ τό πῦρ τῆς Χριστοαγάπης.
Διαβάζοντας τίς κατηχήσεις τοῦ ἁγίου, μπορεῖ κανείς νά διακρίνει τήν ἐπιμονή του στήν ἐργασία καί τήν ὁλοκλήρωση τῶν καθηκόντων τῆς ἀδελφότητας, κυρίως τῶν πνευματικῶν, ὄχι ἀπό τελειομανία καί στρατιωτική νοοτροπία ἤ τυραννική διαχείριση τῶν πραγμάτων καί τῶν προσώπων, ἀλλά ἀπό ἐμπειρική ἐπίγνωση καί ἐπιθυμία διαποίμανσης τῶν ψυχῶν, κατά μίμηση τῶν ἁγίων πατέρων καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἴδιος ἀγωνίζεται νά εἶναι τύπος πρός τούς ἀδελφούς.
• Κοινοβιακή ζωή και Εξομολογηση.
Ἔτσι ἐκφράζει, ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, τήν ἐπιμονή του στό νά τηροῦν «τά καθήκοντα, τάς ὑπακοάς, τάς ἐργασίας, τάς στιχολογίας, τάς ἐξαγορεύσεις»144. Ζητάει νά τηροῦνται τά καθήκοντα, δηλαδή ἡ τάξη τοῦ μοναστηριοῦ καί μέ αὐτό τόν τρόπο νά περιορίζονται στό ἐλάχιστο οἱ ἀφορμές πού δίνονται στόν πονηρό νά προκαλέσει αἴτιο πρός ἁμαρτία. Ἔπειτα προτρέπει στήν ἐφαρμογή τῆς ὑπακοῆς ἡ ὁποία, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω, εἶναι ἡ ραχοκοκκαλιά τῆς μοναχικῆς πνευματικῆς ζωῆς μαζί μέ τήν ἐξομολόγηση. Ἐπιθυμεῖ νά ὁλοκληρώνονται οἱ ἐργασίες για νά λειτουργεῖ σωστά καί ἀποδοτικά τό μοναστήρι, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἄνεση στόν χρόνο καί τόν τρόπο τῆς προσευχῆς καί τῆς λατρείας. Στιχολογία ἐννοεῖ τήν λατρευτική ζωή τῆς ἀδελφότητας, τήν κοινή προσευχή καί ψαλμωδία, γιά αὐτό ἐπιμένει στήν ἄριστη συμμετοχή ὅλων. Τέλος δέ ἀφήνει τήν ἀσφαλιστική πνευματική δικλείδα, γιά ὅλα ὅσα προαναφέρει, ἔχοντας ὑπόψη του ὅτι ἡ ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ τό στερεό ἔδαφος πάνω στό ὁποῖο οἰκοδομοῦνται οἱ πρῶτες τέσσερεις ἐργασίες-ἀγωνίσματα-ἀρετές, τῶν ὁποίων ζητάει τήν τήρηση μέ τόση ἐπιμονή.
Κάνει μία ἀναλυτική προέκταση τοῦ τελευταίου ζητήματος τῆς τήρησης, ὅσον ἀφορᾶ «τάς ἐξαγορεύσεις», γιατί ὅ,τι γίνεται καί ὅποιο εἶδος πειρασμοῦ κι ἄν προκύψει, μέ ἀποτέλεσμα τήν πτώση τοῦ ἑνός ἤ καί τῶν πολλῶν μέσα στήν ἀδελφότητα, ἡ ἀρχή γίνεται πάντα ἀπό τό ἴδιο σημεῖο. «Οἱ γάρ λογισμοῖς ἀτόποις ἐνεχόμενοι καί μή προαναγγείλαντες εἰς τό βοηθηθῆναι, κατά μικρόν ἐκπεπτώκασι τῆς θείας αὐτῶν ὁμολογίας, θηράματα τῷ διαβόλω γενόμενοι»145.
Τώρα μπορεῖ νά δικαιολογήσει καί νά ὑπερκαλύψει ὁποιαδήποτε ἀπορία κι ἄν προέκυψε γιά τήν ἔνταση τῆς ἐπιμονῆς του καί τήν ἐπιδίωξή του στό νά τηρεῖται ἡ ἐξομολόγηση. Αἰτία τῆς πτώσης, ἀκόμα καί τῆς ἀπώλειας πολλῶν ἀδελφῶν, ἦταν ἡ ἀποχή ἤ ἡ ἐλλιπής καί ἀνειλικρινής ἐξομολόγηση, μέ ἀποτέλεσμα οἱ ἀνεξομολόγητοι ἄτοποι λογισμοί νά ἐπιφέρουν τήν καταστροφή καί τήν θλιβερή παράδοση τῶν πεπτοκότων ὡς θήραμα στό διάβολο. Ἔτσι Καταλήγει συμπερασματικά πρός τούς μοναχούς του: «Διά τοῦτο μηδείς ἀνεξαγόρευτος μενέτω, μηδέ ἰδιοθελής ὑπαρχέτω»146.
Εἶναι στιγμές πού ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁριστικοποιεῖ τήν θέση, ἀνάμεσα στά πνευματικά ἀγωνίσματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, καί θεμελιώνει μέ εὐθύτητα καί σιγουριά τόν πρωταρχικό ρόλο τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης, τολμώντας, τελείως ξένος ἀπό αὐταρχική ἐπιπολαιότητα, νά συμπεραίνει: «Μία τοίνυν καί πρώτη βοήθεια ἡ δι’ ἐξαγορεύσεως ἀσφάλεια μετά τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας καί ἀντιλήψεως»147. Ὅ,τι καί νά γίνει, ὅ,τι καί νά συμβαίνει στόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ κάθε ἀδελφοῦ ἤ λαϊκοῦ, ὁ ἀσφαλής τρόπος πνευματικῆς πορείας εἶναι ἡ σταθερή μετοχή στό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης.
Εἶναι περισσότερο ἀπό προφανές ὅτι ὁ θεοφώτιστος πατέρας, πραγματεύεται τό ζήτημα τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης, ὄχι μέ μονομέρεια , οὔτε μέ ψυχρό σχολαστικισμό, οὔτε μέ αὐθαιρεσία καί ἐπιπολαιότητα, ἀλλά μέ φροντίδα καί πατρικό ἐνδιαφέρον γιά τήν σωτηρία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.
Διδάσκει μπολιάζοντας τόν λόγο του μέ τά ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, οὕτως ὥστε νά γίνει κατανοητό καί ἀποδεκτό το σωτήριο ἐργαλεῖο τῆς ἐξαγόρευσης, σέ σχέση μέ τήν ὅλη πορεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τήν στιγμή τῆς ἀφετηρίας τοῦ ἀγώνα του, μέχρι καί τήν τελείωση καί τήν παράστασή τοῦ μπροστά στόν Κύριο.
Στίς κατηχήσεις του, περιγράφει τά βήματα τῆς πορείας αὐτῆς θέλοντας νά δείξει αὐτό ἀκριβῶς τό γεγονός, ὅτι ἡ ἐξομολόγηση εἶναι «πυρήνας» γύρω ἀπό τόν ὁποῖο περιστρέφονται τά «οὐράνια σώματα» τῶν ἀρετῶν καί ὁ ἄνθρωπος πού ποθεῖ τήν συνάντηση καί τήν ἕνωση μέ τόν Δημιουργό του, καταπιάνεται ἑκούσια μέ τό καθένα ἀπό αὐτά . «Ὑμᾶς λέγω τούς ὡς ἀληθῶς δρομεῖς τοῦ Κυρίου καί τρέχοντας οὐκ ἐν μικρῷ διαστήματι τόπου καί πρός μίαν ὥραν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεγάλῳ διαύλῳ τοῦ ἀπό γῆς εἰς οὐρανόν ἀφικνημένου διαστήματος παντός τῆς ζωῆς ἡμῶν τέλους τό ἐναγώνιον ἔχοντας… τηλικοῦτος ὁ ἀγών, τό στάδιον καί ὁ δρόμος»148.
Καί ὁ δρομέας τοῦ Κυρίου θά ἐπιδιώξει νά πορευθεῖ «ὑπηκόως καί ταπεινοφρόνως, εἰλικρινῶς τε καί ἐξαγορεύτως… καί θεοβραβεύτως»149. Δέν θέλει κανένας ἀπό τήν ἀδελφότητα νά χάσει τόν προορισμό του, γιά αὐτό ὁ ἅγιος ὠθεῖ συνεχῶς, προτρέπει ἀδιαλείπτως καί ἐντόνως˙ «ταπεινωθῶμεν, συντριβῶμεν, ὑποπέσωμεν, ἐξαγορεύσωμεν, ἐρασθῶμεν, ἐπιλαβώμεθα ἐκ μικροῦ τῆς προτέρας καλλίστης ἡμῶν διαγωγῆς»150.
Μία πορεία, ὅπως ἀναφέραμε, παρουσιάζεται ἀπό τόν ὁμολογητή Ἡγούμενο, μέ σταθμούς τήν ὑπακοή, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν εἰλικρίνεια μέσα ἀπό τήν ἐξομολόγηση. Συνεχίζει μέ τήν συντριβή, τήν μετάνοια, καί μέσα ἀπό τήν ἄφεση τῶν ἀμαρτιῶν καί τήν ἀναγέννηση, νά ἔρθει τό δώρημα τοῦ θείου ἔρωτος καί ἡ συνέχιση τῆς ἀφιέρωσης μέχρι τέλους. Ἕνας ἀγώνας μέ μοναδικό σκοπό: «οἱ γάρ καλῶς τόν ἀγῶνα ἀγωνισάμενοι… παρασταθήσονται τῷ παμβασιλεῖ Θεῷ… χιτῶνας τε λευκούς»151. Εἶναι θαυμάσια ἡ συνοχή τῶν κειμένων καί ἡ ἀμοιβαιότητα καί ἡ ἀλληλοσυμπλήρωση τῶν λόγων του, ἀκόμα καί ὅταν προέρχονται ἀπό δύο διαφορετικές κατηχήσεις. Κεντρικό θέμα καί πυρήνας, ὅπως προαναφέραμε, τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης.
Μετά ἀπό ἀτελείωτες καί εἰλικρινεῖς κατηχητικές προτροπές, μετά ἀπό ἀμέτρητες ἐπίμονες διδακτικές καί καθοδηγητικές ὑποδείξεις, μετά ἀπό πολλά παραδείγματα πτώσεων, μετά ἀπό τίς ἴδιες του τῆς ἐνδομοναστηριακές κατευθυντήτριες ἐντόλες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, σέ κάποιο σημεῖο, ὁ φλεγόμενος ἀπό ἔνθεο ζῆλο καί διακαῆ ἐπιθυμία προκοπῆς καί σωτηρίας ὅλων τῶν, ὑπό τήν ἡγουμενεία του, ἀφιερωμένων ψυχῶν, γίνεται ἰδιαίτερα αὐστηρός, χωρίς νά ἀποκόπτεται ἀπό τήν ἀρδευτική χάρη καί ἐν Χριστῷ ἀγάπη, ἡ ὁποία τοῦ δίνεται ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα ἕνεκεν τῆς θέσεώς του ὡς πατέρα καί τῆς προσωπικῆς του ἁγιότητας, προειδοποιώντας ὅλη τήν ἀδελφότητα˙ «εἴ τις μετά ταύτην μου τήν κατήχησιν πράξει ἕν τι τοιοῦτον, ἔστω τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀλλότριος, εἰ μή διά μετανοίας καί ἐξαγορεύσεως Θεόν ἐξιλεώσηται»152.
• Απόλαυση των πνευματικών αγαθών που προκύπτουν από την Μετάνοια και την Εξομολόγηση.
Θέτει τό ὁριακό σημεῖο καί καθορίζει τή σημαντικότητα τῆς μετάνοιας καί τοῦ τρόπου τῆς ἐξομολόγησης ὡς ἀρχή στήν πνευματική ζωή, τήν ἀπαραίτητη προϋπόθεση στό νά εἶναι κάποιος μέλος Χριστοῦ, γιά αὐτό προτρέπει τούς ἀδελφούς του νά ἀποδέχονται «τήν κατά ψυχήν καλλιέργειαν καί τάς περί αὐτήν ἐπιμελείας» πού ἀπαιτοῦνται. Γιατί ὅποιος δέ δέχεται τούς τρόπους τῆς πνευματικῆς καλλιέργειας, δέν θά καρποφορήσει καί κατά συνέπεια δέν μπορεῖ νά ὀνομάζεται «κλῆμα Χριστοῦ»153»154.
Στήν ἴδια κατήχηση, στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Β. Τσίγκος ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀποδοχή καί ἐπιμέλεια τῆς καλλιέργειας τῆς ψυχῆς, βρίσκουμε τήν ἀνάλυση τῆς «γεωργίας» τῆς ὁποίας βασικά μέρη εἶναι «αἱ ἀσκητικαί καταστάσεις, αἱ καθήκουσαι εὐταξίαι, οἱ τῆς ἐγκρατείας πόνοι, οἱ τῆς ἀγρυπνίας κόποι, αἱ τῶν ἐξαγορεύσεων ἐντροπαί, αἱ τῶν ἐπιτιμήσεων πληγαί, ἡ φυλακή τοῦ στόματος, ἡ ἀμετεώριστος καρδία, ἡ ἀκλινής πεποίθησις, ἡ ἀκαταμάχητος ἔνστασις τῶν λογισμῶν»155.
Ἡ ἔνσταση τῶν λογισμῶν ἑρμηνεύεται ἀπό τόν ἅγιο σέ ἄλλη κατήχηση, ὅταν ἐξηγεῖ ὅτι κανένας ἀγωνιστής τοῦ πνεύματος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τά αἴτια καί τίς ἀφετηρίες τῆς ἁμαρτίας, δέν μπορεῖ θεραπευτεῖ καί νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό ἐπικίνδυνο βάρος τῶν λογισμῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν, παρά μόνο μέ τήν ἐξομολόγηση καί τά δάκρυα τῆς μετανοίας. «Πῦρ οὐ σβέννυται, εἰ μή δι’ ἐπιχύσεως ὕδατος, οὕτως οὐδέ φλόξ ἐπιθυμίας ἐκτόπου, εἰ μή δι’ ἐπιρροῆς δακρύων˙ πόνος οὐ θεραπεύεται, εἰ μή δι’ ἀνακλίσεως ἀναπαυτικῆς˙ οὕτως οὐδέ νοῦς βαρυνόμενος λογισμοῖς, εἰ μή δι’ ἀναθέσεως ἑξαγορευτικῆς»156. Ὅπως τό νερό σβήνει τήν φλόγα , ἔτσι καί τά δάκρυα τήν ἐπιθυμία, ὅπως ὁ πόνος θεραπεύεται μέ τήν σωστή στάση, ἐπέμβαση καί ξεκούραση, ἔτσι καί οἱ λογισμοί μέ τήν ἐξομολόγηση θεραπεύονται καί ὑποχωροῦν.
Δέν νεοτερίζει, οὔτε καινοτομεῖ ὁ θεοδόξαστος Ἡγούμενος Θεόδωρος, ἀλλά μεταδίδει στούς ἀδελφούς, πρακτικές καί σωτήριες διδαχές ἐκ τῶν ζωήρρυτων πηγῶν τῶν προηγουμένων ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Γιά αὐτό καί προτρέπει πάντες «τοῖς τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ὑποδείγμασι κανονίζειν τόν ἑαυτῶν βίον, καί μή τοῖς ἐναντίοις παραδειγματίζεσθαι… Ἀλλ’ οὐκ ἄν ἄλλως ἠδυνήθην διασωθῆναι, εἰ μή δι’ ὑπομονῆς καί δεούσης ἐξαγορεύσεως καί ἐκ τοῦ ἐπιγράφειν ἐμαυτῶ πάντοτε τά αἰτιάματα»157. Ὑπομονή καί ἐξομολόγηση φανερώνονται ἀπό τόν ἅγιο, ὡς οἱ πλέον καθοριστικοί τρόποι σωτηρίας, κατά τά παραδείγματα τῶν πατέρων.
Συνεχίζει νά ἑδραιώνει τήν σταθερή καί συνεχόμενη προτροπή του, στό νά μήν μένουν ἀνεξομολόγητοι γιά καμιά δικαιολογία, ἔστω καί τόσο ὀδυνηρή, ὅπως ἡ ἐχθρότητα ἀπό τή δαιμονιώδη αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας καί ἡ καταστροφή τῶν μοναστηριῶν τους, ἀκλουθώντας τό παράδειγμα πού δίνουν «οἱ μακάριοι πατέρες… μοναχῶν οὖν, ὡς ἀληθῶς, τά τοιαῦτα κατορθώματα καί ἀθλήματα… μήτε ὑπό ἀνεξαγορευσίας περιστατούμενοι. Τάχα λυπεῖ ὑμᾶς ἡ ἀκοή τοῦ τά μοναστήρια ἡμῶν ὑπό τῶν ἐχθρῶν του Κυρίου διαφθείρεσθαι… μοναστήριον γάρ καί ναός Θεοῦ ἡμεῖς ἐσμεν». Ὅτι καί νά γίνει, ἡ ἐξομολόγηση δέν πρέπει νά λησμονεῖται γιατί, ὁ ἔσω ἄνθρωπος, εἶναι ὁ ἀληθής ναός τοῦ Θεοῦ.
Ἀνάμεσα λοιπόν στά ἐκλεκτότερα κεφάλαια τῆς κατά Θεόν ἐργασίας, πού ἀναφέρονται ἀπό τόν θεσπέσιο ἡγούμενο τοῦ Στουδιτικοῦ κοινοβίου, εἶναι ἡ ἐξομολόγηση καί μάλιστα ἡ μαζί μέ αὐτήν ἀναφερόμενη ταπείνωση, ὀνομαζόμενη ὡς «ντροπή», ἀπό τήν ὁποία προκύπτει ἤ ἀναπτύσσεται κάθε ἄλλη ἀπό τίς ὑπόλοιπες ἀρετές.
Αὐτός ὁ ἀνύστακτος πόθος συνεχοῦς ἑνώσεως μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ἐκφράζεται μέ τήν διαρκῆ ἄθληση τῶν πιστῶν, ἰδιαιτέρως δέ τῶν μοναχῶν, καταλήγει στήν μία καί μοναδική ποθούμενη κατάσταση, πού ἔχει ἄμεση σύνδεση μέ τό μυστήριο τῆς διαρκοῦς μετανοίας διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως, ὅπως λέει μέ μεστότητα λόγου˙ «μία οὖν ἀνάπαυσις καί μία ἡδονή, καθαρεύειν τήν ψυχήν καί πρός ἀπάθειαν ἀποβλέπειν»158.
Μέ ἀφορμή τήν ἀρχή τῶν νηστειῶν τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς, ἐκφράζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος τήν εἰλικρινῆ πεποίθησή του ὅτι σέ αὐτή τήν περίοδο, μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, καλοῦνται «πάντες οἱ ἄνθρωποι ἀπολαύσουσι γαλήνης πνευματικῆς. Οὐ γάρ μόνον μοναχοῖς, ἀλλά καί λαϊκοῖς, μικροῖς τε καί μεγάλοις,… παντί γένει καί πάςῃ ἡλικίᾳ σωτήριός ἐστιν ὁ προκείμενος καιρός»159, διότι ἐμπνέει τήν ἀναθέρμανση τῶν σχέσεων πιστῶν καί Θεοῦ καί γίνεται πιό ἔντονη ἡ αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας ἀλλά καί τῆς ἀπείρου φιλανθρωπίας τοῦ Κυρίου.
Γιά αὐτό καί φανερώνει τήν αἴσθηση αὐτή μέ τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος «συγχωρεῖ τά παραπτώματα ἡμῶν, εἴπερ ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας σύν φόβῳ τε καί τρόμῳ προσπέσωμεν καί προσκλαύσωμεν αὐτῷ τήν πρός τό ἑξῆς βελτίωσιν ἐπαγγελλόμενοι»160. Στίς τελευταῖες λέξεις διδάσκει τά γνήσια στοιχεῖα τῆς εἰλικρινοῦς καί ἀληθινῆς μετανοίας, τῆς ἐσωτερικῆς ἀνάγκης γιά ἀλλαγή τοῦ νοός, ἀλλαγῆς τρόπου ζωῆς στην πράξη, πού ἀρχίζει μέ τή συγχώρηση μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως.
Σέ αὐτό τό σημεῖο μποροῦμε νά ἀναφέρουμε μερικά στοιχεῖα καί παραδείγματα, ἀπό τίς κατηχήσεις τοῦ ἁγίου, γιά τήν εἰλικρινῆ μετάνοια, γιατί, ὅπως θά δοῦμε, δίνει πολύ ἔμφαση καί ἰδιαίτερη σημασία σέ αὐτή τήν λεπτομέρεια τῆς εἰλικρίνειας. Ἀρχίζοντας ἀπό τήν αὐστηρή προτροπή γιά εἰλικρινῆ μετάνοια πρός τούς ἀδελφούς, μᾶς εἰσάγει στήν δίκη του φωτισμένη ἀντίληψη˙ «ἐγένετο μετάνοια; ἐξ εἰλικρινείας ἡ ἄφεσις, μή πάλιν λογισμοῖς ἀναπτόμενοι»161.
Νά μήν ἀμφιβάλλει κανείς, καί νά ἐπιδιώκουν ὅλοι τήν ἀληθινή καί εἰλικρινῆ μετάνοια, διά τῆς ὁποίας ἡ ἐξομολόγηση φέρνει τό ποθητό ἀποτέλεσμα τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως γιά παράδειγμα, λέει, ὁ Μανασσῆς ὁ ὁποῖος «μετανοήσας εἰλικρινῶς καί ἐσώθη καί ὠδήν ᾖσε τῷ Θεῶ, ἥν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας ᾄδει ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία»162.
Ἐπίσης ἀναφέρει καί ἕνα δεύτερο καί τό πλέον μεγαλειῶδες παράδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας. «Μαρία Αἰγυπτία, μετά τό ἀκόρεστον τῆς ἁμαρτίας, εἰς ἀγγελικήν πολιτείαν ἀναδραμοῦσα καί προφητείας ἠξιωμένη˙ ὥστε οὐδεμία πρόφασις οὐδενί κατ’ οὐδένα τρόπον ὑπολέλειπται μή οὐχί διά μετανοίας ἀναδραμεῖν πάλιν εἰς σωτηρίαν»163. Τονίζει ὅτι ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία κατόρθωσε τήν σωτηρία καί τήν ἁγιότητα, μέσα ἀπό τήν εἰλικρινῆ μετάνοια, παράδειγμα τό ὁποῖο προβάλλει μέ ἔνταση, ὡς σφραγίδα ἐπί τοῦ θέματος, ὡς ἀκαταμάχητο ἀναμφίβολο δεῖγμα ὅτι ἡ εἰλικρινής μετάνοια ἔχει τέτοια μεγάλη δύναμη, πού καμιά πρόφαση καί κανένας τρόπος δέν μποροῦν νά τό ἀναιρέσουν ὡς γεγονός μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ τρόπος προσέγγισης τῶν ἀδελφῶν ἀπό τόν ἅγιο, ὅσον ἀφορᾶ τό ἀγώνισμα τῆς μετάνοιας καί τῆς ἐξομολόγησης καί τῆς ἄνθησης τῶν ἀρετῶν ἐξαιτίας τους, πολλές φορές γίνεται προσωπικός, ἐγγύτατος καί εὐθύς, χωρίς νά χάνει τήν πατρική καί στοργική θέρμη του. Μιλάει στούς πολλούς ἀδελφούς τῆς Μονῆς σάν νά μιλάει στόν ἕνα, σέ μία συνάντηση σέ προσωπικό χῶρο, γιά νά ἐκφραστεῖ καί νά ἐπιτύχει τό ζητούμενο. «Ἐπ’οὐδενί γάρ ἐπιτέρπεται Θεός, ὡς ἐπί ψυχῇ καθαρευούσῃ παθῶν˙ καί οὐδείς οὕτω πολυανθής λειμών εὐωδεῖν πέφυκεν, ὡς ἡ ψυχή τάς ἀρετάς κυπρίζουσα. Κἄν ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἁμαρτεῖν συμβῇ, ἑπτάκις μετανοητέον, καί προσδεδέγμεθα˙ κἄν ἐβδομηκοντάκις ἑπτά τοῦτο πάθωμεν, τασαυτάκις ἡ μεταμέλεια, καί τῆς ἐλπίδος οὐκ ἀποτευξόμεθα κατά τήν θείαν ὑπόσχεσιν164»165.
Ἁπλός καί ὑπέροχος ὁ τρόπος πού μιλάει, δείχνοντας πώς γνωρίζει τί εὐαρεστεῖ τόν Θεό ἀπό προσωπική ἐμπειρία, καί τούς μεταδίδει τήν ἐλπίδα τῆς συγχωρήσεως, τῆς καθάρσεως καί τῆς σωτηρίας, μέσα ἀπό τήν παρρησία πού βιώνει ὁ ἴδιος μπροστά στόν Θεό καί μέ τήν σιγουριά πού ἀπορρέει ἀπό αὐτήν, ἐγγυᾶται τήν τήρηση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν ὀπτική γωνία τοῦ ἁγίου καί τήν ἐμπειρία του, ἡ ὑπόσχεση τῆς ἀποδοχῆς καί τοῦ ἐναγκαλισμοῦ τοῦ μετανοημένου ἁμαρτωλοῦ ἀπό τόν Θεό πατέρα, βρίσκει τήν διαρκῆ ἐκπλήρωση καί τήρησή της, μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί τῆς ἐξομολόγησης.
Παρόμοια διδαχή, γιά τήν, διά τῆς μετανοίας καί τοῦ μυστηρίου τῆς ἀφέσεως, συνεχῆ ἀποδοχή καί τήν ἐπανάκτηση τῆς κοινωνίας μας μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σπιλώνεται καί τραυματίζεται μέ τήν ἁμαρτία, βρίσκουμε σέ μία ἄλλη κατήχηση τοῦ ἁγίου, ὅταν ἀναφέρει γιά τήν ἁμαρτία, ὅτι «ὁσάκις τοῦτο γένηται, τοσαυτάκις ἡ μεταμέλεια, ἡ ἐξαγόρευσις, ἡ συντριβή τῆς καρδίας, ἡ ἀνάνηψις καί ἡ εἰς τήν προτέραν στάσεως ἀναδρομήν γοργότης»166. Ὅσες φόρες κι ἄν συμβεῖ τό δυστυχές γεγονός τῆς πτώσης στήν ἁμαρτία, τόσες φορές ἄς μετανοήσουμε προσερχόμενοι στό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, μέ συντριβή καρδίας, ἡ ὁποία συνοδεύει πάντοτε τήν κατάσταση τῆς μετανοίας, ἀνανήφοντας γρήγορα καί μπαίνοντας ξανά στήν χάρη τῆς κοινωνίας καί βιώσεως τοῦ Θεοῦ, παίρνοντας πάλι τήν ἀθλητική στάση στίς γραμμές τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων.
Ἡ μετάνοια καί ὁ καθαρισμός ἀπό τίς ἁμαρτίες, κατά τόν μακάριο καί θαυμαστό Θεόδωρο, δέν εἶναι μία κατάσταση μιζέριας καί συνεχοῦς θλίψεως. Ἀντιθέτως μέ ἀφορμή τήν μεγίστη ἑορτή τοῦ Πάσχα, δίνει στούς ἀδελφούς τῆς Μονῆς μία βαθύτατα βιωματική διδαχή, εἰσάγοντάς τους σέ μία ἰδιαίτερη πνευματική κατάσταση, στήν ὁποία τό νόημα βρίσκεται στό «καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐπιτελούμενον πάσχα»167. Τούς παρουσιάζει μία πραγματικότητα γιά κάθε ψυχή πού ποθεῖ νά ζεῖ μέ τόν ἀναστάντα Χριστό.
Θά χρειαστοῦν ὅμως λεπτομέρειες, γιατί ἴσως κανένας ἤ ἐλάχιστοι ἀπό τήν ἀδελφότητα, μποροῦν νά δοῦν ἀπό τό πνευματικό ὕψος ὅπου βρίσκεται ὁ μακάριος Θεόδωρος. Ἔτσι ἀποκαλύπτει κάτι τό ὁποῖο θεωροῦν αὐτονόητο, ὅμως ἀγνοοῦν μέχρι ἑνός σημείου τή μεγάλη ἀξία του. Λοιπόν ποιό εἶναι τό Πάσχα τῆς κάθε ἡμέρας; «Καί τί τοῦτο; Ὁ καθαρισμός τῶν ἁμαρτιῶν, ὁ συντριμμός τῆς καρδίας, τό τῆς κατανύξεως δάκρυον, τό τοῦ συνειδότος καθαρόν»168. Φοβερή ἡ βιωματική θεολογία τοῦ ἁγίου. Θεόπνευστη καί ὁδηγοῦσα στήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Τό διαρκές Πάσχα τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ βαθειά μετάνοια ὡς ἀρετή καί συνεχής ἄθληση, μέ τό ἐπισφραγιστήριο μυστήριο τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς ἀνακαίνισης τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἐφαρμογή τῶν διδαχῶν τοῦ ἁγίου, πού πληθωρικά ἀνιχνεύονται μέσα ἀπό τόν ὠκεανό τῶν κατηχήσεών του, ἔχει ἄμεσα ἐπίδραση καί προέκταση, ὡς παρακαταθήκη καί κληρονομιά, στήν ἀποστόλη καί τόν ρόλο τῶν ἀδελφῶν, ἑξαιρέτως δέ τῶν πνευματικῶν του τέκνων, στά ὁποῖα δόθηκαν θέσεις διακονιῶν μέ ἐξουσία.
Γιά αὐτό, σέ μία ἀπό τίς κατηχήσεις πρός τούς ἀδελφούς στή Μονή τοῦ Σακκουδίωνα, ἑστιάζει στό πρόσωπο τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου, ἡγουμένου Σωφρονίου, παρακινώντας τον νά προσέξει τά σημαντικότερα σημεῖα γιά τήν προκοπή τῆς ἀδελφότητας, λέγοντάς του: «διό γρηγόρει, πρόσεχε, ἀναθεωρῶν τάς καρδίας τῶν ἀδελφῶν διά τῆς ἐξαγορεύσεως καί τυπῶν αὐτούς εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν»169.
Ἑρμηνεύεται ἡ τελευταία φράση τοῦ ἁγίου, μέσα ἀπό μία ἄλλη κατήχηση κατευθύνοντας σιγά σιγά, τήν πνευματική ἀντίληψη τῶν ἀδελφῶν περί ἐξομολογήσεως πρός την, ἐμμέσως καί ἀληθῶς, γνήσια θέση της. Νά ὁδηγεῖ τούς ἀδελφούς καί τούς πιστούς στό πεδίο τῆς ἀπολυτρώσεως, στή θεία λατρεία. Μέ τήν ἐξαγόρευση καί τίς συνεπακόλουθες ἀρετές ἐπέρχεται ἡ κάθαρση καί μέ τά ἀγαθά ἔργα ἡ ἀνύψωση, γιά αὐτό προτρέπει ὁ ἅγιος «καθαίρεσθε καί ὑψοῦσθε… ἵνα εὐοδιάζητε τήν εὐωδίαν τοῦ πνεύματος, ὡς τά ὡραῖα φυτά τοῦ παραδείσου ἴνα πυκάζητε ὡς ρόδα ἀμάραντα τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου»170.
Πρώτη καί ἀπαραίτητη διακονία τοῦ ἡγουμένου εἶναι νά θεμελιώνει τήν ζωή τῶν ἀδελφῶν, στά γερά θεμέλια της ἐξομολόγησης, ἡ ὁποία θά ἀποτελέσει βάση καί ἀφετηρία γιά ὅλα τά ἄλλα ἀγαθά ἔργα καί κατορθώματα.
Ἔχει αὐτή τήν χάρη τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, διότι λειτουργεῖται σέ κάθε ψυχή «πνευματοκινήτως»171 προκαλώντας καί προσκαλώντας τόν μετανοημένο καί ἐξομολογημένο, «διά τῆς ἀνενδότου καί ἐπιμόνου πρός αὐτά σχολῆς καί τριβῆς, τόν νοῦν καταβαπτίζεσθαι ἀπό τῆς περί Θεόν μνήμης καί θεωρίας˙ οὗτος γάρ ὅρος εὐσεβείας»172. Τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, ὅπως φαίνεται στή τελευταία φράση τοῦ ἁγίου πιό πάνω, δέν εἶναι ζήτημα «περί ἁπλῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς δουλείας τοῦ διαβόλου, ἀλλά καί περί συμφιλιώσεως πρός τόν Θεόν… περί αὐτῆς τῆς υἱοθεσίας ὑπό τοῦ οὐρανίου Πατρός»173.
Εἶναι προικισμένος μέ μία ξεχωριστή ἄνεση στόν λόγο του ὁ ἅγιος, «τάς ὑπέρ νοῦν δωρεᾶς, οὐρανόθεν δεξάμενος»174. Ἔτσι αὐτό πού ὁρίζει πιό πάνω ὡς ὄρον εὐσεβείας, τό ἐκφράζει σέ ἄλλη κατήχηση ὡς μοναδική ἐντολή. «Πάντες εὐκίνητοι, ἀεικίνητοι πρός τήν ἐργασίαν τῆς ἐντολῆς, εἰλικρινεῖς καί ἀπρόσκοποι διά τῆς τῶν κρυπτῶν ἐξαγορεύεως»175. Νά ἐφαρμόζουν καί νά ἐργάζονται «τήν» ἐντολή. Δέν εἶναι συντακτικό λάθος ἀλλά ἑκούσια ἔμφαση γιά τήν σημαντικότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης στήν ζωή τῶν ἀδελφῶν καί τῶν πιστῶν γενικότερα.
Αὐτό πού μπορεῖ νά ἀνυψώσει καί να βάλει τούς ἀδελφούς στή συχνότητα τοῦ Θεοῦ, εἶναι «ἡ ἐξαγόρευσις καί ἡ ἀνάστασις αὐτῶν»176. Ἀποκρυσταλλωμένη πατερική γνώμη, μᾶλλον βιωματική γνώση τοῦ ἁγίου περί τοῦ θέματος τῆς μετάνοιας, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό μία ἀνάσταση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, μέ τήν ἀπαραίτητη ἐπικουρία, τῆς ἐξομολόγησης.
«Ὁ κατά σῶμα τιτρωσκόμενος ἰατρείας χρήζει˙ ὡσαύτως καί ὁ κατά πνεῦμα. Ἰατρεία δέ ἡ δι’ ἐξαγορεύσεως ἐπιτιμία»177. Ἐπιμελής καί ἀκούραστος ὁ ἅγιος Θεόδωρος, δέν σταματάει, οὔτε κοραίνεται μέ τήν ἐπανάληψη καί τήν, κάθε φόρα προσαρμοσμένη στήν περίσταση, ἀναφορά του στό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, ὡς ἀρχή καί ἀσφάλεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἀποστολῆς τῶν πιστῶν.
Πλατύνει τήν ἀναφορά του, περιγράφοντας μέ ζέση, αὐτός ὁ «ζήλω πεπυρσευμένος»178, τίς ἐπιπτώσεις τῆς ἀποξένωσης ἀπό τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως˙ «μή δή οὖν τό ἀξίωμα ἠμῶν καταβάλωμεν, ὦ τέκνα˙ μή δή τήν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἀπεμπολήσωμεν˙ δεσπόται τυγχάνοντες μή γενώμεθα δοῦλοι˙ μή θώμεθα τό φῶς ἡμῶν σκότος, μή μεταβάλωμεν τό κάλλος ἡμῶν εἰς ἀμορφίαν, μή στρέψωμεν τό πρόσωπον ἡμῶν ἀπό Θεοῦ ἐπί τόν χαρακτῆρα τῆς κακίας˙ μή ἀπεκδυσώμεθα τούς φωτεινούς χιτῶνας τῶν ἀρετῶν, ἐνδεδισκόμενοι τά μεμελανωμένα ράκια τῶν ἀνομημάτων˙ μη, χρηματίζοντες υἱοί Θεοῦ, χρηματίσωμεν τέκνα διαβόλου, φωτός ἔκγονα γεγενημένοι μή φανῶμεν σκότους ἐκτρώματα»179. Ἀξίωμα καί ἐλευθερία, δεσποτεία καί φῶς, κάλλος καί θέα τοῦ Θεοῦ, φωτεινοί χιτῶνες, υἱοθεσία Θεοῦ καί γέννηση ἐκ τοῦ φωτός. Θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ἀνεπανάληπτη αὐτή ἡ διείσδυση τοῦ θεοφόρου ἁγίου, στό βάθος τῆς ἐνεργείας καί τῆς μεταμορφωτικῆς χάριτος τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Μένει κανείς ἐκστατικός ἀκούοντας τά δωρήματα πού τόσο ξεχωριστά περιγράφει ὁ ἅγιος, μέ τήν σιγουριά ὅτι ὅλα ὅσα ἀναφέρει, δίνονται ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα καί σέ κάθε πιστό. Μέ αὐτό τό μοίρασμα τοῦ βιώματός του, ποιός θά θέλει νά μείνει ἔξω ἀπό τό μυστήριο καί τίς δωρεές του;
Νουθετώντας πολλές φορές γιά ἄλλα πνευματικά ζητήματα, ἕλκεται καί ἀναγκάζεται νά συμπληρώσει τήν κατήχησή του μέ τήν προτροπή τῆς ἐξομολόγησης καί τῶν δακρύων, γιά νά ἐπιτευχθεῖ ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. «Ἀλλ’ ἵνα, ἀδελφοί, τοῦτο μή γένηται, “δεῦρο προσκυνήσωμεν καί προσκλαύσωμεν τῷ ἀγαθῷ Θεῷ ἡμῶν˙ προφθάσωμεν τό πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει”180, ἐν δεήσει, ἐν κατανύξει, ἐν δάκρυσιν… ἐν ἁγνότητι, ἐν πάσῃ ἀγαθῇ ἀναστροφῇ. “καί αὐτός ἱλασμός ἐστι περί τῶν ψυχῶν ἡμῶν”181»182. Μία συνεργασία ἀρετῶν μέ κύριο ὑπεύθυνο τήν δύναμη τῆς ἐξομολόγησης, γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ἱλασμό τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν.
Παρομοίως, προσκαλεῖ πάλι «προσκλαύσωμεν αὐτῷ ὑπέρ τοῦ παρεθέντος βίου, ὑπέρ τῶν καθημέραν ὀφλισκομένων ἡμῖν… καί ἐσώμεθα ἔτι… ἐξαγορευτικοί»183. Ὁ ἅγιος «διδασκαλίαις ἀγλαϊζόμενος καί προστασίαις ψυχῶν κοσμούμενος»184, καθοδηγεῖ καί ὑποδεικνύει τόν τρόπο τῆς καθημερινῆς πράξης, στόν ὁποῖο ὅλοι πρέπει νά εὐαισθητοποιηθοῦν καί νά προσαρμοστοῦν. Ὁ δρόμος τῆς μετανοίας εἶναι αὐτός, ἡ ἔκχυση τῶν δακρύων καί ἡ ἐξομολόγηση, νά εἶναι κατά τίς δυνάμεις τους οἱ ἀδελφοί προσκλαίοντες καί «ἐξαγορευτικοί», δηλαδή διαρκῶς καί συχνῶς ἐξομολογούμενοι.
Δέν μειώνει τήν πνευματική προσπάθεια τῶν ἀδελφῶν οὔτε καί τραυματίζει τήν εὐαίσθητη καρδιά, ἡ ὁποία, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν βαθμό ἐμπάθειας τοῦ καθενός, ποθεῖ νά ζεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὁ ἅγιος δέν διστάζει καί ὁμολογεῖ αὐτό τό γεγονός˙ «τά ὑπερκόσμια καί οὐράνια καί ἐφίεσθε καί ἐπιζητεῖτε, καί ἐν τούτοις ἡ καρδία ὑμῶν καί ἡ μέριμνα καί ἡ ἀδολεσχία, μήτι γάρ ἄλλο˙ ἤ ἵνα καθαρθῆτε τελείως ἐκ τῶν παθῶν καί κτήσησθε “καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινομένην”185… σπουδήν ἀνένδοτον, κατανύξεως δάκρυα»186. Συγκεκριμένα ἀναφέρεται στήν κάθαρση τῶν παθῶν, μέ τήν μακροχρόνια καί ἀγωνιστική ἰσόβια προοπτική. Παρόλα αὐτά ὅμως, σύμφωνα μέ τά ὅσα σημειώνονται καί τήν ὅλη στάση τοῦ ἁγίου, δέν θά μπορούσαμε νά ἐκλάβουμε τήν ἔννοια τῆς καθάρσεως αὐτῆς χωρίς τό μυστήριο τῆς καθάρσεως, συγχωρήσεως καί φωτισμοῦ, τῆς ἐξομολογήσεως δηλαδή καί τῆς μετανοίας.
Δέν εἰκάζουμε ἀόριστα, ἀλλά ἀφήνουμε τόν ἅγιο νά ἐπαληθεύει καί νά ἑρμηνεύει ὁ ἴδιος τά στοιχεῖα τῆς θεοφώτιστης διδασκαλίας του, ἀφοῦ συνεχῶς ὠθεῖ στήν προσωπική καί βαθειά σχέση μέ τόν ἠγαπημένο Ἰησοῦ Χριστό˙ «συμβαπτισθῶμεν αὐτῷ˙ ἔξεστι γάρ καθ’ ἡμέραν, εἰ βουλόμεθα, τῷ τῶν δακρύων βαπτίσματι, λέγω, τῷ ὄντι γάρ καθαρτήριον καί αεἴφωτον. Οἴκοθεν ἡμῖν τά νάματα, ἔχομεν καί ἠμεῖς Ἰορδάνην, τῷ τῆς κατανύξεως ρείθρῳ φωτιζόμενοι»187. Τό βάπτισμα δηλαδή τῶν δακρύων, τό ὁποῖο μπορεῖ νά τελεῖται καθημερινά καί τό ὁποῖο ἐπισφραγίζεται καθαρίζοντας καί φωτίζοντας μέ τήν ἐξομολόγηση, καθώς ἐπίσης καί μέ τήν βοήθεια τοῦ προσωπικοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, τοῦ τῆς «κατανύξεως ρείθρου» μέσα στά ὁποῖα φωτιζόμαστε ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα.
Ὅταν ὁ ἅγιος Θεόδωρος κατηχεῖ καί μεταδίδει τήν δική του φλόγα, λέγοντας «ἀναζωπυρούμενοι τῷ θείῳ ἔρωτι καί ἀνακαινιζόμενοι τῷ ἐνοικοῦντι ἐν ὑμῖν ἁγίῳ Πνεύματι»188, δέν λέει κάτι διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ὑμνογράφησε ὁ ἴδιος καί ψάλλουμε στους αναβαθμούς˙ «ἐν τῷ νότῳ οἱ σπείροντες δάκρυσιν ἐνθέοις, θεριοῦσι στάχυας ἐν χαρᾷ ἀειζωίας»189. Μέ την τῶν σπορά δακρύων, μέ τίς ἰσόβιες καί διηνεκεῖς ἐξομολογήσεις, ἰχνηλατοῦντες καί βιώνοντες τά σημάδια τῆς μετάνοιας, ἀναζωωπυρώνεται ὁ θεῖος ἔρωτας καί ἀνακαινιζόμαστε ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πληρούμενοι μέ χαρά ἀειζωίας οὐρανίου Βασιλείας.
Χαρτογραφεῖ, πρακτικῷ τῷ τρόπῳ, ξανά καί ξανά τήν ἐμπειρική καί πνευματική θεολογία του, διδάσκοντας ἁπλά καί πρακτικά αὐτά πού ἐξέφρασε πιό πάνω μέ ὑψηλά νοήματα: «πάντα ὑπομένοντες ὑποτακτικῶς, ὑπηκόως, ἑξαγγελτικῶς.. ἐν ἀλλήλοις χρηστευόμενοι… τά βάρη τῶν ἄλλων βαστάζοντες»190. Καί αὐτό τό βίωμα τῆς ψυχῆς, ἔστω καί ἑνός ἀδελφοῦ ἤ λαϊκοῦ χριστιανοῦ, πού ξεκινᾶ ἀπό τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση καί ὁλοκληρώνεται μέ θεῖο ἔρωτα καί χαρά ἀειζωίας, μεταδίδεται σάν πυρκαγιά μέσα στήν καλαμιά τῆς ἀδελφότητας ἤ τῆς ἐνορίας, καί κατ’ ἐπέκταση τῆς κοινωνίας, καί γίνεται ὁ φλεγόμενος τοιουτοτρόπως πνευματικός ἐμπρηστής διά τῆς χάριτος, «ἀλλήλοις χρηστευόμενος, ἀλλήλων τά βάρη βαστάζων».
• Η Ὑπακοή ως ασφαλές πλαίσιο για την μεγίστη πνευματική καρποφορία του μετανοούντος και εξομολογουμένου.
Στήν ἐμβριθῆ ἀναφορά τοῦ ἁγίου, γιά τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση, διακρίνεται ἕνας συνδυασμός δύο ἀγωνισμάτων, πού, ὅπως δείχνει μέσα ἀπό τίς ἀναφορές του σέ αὐτά, ἀποτελοῦν γιά τήν ζωή τῆς ἀδελφότητας καί τήν προκοπή της, βασικούς καί ἐξαιρετικά καθοριστικούς πυλῶνες τῆς κατά Θεόν πορείας καί τοῦ ἁγιασμοῦ της. Μία διπλή πράξη καί ἕνας συνδυασμός ἐπίτευξης καθαρότητας καί θεαρέστου ἀσκήσεως ἐκφράζεται ἀπό τόν ἅγιο˙ «ὁ τήν ἐξαγόρευσιν μεθ’ ὑπακοῆς ἐξασκῶν, τά δευτερεία τοῖς ἄλλοις δίδωσιν, ἐν τοῖς δύσι τά πάντα περικλείων»191.
Ἐξομολόγηση καί Ὑπακοή, κατά τόν θεοφόρο πατέρα, περικλείουν τά πάντα, ἐννοώντας μέ αὐτό τόν τρόπο ὅτι ἀποτελοῦν τίς ρίζες τῆς μοναχικῆς ἀλλά καί τῆς χριστιανικῆς πνευματικῆς ζωῆς. Δέν εἶναι τυχαία ἡ ἐπιλογή, ἀπό τόν ἅγιο, τῆς ὑπακοῆς ὡς τέλειο ζευγάρι μέ τήν ἐξομολόγηση, γιά τήν ἐπιτυχία τῆς μοναχικῆς ἀφιέρωσης. Στηρίζοντας αὐτή τήν ἐπιλογή μέ ἱκανά καί δοκιμασμένα ἐπιχειρήματα πνευματικῆς πράξεως ἀναλύει: «οὗ γάρ ἐξαγόρευσις… καί πεποίθησις… ἐκεῖ καί κοπῆ θελήματος, καί οὐ κοπή θελήματος, ἐκεῖ ὑποταγῆς τελείωσις»192.
Ἀλλοῦ συμπληρώνει τήν διδασκαλία του αὐτή ἀρχίζοντας ἀπό τήν δημιουργία μας ἀπό τόν Θεό˙ «καί γάρ ἐκάλλυνεν ἡμᾶς ὁ Θεός κατ’ ἀρχάς μέν ἐν τῷ παραδείσῳ διά τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν ἀξιώματος. Εἰ καί ὅτι μάλιστα διά παρακοῆς ἐζοφώσαμεν ἑαυτούς τε καί συνεχέαμεν…»193. Θεωρεῖ, ὅπως καί τότε ἀπό τήν πρώτη πτώση, μέχρι καί τήν παροῦσα στιγμή, ὅτι ἡ ἁμαρτία μας εἶναι ἡ παρακοή ἤ ὀφείλεται στήν παρακοή, γιά αὐτό καί ἀντισταθμίζει καί τοποθετεῖ τήν ὑπακοή ξανά στήν ἴδια θέση, στό ἴδιο ὕψος στό στερέωμα τῶν ἀρετῶν, δείχνοντας ὅτι ἡ μετάνοια καί ἡ ἀποκατάσταση τῆς παραδείσιας καταστάσεως ἀπό αὐτήν ξεκινάει κάθε φορά.
Μᾶς δίνεται κάθε φορᾶ μία δεύτερη εὐκαιρία στήν πνευματική ζωή, ὑπακούοντας ἐνῶ «τοῖς δάκρυσι καθαιρώμεθα˙ “πλυνεῖς μέ” γάρ φησίν “καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι”194… καί μακαρία ἡ ψυχή οὕτως ἀεί καθαιροῦσα ἑαυτήν»195. Εἶναι μακαρία ἡ ψυχή ἡ ὁποία ἀθλεῖται στά δύο αὐτά ἀγωνίσματα, γιατί αὐτή θά εἶναι τελικά «ἡ ἀπολελυμένη πάσης σχέσεως καί μόνον τόν Θεόν καί σχέσιν καί πόθον καί ἔρωτα κεκτημένη, ἡ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν προσδεχομένη τόν θάνατον ἡδέως»196. Μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ ἡ μακαριότητα καί ἡ ἑτοιμότητα τῆς ψυχῆς μέσα ἀπό τήν ἐξομολόγηση καί τήν ὑπακοή, στό σημεῖο πού ὁ ἄνθρωπος νά περιμένει μέ χαρά τόν θάνατο, ζώντας μία ἄλλη διάσταση «τό ἀεί καί τό διηνεκῶς τῆς ἀδαπάνητης ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου»197 νά ζεῖ μαζί μέ τόν Χριστό αἰωνίως.
Δέν εἶναι μονομερής προσκόλληση σέ ἕνα ἀπό τά μυστήρια ἤ ἀπολυτοποιημένη τοποθέτηση τοῦ ἁγίου ὑπέρ μίας ἐκ τῶν ἀρετῶν, ἀλλά μία φανέρωση καί ἕνα μοίρασμα ἐμπειρικῆς γνώσης, δωρεά ἑνός κλειδιοῦ πού προσφέρεται ἀπό αὐτόν κατά τό δικό του παράδειγμα και κατά τό παράδειγμα τοῦ πνευματικοῦ του πατρός τόν ὁποῖο ἔχει ὑπόψη, ὅταν στόν ἐπιτάφιο εἰς Πλάτωνα τόν ἑαυτοῦ πνευματικό πατέρα, ἀναφέρει ὅτι «οὐδέν τοιοῦτον τῷ ὑποτακτικῶ, οἷον τό κατ’ ἐξαγόρευσιν ἀγώνισμα, καί τό καθ’ ὑπακοήν κατόρθωμα, δι’ ὧν ψυχή φωτίζεται καί νεκροῦται θέλημα καί ὁλοτελής εἰσοίκησις τοῦ πνευματικῶς γεγεννημένου πρός τόν γεγεννηκότα ἐγγίνεται»198.
Εἶναι ἰσόβιο ἀγώνισμα ἡ ἐξομολόγηση καί ἀδιάλειπτο κατόρθωμα ἡ ὑπακοή, μέσα ἀπό τά ὁποῖα φωτίζεται ἡ ψυχή, γίνεται ἡ πρόσκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ ἐπίσκεψή του στήν ὕπαρξή μας καί γιά αὐτό νεκρώνεται τό θέλημά μας ἤ μᾶλλον ταυτίζεται μέ τό θέλημα τοῦ Παρακλήτου μέσα μας.
Ἐπίσης, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ ἁγίου, γίνεται ἡ ὁλοκληρωτική ἐγκατάσταση τοῦ πνευματικῶς γεννημένου ἐντός αὐτοῦ πού τόν γέννησε. Αὐτή ἡ φράση θά μποροῦσε νά ἔχει δύο ἑρμηνεῖες. Ἡ πρώτη, ὅτι γίνεται ἡ ὁλοκληρωτική πνευματική υἱοθεσία τοῦ πνευματικοῦ τέκνου199 ἀπό τόν πνευματικό πατέρα, ὅταν δηλαδή «ὁ πιστός ἀκολουθεῖ τόν πνευματικό του καί ἀποκτᾶ μέ τόν τρόπο αὐτό τή χάρη τῆς υἱοθεσίας σέ σχέση μέ αὐτόν»200, καί ἡ δεύτερη, ἡ τέλεια ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού αὐτό ἀποτελεῖ σκοπό ζωῆς κάθε ζωντανοῦ χριστιανοῦ.
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος δίνει πρακτικές συμβουλές μέ ἐκπληκτικά εὔστοχο καί διορατικό τρόπο, μέ τή φροντίδα του ὡς πατέρας καί τήν ἐπιδίωξη τῆς καλλιέργειας τῆς διπλής ἀρετῆς, ὑπακοή καί ἐξομολόγηση. Παράλληλα δέν περιμένει τήν πτώση ἤ τήν ἀστοχία κάποιου ἀπό τούς μοναχούς του, γιά να τόν διδάξει καί νά τόν ἐπαναφέρει μέ τήν ἐξομολόγηση, ἀλλά παραμένει ἕτοιμος καί γρήγορος στήν ἀποτροπή κάθε πνευματικοῦ τραυματισμοῦ πού προέρχεται ἀπό πονηρή ἐπίθεση. Γιά αὐτό τόν λόγο δίνει ἕνα πρακτικό, ἁπλό, ἀλλά ἱκανό παράδειγμα, μέ ψηλά ποσοστά ἐπιτυχίας, στήν καθημερινή ἀθλητική πνευματική πράξη καί τόν ἀσφαλῆ δοκιμασμένο τρόπο τῆς ὑπακοῆς. Γιά αὐτό σημειώνει˙ «ὅταν δέ διά πάσης σπουδῆς ὑποτάξωμεν τό ἀνυπότακτον φρόνημα καί γνῶμεν ἑαυτούς ὅτι ὅλως διόλου ἐσμέν ταλαίπωροι, μηδέν κατορθοῦν δυνάμενοι δίχα βοηθείας Θεοῦ, μεσιτείᾳ τοῦ καθοδηγοῦντος, ὅστις ἄν εἴη, τότε συγκαταβήσεται περί τήν κάμινον τῶν παθῶν ἡμῶν ἄγγελος, ὥσπερ τοῖς περί τόν Ἀζαρίαν, καί ἐκτινάξει τήν φλόγα τῆς ἐπιθυμίας ἐκ τῆς καρδίας, καί ἐμποιήσει ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν “ὡς πνεῦμα δρόσου διασυρίζον”201 τό τῆς ἁγνείας δῶρον»202.
Εἶναι ἀποκαλυπτικός ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο δείχνει ὁ ἅγιος ἕναν ἀπό τούς ἄπειρους τρόπους πού ἐνεργεῖ ὁ Θεός, κατόπιν τηρήσεως τῆς ὑπακοῆς. Θαυμάσια ἡ πνευματική εἰκόνα τῆς ἀποστολῆς ἀπό τόν Θεό ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος θά ἐκτινάξει, θά ἐξακοντίσει τήν φλόγα τῆς ἐπιθυμίας, οὐσιαστικά θά νικήσει καί τήν δαιμονική πυρά τοῦ πονηροῦ καί τήν φλόγα τοῦ ἐσωτερικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή θά νικήσει ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τόν ἀγώνα γιά μας καί τέλος νά χαρίσει ὡς δῶρο τήν δροσίζουσα κατάσταση τῆς ἁγνείας μέσα στόν ἄνθρωπο.
Ὅλα αὐτά πού λέγονται ἀπό τόν ἅγιο, μέ θεοκίνητη αὐτοπεποίθηση καί ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, δέν ἔχουν σκοπό νά προκαλέσουν χαλάρωση καί ἀποχαύνωση στούς ἀδελφούς, μέ ἀποτέλεσμα νά τούς βρεῖ ἡ ἀπώλεια, ἀλλά, ἐπανερχόμενος συχνότατα ὁ ἅγιος, ἐκφράζει ξανά πιστά τήν πεποίθησή του στόν πρακτικό συνδυασμό τῆς θαυμαστῆς, ὅπως εἴδαμε πιό πάνω, ὑπακοῆς καί τῆς ὑπερωφελίμου καί ψυχοσωτηρίου ἐξομολόγησης. Ἔτσι ἀφυπνίζει πάλι λέγοντας˙ «πολλά τά ἔνεδρα τοῦ διαβόλου… καί οὐκ ἄν τίς ρυσθείη τούτων, εἰ μή δι’ ἐξαγορεύσεως καί τῆς πρός τόν καθηγούμενον πίστεως, τῷ λόγω τῆς ταπεινοφροσύνης καί ὑπακοῆς καθοδηγούμενος»203.
Δέν μπορεῖ κανείς νά σωθεῖ ἀπό τίς ἐνέδρες καί τίς παγίδες τοῦ διαβόλου, παρά μόνο μέ τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης καί την ἐμπιστοσύνη, τήν ὑπακοή δηλαδή, στόν ἡγούμενο καί τήν καθοδήγηση ἀπό αὐτόν, πράγμα πού θά προκαλέσει τήν καρποφορία τῆς ὑπερτίμου τῶν ἀρετῶν, κατά τούς πατέρες, ταπεινοφροσύνης.
Σέ μία ἀπό τίς κατηχήσεις του , ὁ ἅγιος Θεόδωρος, ἐπεξηγεῖ καί κατατοπίζει τούς ἀδελφούς, ὅσον ἀφορᾶ τό ζήτημα τῆς ἀφιερώσεως τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό, στην συγκεκριμένη περίπτωση μέ τήν μοναχική ἀποταγή, σέ σχέση μέ τήν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν διά τῆς μετανοίας καί τοῦ ξεχωριστοῦ διπτύχου, τό ὁποῖο χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος ὡς θεμέλιο λίθο τῆς διδασκαλίας του, τήν ὑπακοή καί τήν ἐξομολόγηση. «Εἰ δέ τις λέγει μή χαίρειν, ἀλλά λυπῆσθαι˙ δι’ ἥν αἰτίαν, πυνθάνομαι, ἡ λύπη; Ὅτι ἁμαρτίας ἐστί πεποιηκώς; Ἀλλά ταύτας ἀφείθη διά τῆς ἀποταγῆς καί ὑποταγῆς καί ἐξαγορεύσεως… χαίρωμεν τοιγαροῦν, ἀδελφοί, πνευματικῇ ἀγαλλιάσει, ἀνταγωνισάμενοι καί ἀντικαθιστάμενοι “πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου”204 καραταιότερον,…ταπεινοφροσύνῃ δέ καί ὑπακοῇ συντρίβοντες αὐτόν ὡς τόν Φαραώ, ἐξαγορεύσει τε καί ἐξομολογήσει ἀποδιώκοντες αὐτόν πόρρωθεν»205.
Εἶναι καθοριστική ἡ τοποθέτηση τοῦ ἁγίου στό θέμα τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο πνευματικῶν καί χαριτόβρυτων ἀθλημάτων, γιά τήν ἐν Χριστῷ ἀγωνιστική πορεία τῶν ἀδελφῶν. Μέ τήν μέν ὑπακοή, πού εἶναι εἰλικρινής καί ἀληθινή μονάχα μαζί μέ ταπείνωση, συντρίβονται οἱ μέθοδοι καί οἱ προσπάθειες τοῦ πειρασμοῦ καί ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ἀκόμα, διδάσκει ὁ ἅγιος. Αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι ἡ ὑπακοή εἶναι μίμηση Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπάκουσε μέχρι θανάτου τόν Θεό καί Πατέρα, γιά αὐτό συντρίβει τήν σκοτεινή ὑπερηφάνεια καί ἑλκύει ὁλοκληρωτικά τήν Θεία χάρη στόν ἄνθρωπο, ὅταν τήν ἐργάζεται μέ γνησιότητα.
Μέ τήν ἐξομολόγηση δέ, ἀποδιώκεται μακρυά ὁ διάβολος καί ἀποκρούονται τά βέλη του, γιατί ὅπως ἀναφέρουμε ἐκτενέστερα πιό πάνω, μέ τήν κάθαρση ἀπό τίς ἁμαρτίες καί τήν μετάνοια, προσκαλεῖται τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί ἀναπαύεται ὁ Παράκλητος στό κέντρο τῆς καρδιᾶς. Ἐπιτελεῖται μία νίκη, μία διάλυση τοῦ κράτους τοῦ διαβόλου, μία ἐπανάληψη τῆς σωτηριώδους οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπό αὐτό τό διπλό ἀγώνισμα τῆς ὑπακοῆς καί τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης.
«Ἐπιμείνωμεν… ταῖς κατανύξεσι, τοῖς δάκρυσι, τῇ ταπεινοφροσύνῃ, τῇ ὑπακοῇ, τῇ ἐξαγορεύσει… καί σύν Θεῷ ἕξομεν κατά τοῦ ἐχθροῦ τά νικητήρια»206. Ἀντιλαμβανόμαστε κάθε φορά πού ἐντρυφοῦμε στίς διδασκαλίες τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, μέσα ἀπό τίς κατηχήσεις του, ὅτι ἀντλεῖ τούς λόγους ἐκ τοῦ «ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας»207, μέσα στήν ὁποία ὑπάρχει μία ὁλοκληρωμένη βιωματική ἑτοιμότητα. Γιά αὐτό καί πάλι μέ θαυμαστή ἁπλότητα καί συνοχή συνδυάζει τήν ὑπακοή καί τήν ἐξομολόγηση γιά τήν καλή ἄθληση τῆς ψυχῆς. Ἰσχύει ἀκριβῶς τό ἴδιο καί γιά τό ἀπόσπασμα αὐτό, μέσα στό ὁποῖο ἐπιμένει στό νά παραμένουν οἱ ἀδελφοί «τῇ ἐξαγορεύσει φωτιζόμενοι. Ἄλλοις πᾶσι κατορθώμασι κανονιζόμενοι… ὡς ἀψευδεῖς ὑποτακτίται, ὡς δόκιμοι ἐν Χριστῷ, ὡς δοῦλοι Κυρίου»208. Ὁ ἀληθινός ὑποτακτικός εἶναι ὁ ἐξομολογούμενος ὑποτακτικός. Μέ αὐτό τόν τρόπο πνευματικῆς πλεύσης στόν θαλασσοδαρμένο ἐπίγειο βίο, μπαίνουν σέ μία ὑγιῆ πνευματική ἐπιθυμία καί στόχευση οἱ ἄλλες ἀρετές καί τά θεοχάριστα κατορθώματα. Μέ ὑπακοή καί ἐξομολόγηση γίνεται, ὁ ἄριστος δόκιμος τοῦ Χριστοῦ, μέτοχος τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.
Μία ἕνωσις προκύπτει, μέ τήν εἰλικρινῆ ὑπακοή καί τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, μεταξύ πνευματικοῦ πατέρα καί πνευματικοῦ παιδιοῦ, καί αὐτό εἶναι γεγονός καί πνευματικό φαινόμενο, τό ὁποῖο ἐπαληθεύεται μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς πορείας τῶν πιστῶν. Οἱ «κατά θεόν τετελεσμένοι», μυημένοι καί βαπτισμένοι χριστιανοί ἐπιζητοῦν, μέ τήν μετοχή τους στά μυστήρια τῆς Ἐκκλήσιας καί τούς ἀπαραίτητους θεσμούς τῆς μυστηριακῆς υἱοθεσίας μέσα ἀπό τήν ἐξομολόγηση, «ὥστε καί αὐτούς δύνασθαι εἶναι τε καί καλεῖσθαι θέσει κατά χάριν θεούς»209. Ὁ μυστικός αὐτός συνδυασμός ὑπακοῆς-ἐξομολόγησης ἐκφράζεται βαθύτατα καί ἁπλά, ἀπό τόν ἅγιο˙ «ἐντεῦθεν ἡ ἀψευδής πίστις καί ἕνωσις πρός τήν ἐμήν ταπείνωσιν διά τῆς ἐξαγγελτικῆς τῶν κρυπτῶν καί καρδιακῶν βουλευμάτων ὑμῶν φανέρωσις»210. Τό νόημα εἶναι ξεκάθαρο, ὁ τρόπος τῆς ὑπακοῆς-ἕνωσης, πού προαναφέραμε, ὁλοκληρώνεται μόνο διά τῆς ἐξομολογήσεως.


2. Τό μυστήριο τοῦ Μοναχικῆς Κουρᾶς. Μοναχικό Σχῆμα.


Ὁ ἅγιος θεοφόρος πατέρας Θεόδωρος Στουδίτης καί ὁμολογητής χαρακτηρίζεται, μέσα ἀπό τό μεγαλυνάριο εἰς τιμήν του, ὡς «μονήρους βίου, μυστηπόλος καί ὁδηγός»211 κι αὐτό εἶναι γνωστό πλέον, ὅτι ἀνάμεσα στίς χορεῖες τῶν ὁμολογητῶν καί τῶν ἁγίων μορφῶν πού καθόρισαν τήν πορεία τοῦ μοναχισμοῦ τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλά καί μετέπειτα, βρίσκεται καί αὐτός μαζί ἰσάξιος καί τό ἴδιο μεγάλος μέ τούς ὑπόλοιπους ἁγίους.
Κατάφερε, μέ τόν θεῖο ζῆλο του, τήν ὑπέρμετρη ἄσκηση καί τήν ὑπομονή στίς ἐξορίες, τά βάσανα, τίς κακουχίες, τούς ἀμέτρητους κόπους, τήν ἐπιδίωξη, ἀναζήτηση καί βίωση τῶν βαθύτερων νοημάτων τῶν Γραφῶν ἀλλά καί τήν ἐπιμονή καί τήν ἀκρίβειά του στήν τήρηση τῶν θεόπνευστων κανόνων, καθοδηγούμενος πιστά ἀπό τίς θεόσδοτες διδασκαλίες καί πνευματικές γραμμές τῶν μεγάλων ἁγίων. Αὐτό φαίνεται κατεξοχήν ἀπό τήν καλή προσκόλληση, τήν ἐμπιστοσύνη καί τήν θεάρεστο μίμηση τοῦ ἁγίου Θεοδώρου στόν ἅγιο Βασίλειο Καισσαρείας Οὐρανοφάντορα καί Μεγάλο, τόν ὁποῖο χαρακτηρίζει «φῶς τοῦ κόσμου»212 ἐξ αἰτίας τῆς πολλῆς εὐλάβειας πού τρέφει γιά τό πρόσωπό του.
«Οὐ δοίης ὅπερ λέγουσι μικρὸν σχῆμα, ἔπειτα μετὰ χρόνους ἕτερον ὡς μέγα. Ἓν γὰρ τὸ σχῆμα213, ὥσπερ καὶ τὸ βάπτισμα, καθὼς οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐχρήσαντο»214. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, γίνεται μία ἀναφορὰ στὸ μυστήριο τῆς μοναχικῆς κουρᾶς σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς πρὸς τὸν Νικόλαο, πνευματικό του παιδὶ καὶ μαθητή, ὁ ὁποῖος ἀνάλαβε τὴν ἡγουμενεια καὶ δέχεται τὶς νουθεσίες καὶ τὴν παρακαταθήκη τοῦ ἁγίου Θεοδώρου. Μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἔχει ἀπόλυτο δίκαιο, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀφοῦ τὸ θεόπνευστο πνευματικὸ αἰσθητήριο τοῦ ἁγίου ἀνάμεσα στὶς διάφορες, τότε, καινοτομίες, κατέταξε καὶ αὐτή. Παρόλα αὐτά, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεοφόρου πατρὸς μέχρι σήμερα, ἄλλαξαν ἢ διαρυθμίστηκαν πολλὲς παράμετροι καὶ μεταβλητὲς στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου, στὸν κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες ἔφεραν στὴν μοναχικὴ κουρὰ, ἕνα κλιμακωτό στάδιο, γιὰ εὐνόητους καὶ πρακτικοὺς λόγους, καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο σήμερα ἔχουμε τὸ μικρὸ σχῆμα «ἤτοι τοῦ μανδύου»215 καὶ τὸ μεγάλο καὶ ἀγγελικὸ σχῆμα.
Μία βαθειά βίωση τοῦ σταυρικοῦ βίου φαίνεται νά τελεῖται μέσα στή ζωή καί τήν ψυχή τοῦ ἁγίου, καθώς δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ἀνιχνεύονται στίς κατηχήσεις, τούς λόγους καί τίς ἐπιστολές του οἱ νουθεσίες, τίς ὁποῖες πρῶτος αὐτός ἐφάρμοσε, ἐμπειρικά νάματα ἐκπηγάζοντα ἀπό τίς ὑποσχέσεις καί τίς δεσμεύσεις, τά ἁγιοπνευματικά δωρήματα καί τίς εὐθύνες τοῦ μυστηρίου τοῦ μοναχικοῦ σχήματος. Ζοῦσε καί μετέδιδε, στόν μέγιστο βαθμό, τό βαθύ βιωματικό μυστήριο καί τήν μοναχική ζωή ὡς «μοναδικόν ἐπάγγελμα»216, ὡς «μαρτυρικὴ ὑποταγή», μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία «ἀποληψόμεθα τὰ αἰώνια γέρα»217, τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ.
Μία ἀπό τίς πολλές ἀναφορές του, ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, στήν μοναχική ζωή ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἁγίου σχήματος, εἶναι καί αὐτή: «ὑμῖν δέ, οἷς ὁ κόσμος ἐσταύρωται218 καί μόνος ὁ σταυρός τεθησαύρισται, τίς λόγος ὑπολείπεται, μή οὐχί χείρονος τιμωρίας ἀξιωθήσεσθαι τά τοιαῦτα διαπραττομένους;»219. Εἶναι καίριος ὁ λόγος τοῦ ἁγίου καί «ἐλλαμπόμενος… αἴγλῃ ταῇ τοῦ πνεύματος»220, καθοδηγεῖ πρός τήν ἀναγωγή τῆς θεοπρεποῦς στάσεως τῶν ἀδελφῶν μέσα στόν ἀγώνα τῆς μοναχικῆς τελειώσεως καί τῆς σωτηρίας221.
Ἐπανέρχεται σέ αὐτό τό σημεῖο ὁ ἅγιος, δείχνει τήν ἐπιμονή στήν βίωση αὐτῆς τῆς μυστηριακῆς πραγματικότητας τῆς σταύρωσης καί τῆς νέκρωσης γιά τόν κόσμο, ὅταν διδάσκει γιά ὅλη τήν ἀδελφότητα˙ «ἡμῖν, δέ, οἷς ὁ κόσμος ἐσταύρωται222 καί μόνος ὁ σταυρός παρίεστι διά τῆς ἀληθινῆς ἀποταγῆς τε καί ὑπακοῆς»223. Διδάσκει τούς ἀδελφούς, προβάλλοντας με τόν δικό του τρόπο τήν ὑπόσχεση πού δίνεται μέσα ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ μυστηρίου τοῦ μεγάλου καί ἀγγελικοῦ σχήματος224.
Σάν θαυμαστός ἀμπελουργός μπολιάζει τό κλῆμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπαναφέροντας πρακτικά καί προτρεπτικά τούς κλάδους τῶν ὁμολογιῶν τοῦ κατηχουμένου, μέσα ἀπό τίς ἐρωταποκρίσεις225 μεταξύ ὑποψηφίου τοῦ ἁγίου σχήματος καί προεστῶτος: «Στήκωμεν ἐν τῇ πίστει ἀκλινεῖς˙ κατέχωμεν τήν ὁμολογίαν ἀρραγῆ, φυλάττωμεν τήν ὑποταγήν ἀψευδῆ, φρουρῶμεν τήν παρθενίαν ἀσινῆ. Εἷς ἡμῶν ὁ ἔρως, ὁ νυμφίος Χριστός»226. Εἶναι μία πράξη τήν ὁποία καλοῦνται νά τελοῦν ὅλοι, ὁ ἀγώνας γιά τήν ὀρθοδοξία καί τήν ὀρθοπραξία πρός ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως πράξη πού ταιριάζει στή ζωή «τῶν ὑπακουσάντων τοῦ Εὐαγγελίου αὐτοῦ καί καταλειψάντων τόν ἅπαντα κόσμον καί ἐργασαμένων τό μέγα τοῦτο ἔργον τῆς μακαρίας καί τριποθήτου ὑποταγῆς»227.
Ἡ μεγάλη αὐτή μορφή τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ ὁμολογητής καί θεοφόρος Θεόδωρος, ἔχει ζήσει ἐκ βάθους τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ ξέρει ὅτι, ὄντας δρόμος σωτηρίας μὲ τὶς τελειότερες πνευματικὲς προϋποθέσεις, δὲν εἶναι εὔκολο, ἂν δὲν ἔχει, κάποιος ποὺ πρόκειται νὰ ἀκολουθήσει αὐτὸν τὸν δρόμο, τὴν συναίσθηση περὶ τίνος πρόκειται, νὰ φθάσει εἰς τέλος σωτηρίας. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος περιγράφει βασικὰ στοιχεῖα σὲ λαϊκὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀσπαστεῖ τὸν μοναχικὸ βίο μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς συζύγου του. «Δεῖ δὲ πρῶτον μαθεῖν ὑμᾶς, τί τὸ μοναδικὸν ἐπάγγελμα, καὶ ὅσον τὸ τοῦ βίου ὕψος˙ ἴνα μὴ ἀπείρως εἰσαχθέντες, κινδυνεύσωμεν περὶ τὸν πλοῦν. Ἡ ἀποταγὴ οὐδὲν ἄλλο καθέστηκεν, εἰ μὴ σταυροῦ καὶ θανάτου ἐπαγγελία. Τί τοῦτο; Κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν ἀποτάξασθαι τὸν βουλόμενον, καὶ ἄράντα τὸν σταυρόν, καὶ ἀκολουθεῖν ὀπίσω αὐτοῦ228. Ἐπειδὴ δὲ πρόσωπον ἐπέχει Χριστοῦ πᾶς ἀληθινὸς ἡγούμενος˙ Χριστῷ διὰ μέσου ἐκείνου ἀκολουθεῖν ἔστιν ἀψευδῶς. Καὶ οὕτως σωθήσεται τὸ τῆς ἐντολῆς ἀξιάγαστον»229. Ἔτσι μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν ἅγιο στοιχεῖα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς μοναχικῆς κουρᾶς, ὅπως ἡ ἀποταγὴ καὶ ὑπακοή, ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ, ἡ ἐπαγγελία θανάτου καὶ ἡ ἀπόλυτη ἄφεση στὴ καθοδήγηση τοῦ Ἡγουμένου230.
Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο πρέπει νὰ φυλάξουν πάση θυσία τὶς «συνταγὲς» ποὺ τοὺς χαρίστηκαν ἀλλὰ καὶ τὶς συνθῆκες καὶ ὁμολογίες μέ τὶς ὁποῖες δεσμεύτηκαν στὸ μυστήριο τῆς κουρᾶς. «Οὕτως λήθη καὶ ἀπροσεξία τῶν πρώτων συνταγῶν καὶ συνθηκῶν καὶ ὁμολογιῶν ὑποσύρειν ἡμᾶς εἶθεν ὁ ἀντίπαλος»231. Παρακαλεῖ καὶ προσεύχεται ὁ ἅγιος νὰ καταφέρουν «μένειν ἐν τῇ κλήσει, ἥ κέκληκεν αὔτούς ὁ Κύριος»232. Σὲ κάθε μυστήριο ποὺ τελεῖται, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργείται μὲ ἄφραστο τρόπο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι καὶ στὸ μυστήριο τοῦ μοναχικοῦ σχήματος γίνεται μία θεμελίωση, μὲ συνθῆκες καὶ ὑποσχέσεις, μὲ συνταγὲς καὶ ὁμολογίες, μὲ ὑποταγὴ καὶ ἀποταγή.
Ὅλα αὐτὰ οἰκοδομοῦν ἕνα μυστηριακὸ τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ ἀναγεννᾶται κάθε ψυχή μετέχουσα σὲ αὐτόν τὸν ἄπειρο καὶ ἀνεξιχνίαστο ὠκεανὸ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ θέλει μόνο νὰ σώσει καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἁγιάσει καὶ νὰ ὑψώσει κάθε, λογική ὕπαρξη ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωσιν καί στὴν καταξίωση τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ της.
Θέματα, ὅπως τὸ πιὸ πάνω, δὲν τὰ ἀφήνει ὁ ἅγιος νὰ σκορπίζονται καὶ νὰ κακοποιοῦνται θεολογικὰ καὶ πνευματικὰ, γιὰ αὐτὸ τὸ λόγο, ὠθούμενος ἀπὸ τὴν πνευματοκίνητη καὶ ἁγία γνώση του καὶ τὴν χαρισματικὴ τολμηρὴ φύση τοῦ χαρακτήρα του, μιλάει καὶ ὁμολογεῖ, ξεκαθαρίζει καὶ ἐπαναπροσδιορίζει πνευματικὰ καὶ μυστηριακὰ, θέματα, ὅπως αὐτὸ τοῦ μυστηρίου τοῦ μοναχικοῦ σχήματος, ἐπαναθεμελιώνοντάς τα, στοὺς πυλῶνες τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ τῆς ἁγίας καὶ θεοαποκαλυπτικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. «Τὸ τῶν μοναχῶν σχῆμα, παρθενίας ἐστὶν ἐπάγγελμα, καὶ μυστήριον ἐστι μοναχικῆς τελειώσεως, κατὰ τὴν φωνὴν τοῦ θείου καὶ πανσόφου Διονυσίου. Καὶ τὸ λέγειν τινὰς τό, Πόθεν παρεδόθη τὸ ἀποτάσσεσθαι, καὶ γίνεσθαι μοναχόν; οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν εἰπεῖν, ἤ ὅτι, Πόθεν παρεδόθη γίνεσθαί τινα Χριστιανόν;»233. Εὐθὺς καὶ θεοφώτιστος ὁ λόγος τοῦ ἁγίου, ἰσοπεδώνει κάθε πλανεμένη καὶ ἄτοπη ἀντίληψη καὶ θεολογικὴ παρόρμηση κατὰ τοῦ μυστηρίου τῆς μοναχικῆς τελειώσεως, λέγοντας, πρῶτον, ὅτι, κατὰ τὸν ἅγιο Διονύσιο, εἶναι θεμελιωμένο καὶ μέγιστο τὸ μυστήριο αὐτό, λόγω τῆς τελειότητας τῶν προϋποθέσων τῆς παρθενίας. Καὶ συνεχίζει, σὲ δεύτερη φάση, γιὰ νὰ ἰσοκυρώσει τὸ μυστήριο τοῦ μοναχισμοῦ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο ποιεῖ τοὺς προσερχομένους σὲ αὐτό, τέκνα Θεοῦ234, χριστιανοὺς καὶ μέλη Χριστοῦ. Τό ἴδιο ἐπισημειώνει καὶ σὲ ἄλλη ἐπιστολὴ λέγοντας αὐστηρά: «Ἀλλὰ γὰρ καὶ ἀποσχηματίζειν μοναχόν, ἴσον ἐστὶ τῷ ἀποβαπτίζειν»235.
Ἔτσι, μὲ αὐτὸν τὸν θεολογικὸ συνειρμὸ, ὁ ἅγιος καταλήγει στὸ τολμηρὸ μέν, ὀρθοδοξότατο καὶ ἀληθέστατο δέ, συμπέρασμα «καὶ τῇ τοῦ ἑνὸς ἀναιρέσει συνανήρηται ἐξ ἀναγκαίου καὶ τὰ λοιπά˙ καὶ οὔτε ἱερατικὴ τελείωσις, οὔτε τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων διατύπωσις εἶεν ἄν, εἴπερ μὴ πάρεστιν ἡ μοναχικὴ τελείωσις˙ καὶ ἐσμεν ἐθνόφρονες, ἄθεοι ὄντες ἐν τῷ κόσμω; Καὶ ἐλπίδα μὴ ἔχοντες;»236. Δηλαδὴ ἂν ἀναιρεθεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια, γιὰ παράδειγμα τοῦ μοναχικοῦ σχήματος, τότε ὅλα μαζὶ ἀναιροῦνται καὶ μένουμε ὅλοι οἱ πιστοὶ στὸν κόσμο χωρὶς μυστήρια, χωρὶς Θεὸ καὶ χωρὶς ἐλπίδα.
Σὰν κατακλείδα στὴν ἐπιστολὴ του αὐτή, παραθέτει τὸ τελευταῖο του ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ χαριστικὴ βολὴ γιὰ τοὺς λέγοντες ἄτοπα κατὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος. «Πάντες οἱ ἔξοχοι τῶν θεοφόρων Πατέρων καὶ μονασταὶ γεγόνασι, καὶ τὸν μοναχικὸν βίον, ὡς ἀγγελικόν, ἐκθειάζουσι˙ πρὸς ὅν καὶ τὰ διατυπωτικά τῆς ἱερᾶς ζωῆς συγγράμματα. Εἰ δὲ τινι νοῦς πάρεστι, πάντως εὑρήσει καὶ αὐτὸν τὸν θεῖον Διονύσιον, πῶς κατὰ τοὺς ἀγγελικοὺς διακόσμους, καὶ τοὺς ἱερατικοὺς βαθμοὺς καὶ τοὺς ἔξω ἱερωσύνης, ἰσαρίθμους τρισὶ τάξεσιν ἀπένειμε˙ πρώτην καὶ εἰσαγωγικήν, τῶν ἔτι μαιευομένων, ἤτοι κατηχουμένων˙ δευτέραν τῶν πεφωτισμένων, καὶ τρίτην μοναχικῶς τελειουμένων»237. Οἱ περισσότεροι τῶν θεοφόρων πατέρων ἔζησαν τὴν μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὰ συγγράματά τους, θεόπνευστα ἀπὸ τὴν τέλεια πνευματικὴ ζωὴ τοῦ μοναχισμοῦ, γεννοῦν τα θεία δόγματα καὶ τίς σωτήριες διδασκαλίες. Καὶ πάλι, λέει, κατὰ τὸν ἅγιο Διονύσιο, ὑπάρχουν τρεῖς τάξεις ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξαρτήτως ἀκόμα καὶ τῶν μετεχόντων τῆς ἱερωσύνης, οἱ κατηχούμενοι, οἱ βαπτισμένοι καὶ οἱ ἀφιερωμένοι μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ μοναχικοῦ σχήματος.
Γιὰ αὐτὴ τὴν ἀφιέρωση καὶ τὴν μοναχικὴ τελείωση διδάσκει σὲ ἄλλη του ἐπιστολή. «Πᾶσιν ἀποτάξεσθαι δεῖ, πάντων ἀπογυμνωθῆναι χρή, πάντων ἀπορραγῆναι δέον, καὶ σχέσεων, καὶ οἰκείων, καὶ φίλων, καὶ συγγενῶν, καὶ τοῦ σύμπαντος κόσμου κατὰ διάθεσιν ξενωθῆναι, τὸν γε ὡς ἀληθῶς ἀκολουθεῖν μέλλοντα τῷ Χριστῷ˙ εἶθ’ οὕτως στοιχηθῆναι καὶ διαπλασθῆναι τὴν θεοστοιχῆ καὶ θεόπλαστον μοναδικὴν ἕξιν˙ καὶ πεῖραν δόντα καὶ βάσανον ἀρετῆς, οὕτως εἰσαχθῆναι τῇ μαρτυρίᾳ τῶν πολλῶν εἰς τὴν μοναχικὴν τελείωσιν, καὶ ἕνα γενέσθαι τῶν Τοῦ Χριστοῦ προβάτων»238. Ἀναφέρεται πρῶτα στὴν ὑπόσχεση τοῦ εἰσερχομένου στὸν μοναχικὸ βίο239, περὶ ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καὶ τῆς ξενίας πρὸς ὅλους, καθότι αὐτὸ εἶναι βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀληθινὴ μοναχικὴ ζωή, δίνοντας ἔμφαση μὲ ξεχωριστὴ ἔκφραση λόγου, μιλώντας γιὰ στοίχηση καὶ διάπλαση πάνω στὴν θεοστοιχὴ καὶ μοναδική, μοναχικὴ δηλαδή, ἕξη.
Ἔπειτα πάλι ὑπομνηματίζει τὸν τρόπο ζωῆς καὶ πράξης, ἀσκώντας «βάσανον ἀρετῆς», γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴν μοναχικὴ τελείωση μιμούμενος τοὺς ἁγίους240 καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ πολυπόθητο εἴσοδο στὴν οὐράνια μάνδρα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ὡς πρόβατο τοῦ Χριστοῦ.


3. Ἱερωσύνη.



«Ἀποστόλοις δέ τοῖς ἁγίοις ἡ πνευματοκίνητος ἐξουσία τῶν τε θεουργῶν δογμάτων, ἀφορισμῶν τε καί λύτρων. Εἰρήκει γάρ πρός αὐτούς ὁ Κύριος˙ “Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον˙ ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς˙ ἄν τινων κρατῆτε κεκράτηνται”241. Καί αὖθις˙ “ὅσα ἄν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς˙ καί ὅσα ἄν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς”242. Δῆλον δέ ὅτι, ὥσπερ αὐτοῖς εἴρηται, καί τοῖς αὐτῶν διαδόχοις ἀμοιβαδόν μέχρι τοῦ δεῦρο συνεκπεφώνηται»243.
Σὲ ἐπιστολὴ του ἀναφέρεται γιὰ κάποιο ἱερέα ὁ ὁποῖος τέλεσε μυστήριο γάμου σὲ δίγαμους, καὶ ἀφοῦ τοῦ ζητήθηκε ἡ γνώμη του, ἐξηγεῖ τὸ ἐπιτίμιο γιὰ τὸν ἱερέα. «Πῶς οὖν οὐκ ἔδει σε στεφανῶσαι τοὺς ὑπὸ κανόνας κειμένους τῆς διγαμίας; Παρ’ ἡμῶν τοίνυν, σύγγνωθι, ἵνα μηδὲν ἦν ἄλλο αἰτίαμα, οὐκ ἐπιτέτραπται τὸ καθόλου ἱερουργεῖν˙ οὐκ οἶδ’ ὅτι εἰ μὴ τι κατ’ οἰκονομίαν, μεταδίδοται ὑμῖν τῶν ἁγιασμάτων, παρὰ σεσωσμένου πρεσβυτέρου τετελεσμένων. Περὶ τοῦ ἀναγνώστου, ὅτι ἐπέστρεψεν ἐπιτιμιασθείς, δίκαιόν ἐστιν ἕως καιροῦ συνόδου μὴ ἀποστολίζεσθαι αὐτόν˙ ὁ μὲν γὰρ πρεσβύτερος εἴργεται τῆς λειτουργίας ἐπιτιμιασθείς, ὁ δὲ διάκονος τῆς διακονίας, καὶ ὁ ἀναγνώστης τῆς ἀναγνώσεως»244. Ὁ ἱερέας θὰ πρέπει νὰ μὴν ἱερουργεῖ καὶ νὰ μὴν μεταδίδει τὴν Θ. Κοινωνία, ἐκτὸς ἀπόλυτης ἀνάγκης, μέχρι νὰ γίνει σύνοδος καὶ νὰ ἐξετασθεῖ τὸ παράπτωμά του.
Συναντοῦμε τὸν ἅγιο νὰ ἐμβαθύνει μὲ τόλμη στὴ θεολογία τοῦ μυστηρίου τῆς ἱεροσύνης, καὶ νὰ διατυπώνει μὲ θεοφώτιστη ἑρμηνευτικὴ ἱκανότητα τὴ δύναμη τῆς ἱερατικῆς ἐπικλήσεως, λέγοντας ὅτι «ὅσα οἱ ἱερεὺς ὑποφαίνει, ταῦτα καὶ Θεὸς κυροῦν ἐπαγγέλλεται» 245.
Ἄλλοτε μιλάει γιὰ τὴν ἱερωσύνη καὶ τὴν ἀναίμακτη θυσία ὡς τὰ μέγιστα φάρμακα, μεταξὺ ἄλλων, γιὰ τὰ ψυχικὰ ἀρρωστήματα˙ «ἱερωσύνη, θυσία, τ΄ ἄλλα ἰάματα τῶν ψυχικῶν ἡμῶν ἀρρωστημάτων»246 .
Ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ εἶναι τὸ βασικότερο στοιχεῖο ἐγκυρότητας, ὅσον ἀφορὰ τὴ συνέχιση καὶ τὴ διαδοχὴ τῆς ἱεροσύνης ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους μέχρι σήμερα. Σὲ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀναφέρεται, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὴ λατρευτικὴ πράξη τῆς χειροτονίας τῶν ἱερέων. «Καὶ πάλιν πᾶσι τοῖς ἀποστόλοις∙ “Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον∙ ἂν τινων αφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται∙ καὶ ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται”247. Καὶ ἑπομένως τούτοις εἰς τοὺς μετ΄ αὐτοὺς διαβιβάζων τὴν ἐξουσίαν, ἐάνπερ ὡσαύτως πράξοιεν» 248.
Καλούμαστε καὶ εἴμαστε χριστιανοί, ὅπως εἶναι γνωστό, μέσα ἀπὸ τὰ σωτήρια καὶ ἀνακαινιστικὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἅγιος, θέλοντας νὰ προβάλει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἱερωσύνης μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρεται σὲ αὐτὴν ὡς δῶρο ποὺ καθορίζει τὴ χριστιανικὴ ταυτότητα καὶ τὴ δυνατότητα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς θεώσεως, λέγοντας: «τὸ τῆς ἱερωσύνης δῶρον, ἐφ’ ᾧ τὸ χριστιανοὶ καλεῖσθαι ἔχομεν» 249.
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος εἶναι πεπεισμένος ὅτι κάθε μυστήριο μέσα στὴν Ἐκκλησία ἔχει πραγματικὴ καὶ ἁγιαστική ἐνέργεια γιά τοὺς μετέχοντες σὲ αὐτό, γιατί ὑπάρχει ἡ θέληση καὶ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ κὰτ΄ ἐπέκτασην ἡ χάρη, ὁ ἀνακαινισμὸς καὶ ἡ μεταμόρφωση. Οἱ λόγοι του δείχνουν αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πεποίθηση καὶ γιὰ τὸν γάμο, στὸν ὁποῖο οἱ νεόνυμφοι ἑνώνονται ἰσοβίως εἰς μίαν σάρκα250 πρὸς δόξαν Θεοῦ. «Ὅν γὰρ ποιεῖ μάχαιρα τέμνουσα σῶμα πόνον, τὸν αὐτὸν καὶ ὁ τῆς ὁμοζυγίας χωρισμός. Μία γὰρ κανταῦθα σάρξ, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν251»252.
Μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸ πνευματικό του τέκνο Ναυκράτιο, μιλάει γιὰ τὴν περίπτωση τῆς διγαμίας καί μέσα στὴν θεόπνευστη θεολογικὴ καὶ ἁγιοπνευματικὴ πλημμυρίδα τῶν ἑρμηνειῶν του, διεισδύει μὲ διορατικότητα καὶ πλήρη νηφαλιότητα στὶς βασικές, ὑψηλὲς μέν, παραμελημένες δέ, ἔννοιες καὶ σωστικὲς πραγματώσεις τοῦ μυστηρίου τοῦ Γάμου. Παρακολουθώντας τὴν καιριότητα τῶν σκέψεων τοῦ ἁγίου, θὰ ἐπισημάνουμε μερικὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τῆς διδασκαλίας του. «Ἐπεί μετάνοιαν αἰτοῦντος τοῦ διγαμοῦντος, τις ἔσται ὁ πρεσβύτερος ὁ διὰ τῆς ἑστιάσεως συγκατατιθέμενος τοῖς γάμοις; Τί οὖν τὸ συμπεραινόμενον ἐξ ἀναγκαίου; Ὅτι ὁ μὲν πρῶτος γάμος, ὡς κυρίως ὤν νόμος, εἰκότως, ἐστεφάνωται ὑπὸ τῆς ἱερωσύνης, ὡς ἀνέπαφος, ὡς ἄρρυπος, ὡς ἀνάλωτος πορνικῷ πάθει, καὶ διὰ τοῦτο ὡς νικητὴς τῆς ἁμαρτίας κατεστεμμένος»253. Στὸ μυστήριο τοῦ Γάμου μποροῦμε νὰ μιλήσουμε περὶ χάριτος καὶ νόμου, μὲ τὴν ἔννοια τῆς θεμελίωσης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι θέμα οἰκονομίας οὔτε καὶ παραχώρησης Θεοῦ, ἀλλὰ θελήματος, καὶ γιὰ αὐτὸ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου «μέγα ἐστι»254.
Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγον ὁ σκοπὸς τοῦ Γάμου, δὲν εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὴν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν ψυχῶν τῶν νυμφευομένων. Ἐπίσης γίνεται στέψη, ὄχι μόνο γιατί οἱ ὁμόζυγοι θὰ ζοῦν σὰν πνευματικοὶ βασιλεῖς μέσα στὸ σπίτι καὶ τὴν οἰκογένειά τους ὅπως οἱ περισσότερο ἑρμηνεύουν, ἀλλὰ στέφονται καί γιατί τὸ μυστήριο τοῦ
γάμου τους, εἶναι νικητήριο κατὰ τῆς ἁμαρτίας! Θὰ ἦταν μεγάλη εὐλογία κάθε φορά, νὰ προετοιμάζονταν οἵ ὑποψήφιοι σύζυγοι, μὲ τὴν ὑπέροχη διδασκαλία τοῦ ἁγίου. Τότε δὲν θὰ ἔνιωθαν ὑποτιμημένοι στὴν ἔγγαμη ζωή, ἀλλὰ θὰ ἤξεραν τὴν πνευματικὴ καὶ μυστηριακὴ ἀξία τῆς ἐπιλογῆς τους καὶ θὰ ἀγωνίζονταν ἀνάλογα.
Ὁ ἅγιος μιλάει γιὰ ἀπουσία ἐπαφῆς καὶ ρύπου, καὶ ἐγκράτεια ἀπὸ τὰ πορνικὰ πάθη, πρὶν ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς ἕνωσης, δηλαδὴ περί ἁγνείας σώματος καὶ ψυχῆς, οὕτως ὥστε νὰ παραδοθεῖ ὅλη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου στὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως, εἰς σχηματισμὸν τριάδος, ἀνδρός, γυναικὸς καὶ νυμφίου Χριστοῦ, διότι μία τριαδικὴ σχέση εἶναι ὁ μόνος τρόπος ποὺ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς τέλεια ἔκφραση ἀγάπης255. Ὁ σύζυγος θυσιάζεται μὲ ὅλους τους τρόπους, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ δοσμένη ἡ σύζυγος στὸν, τρίτο τῆς σχέσης, νυμφίο Χριστό. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ἡ σύζυγος γιὰ τὸν σύζυγό της. Τὸ κλειδὶ σὲ αὐτὸ τὸ τέλειο τριαδικὸ σχῆμα ἀγάπης, εἶναι ἡ θυσιαστικὴ καὶ κενωτικὴ προσφορά, κατὰ μίμηση τοῦ Κυρίου ποὺ κένωσε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ θυσιάστηκε ἐπὶ σταυροῦ γιὰ τὴν σωτηρία μας, γιὰ νὰ μᾶς κερδίσει γιὰ πάντα.
Ἐπειδή στό ἀρχικό κομμάτι τοῦ ἀποσπάσματος τῆς ἐπιστολῆς ποὺ παραθέσαμε, ὁ ἅγιος ἔχει σκοπὸ νὰ μιλήσει γιὰ τὴν ἑστίαση σὲ δίγαμο ἢ ὄχι καί ἂν ναί, πότε καὶ σὲ σχέση μὲ τὸν πρῶτο γάμο, διευκρινίζει ἐδῶ ὅτι ὁ μυστήριο τοῦ Γάμου, ὅπως εἴδαμε καὶ πιὸ πάνω, δὲν ἔχει τίποτα μεμπτὸ καὶ δὲν στερεῖται τίποτα ὅσον ἀφορᾶ τὸν μυστηριακὸ χαρακτήρα του καὶ τὸν πνευματικὸ προορισμό του. Ἔτσι συνεχίζει στὴν ἴδια ἐπιστολή: «Ἐφ΄ ᾧ ἕπεται ἡ τῶν ἁγιασμάτων μετάληψις καὶ ἡ τοῦ στεφανώσαντος καὶ παντὸς ἄλλου ἱερατικοῦ ἐν τοιούτῳ γάμῳ ἑστίασις. Καθὰ καὶ ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν ἐν Κανὰ τῆς Γαλιλαίας ἠξίωσεν ἀριστῆσαι, διὰ τῆς ἐκεῖσε ἑστιάσεως πάντα [ f. πᾶν τὸ] γαμικὸν ἄριστον κατευλογήσας256»257. Εἶναι τόσο ἄξιο καὶ κατάλληλο νὰ κοινωνοῦν οἱ ὁμόζυγοι τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίστοιχα εἶναι καὶ κατάλληλο νὰ μετέχουν στὴν
255Βλ. Anthony Bloom, «Η εν Θεώ ζωή μας»,(μετάφραση-επιμέλεια έκδοσης: Βασίλης Αργυριάδης), εκδ. Εν Πλώ, Αθήνα 2010, κεφ. 2, σ. 61-77. «το αφετηριακό σημείο το αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού είναι ότι ο Θεός αν είναι αγάπη, τότε είναι Τριάδα, διότι μόνο μια τριαδική σχέση μπορεί να είναι ακριβής και τέλεια έκφραση αγάπης…».
 «ἑστίαση» τῶν νεονύμφων ὅλοι, ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, μετὰ πολλῆς χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ὅπως καὶ ὁ Κύριος ἔκανε στὸν γάμο τῆς Κανά, εὐλογώντας τὸν.
Δὲν σταματάει μέχρι ἐδῶ ὁ ἅγιος καὶ συνεχίζει, χωρὶς ἐνδοιασμούς, φανερώνοντας τὴ θεϊκὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια στὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως. Ὁ Θεὸς εὐλόγησε, διὰ τῆς «στεφανικῆς ἁρμογῆς», «τὴν μονογαμικὴ σύζευξη», τὸν γάμο, ἀπὸ πολὺ πιὸ πρίν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου. «Ἀλλὰ καὶ τῆς στεφανικῆς ἁρμογῆς αὐτὸς προλαβών τὴν εὐλογίαν ἔθετο ἐπὶ τοῦ ἀρχιπάτορος ἡμῶν Ἀδάμ˙ πῶς; “καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον˙ κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς˙ καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς λέγων˙ αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς”258. Αὕτη οὖν ἡ εὐλογία τῆς γαμικῆς συναφείας, ἀφ΄ ἧς πάσα εὐλογιστία μονογαμικῆς συζεύξεως, ἐπεί καὶ μονόγαμος ὁ Ἀδάμ. Ἐπιτηρητέον δὲ ὅτι καὶ ἡ στεφανικὴ ἐπίκλησις ἐκεῖθεν ὥρμηται, τὴν τοῦ πρώτου ἀνθρώπου διάπλασιν καὶ πρὸς τὴν ἐκ πλευρᾶς αὐτοῦ γυναῖκα σύζευξιν ὑπομνηματίζουσα259. Ὁ δεύτερος γάμος, εἰ καὶ συγκεχώρηται, ἀλλ΄ ἐπιτετίμηται»260. Ἐδῶ στὸ τέλος τοῦ ἀποσπάσματος ἀναφέρει ἀκόμα μία λεπτομέρεια, ὅτι ἡ ἐπίκληση ποὺ γίνεται κατὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ Γάμου στηρίζεται καὶ ἀφορμᾶται ἀπὸ τὴν πλάση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τοῦ Ἀδάμ, καθὼς ἐπίσης καὶ ἀπό τὴν δημιουργία τῆς γυναίκας ἐκ τῆς πλευρᾶς του, ὥστε νά ὑπομνηματίζεται ἡ ἕνωση τῶν δύο μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ τους, μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου.
Ἔπειτα, ἀφοῦ ἀποκρυστάλλωσε τὴν ἀναφορά του γιὰ τὸ εὐλογημένο μυστήριο τοῦ Γάμου, θὰ μιλήσει στὴ συνέχεια γιὰ τὸ ζήτημα περὶ ἑστιάσεως εἰς δίγαμον, διευκρινίζοντας μερικὰ πράγματα ποὺ ὁ καθένας θὰ ἔπρεπε νὰ προσέχει˙ «ἡ μὲν οὖν διγαμία παρακεχώρηται δηλονότι ὑπὸ τοῦ ἱεροῦ Ἀποστόλου261 καὶ δι΄ αὐτοῦ παρὰ Χριστοῦ˙ οὐ μὴν νόμος… ἀλλὰ συγχώρησις. Συγχώρησις δὲ οὐκ ἐπὶ ἀμέμπτου καὶ ἀπταίστου γενοιτ΄ ἄν, πῶς γὰρ καὶ διατί; Ἀλλ΄ ἐπὶ ἥττης τινὸς καὶ ἁλωσίμου δράματος. Αὐτὸ γὰρ τοῦτο ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἠνίξατο εἰπῶν˙ “εἰ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν”262»263. Ἐδῶ ὁ ἅγιος ἀποδίδει τὰ λόγια του ἀποστόλου Παύλου, ὄχι γιὰ τὸν πρῶτο γάμο, ὅπως οἱ περισσότεροι τοποθετοῦνται, ἀλλὰ γιὰ τοὺς δίγαμους. Δηλαδή γιά τήν περίπτωση χηρείας ἢ διαζυγίου ἰσχύουν τὰ λεγόμενα τοῦ Ἀποστόλου καὶ ὄχι γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἐπέλεξαν τὸν γάμο ὡς ὁδό, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν μοναχικὴ ἀφιέρωση, γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τὸν ἁγιασμό τους.
Συνεχίζει ὁ ἅγιος στὸ ἴδιο θέμα. «Ἡ δὲ ἀκρασία τὸ κράτος τῆς ἀνδρείας ἀπολέσασα ἥττης ἐστί καὶ ἀποπτώσεως ἔκγονον. Ἐντεῦθεν ὁρμηθέντες οἱ θεῖοι Πατέρες ἐπιτιμίῳ ὑπέβαλον τοὺς διγάμους˙ οἱ μὲν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ συνόδου ἀορίστως διὰ τοῦ εἰπεῖν˙ ὀλίγου χρόνου παρελθόντος καὶ σχολάσαντας ἐν ταῖς προσευχαῖς καὶ νηστείαις, κατὰ συγγνώμην ἀποδίδοσθαι αὐτοῖς τὴν κοινωνίαν ὡρίσαμεν264 ὁ δὲ μέγας Βασίλειος ὡρισμένως. Φησί γάρ˙ περὶ τριγάμων καὶ πολυγάμων τὸν αὐτὸν ὥρισαν κανόνα οἱ Πατέρες, δηλονότι ὅν καὶ ἐπὶ τῶν διγάμων, ἀναλόγως˙ ἐνιαυτὸν μὲν γὰρ ἐπὶ τῶν διγάμων, ἄλλοι δύο ἔτη265. Δέδεικται τοίνυν ἐκ τῶν ρηθέντων, ὡς ὑπὸ τὸ πταιστὸν γεγονυῖα εἰλήφει τὸ ἐπιτίμιον»266. Δηλαδὴ ἡ ἀκράτεια, ἔχοντας γίνει αἰτία να χαθεῖ ὴ δύναμη τῆς ἀνδρείας, κατὰ τὸν ἅγιο, τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς ἁγνῆς ζωῆς, εἶναι ἀποτέλεσμα ἥττας καὶ πτώσεως. Ἀπὸ αὐτὸ ὁρμώμενοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπέβαλαν σὲ ἐπιτίμιο τοὺς δίγαμους καὶ ἀναφέρονται στὴ Σύνοδο τῆς Λαοδικείας περὶ τῶν ἐπιτιμίων, ὅτι ἀφοῦ τηρηθοῦν τὰ ἐπιτίμια τῆς νηστείας καὶ τὸν ἐντατικῶν προσευχῶν, νὰ γίνεται ἡ ἕνωση διὰ τοῦ Γάμου κατά συγγνώμη. Ἀναφέρει ὁ ἅγιος καὶ τὰ τοῦ Μ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος μιλάει γιὰ κανόνα καὶ ἐπιτίμιο, ἕνα χρόνο οἱ δίγαμοι καὶ δύο χρόνια οἱ τρίγαμοι.
«Πῶς δὲ καὶ μεθέξει τῆς Θείας Κοινωνίας, ὁ δι΄ αὐτὸ τοῦτο εἰργμένος χρόνῳ ἐνί καὶ δυσὶ τῶν ἁγιασμάτων; Τίνος δὲ ἡ οἵας τῆς εὐχολογικῆς προσευχῆς γινομένης ἐπὶ τῆς συναφείας αὐτοῦ, μὴ οὔσης ἄλλης παρὰ τὴν μίαν τῆς μονογαμικῆς καὶ πρώτης;»267. Διερωτᾶται ὁ ἅγιος, πῶς θὰ κοινωνήσουν τὴν Θ. Κοινωνία αὐτοί, ἀφοῦ ἔχουν ἐμποδιστεῖ ἀπὸ ἐπιτίμιο νὰ ἀπέχουν ἕνα ἢ δύο χρόνια καὶ πῶς θὰ διαβαστεῖ εὐχὴ τῆς μονογαμικῆς καὶ πρώτης ἑνώσεως, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Προβάλλει ἕνα ἀδιέξοδο στὸ ζήτημα αὐτὸ ὁ ἅγιος, ὅμως, παρὰ τὴ σωστὴ καὶ πνευματικότατη στάση τοῦ ἁγίου, καθὼς καὶ τὴν αὐστηρότητα τῶν σκέψεών του ποὺ ὁδηγοῦν στὴν εὐαγγελικὴ τελειότητα, σταδιακὰ ἡ Ἐκκλησία ὄχι ὑποκύπτουσα, ἀλλὰ συγκαταβαίνουσα χάριν οἰκονομίας στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἐπέτρεψε νὰ τελεῖται ἀκόμα καὶ «Ἀκολουθία εἰς Δίγαμον»268, μὲ κάποια τροποποίηση ὅμως τῶν πολλαπλῶν μονογαμικῶν αἰτημάτων.
Τέλος ὁ ἅγιος δείχνει τὸν τρόπο γιὰ τὴν λύση τοῦ ἀδιεξόδου, μὲ κατὰ κάποιο παρόμοιο ποιμαντικὸ τρόπο, ποὺ προσιδιάζει στὴν διαποίμανση τῆς Ἐκκλησίας σήμερα. «ὁπηνίκα εἴη πλήρωσις τοῦ ὁπωσοῦν κατὰ τὴν ἱερατικὴν δοκιμασίαν δοθέντος ἐπιτιμίου, μεθέξει καὶ τῶν θείων δώρων τὴν μετάληψιν ἐντεῦθεν εὐλογουμένους αὐτούς, οἱονεί ὡς ἐπὶ στεφανώματος, κατὰ δεύτερον λόγον, μετὰ συγχώρησιν. Εὐλογία γὰρ τὸ δῶρον, τηνικαῦτα καὶ συναφείας παρὰ τοῦ ἱερέως δεῖγμα, ἔκτοτε μὴ κεκωλυμένου αὐτῷ συνεστιάσθαι τοῖς διγαμήσασιν, ὡς ἐπὶ τῶν μονογάμων. Καὶ οὕτω νόμῳ ὁρμᾶται συγχωρητικῷ ἡ διγαμία, κατὰ τὸν Ἀπόστολον, γινώσκουσα τὰ δευτερεῖα ἔχειν τῆς μονογαμίας καὶ μὴ ἀλόγως τῆς πρώτης ἐπιζητοῦσα τὰ δικαιώματα, ἅπερ προαπήλαυκε»269. Δηλαδή, γίνεται δεκτὸς ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος γάμος, ὅταν συμπληρωθεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὸ ἐπιτίμιο ποὺ ἐπιβλήθηκε σύμφωνα μὲ τὴν ἱερατικὴ δοκιμασία, ὁπότε καὶ εὐλογεῖται καὶ ἡ συμμετοχή τους στὴν Θ. Εὐχαριστία. Ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ «δῶρον» δηλαδή, εἶναι δεῖγμα τῆς ἕνωσης ἀπὸ τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος δὲν ἐμποδίζεται, ἀφοῦ ὁλοκληρώσουν τὸν κανόνα τους καὶ ἐφαρμόσουν ὅσο ὁρίστηκε τὰ ἐπιτίμια τους, νὰ «ἑστιάζει», νὰ συντρώγει δηλαδή, μαζί τους. Ἔτσι ἡ διγαμία ξεκινᾶ μὲ τρόπο συγχωρητικό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο, γνωρίζοντας ὅτι ἔρχεται σὲ δεύτερη μοίρα, μετὰ τὸν πρῶτο γάμο.
Κάτι παρόμοιο ἐκφράζει ὁ ἅγιος στὸ πιὸ κάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν κτήτωρα Φιλόθεο. Εἶναι ὑπέροχος ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀποδίδει τὴν μεγαλειότητα καὶ τὴν σωτήρια εὐλογία τῆς ἑνώσεως δύο πιστῶν διὰ τοῦ Γάμου, καθὼς λέει «ὁ κανὼν οὐδὲ εἰς διγαμοῦντος γάμον ἑστιαθῆναι τὸν πρεσβύτερον παραχωρεῖ˙ πόσῳ γε μᾶλλον στεφανῶσαι τὸν τοιοῦτον; Ὁ γὰρ στέφανος ἐπιτίθεσθαι ἐπὶ τῷ νικῶντι τὴν ἀκρασίαν καὶ τὸ τῆς παρθενίας κλέος ἀποσωσαμένῳ. Ὁ δὲ διγαμῶν, πρὸς τῷ μὴ ἄξιος εἶναι στεφανωθῆναι, καὶ ἐπιτιμίοις ὑποβέβληται κανονικῶς. Πῶς οὖν οὐκ ἔδεισε στεφανῶσαι τοὺς ὑπὸ κανόνας κειμένους τῆς διγαμίας;»270. Ὁ Γάμος ἔχει τὰ νικητήρια κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀκρασίας, ὅπως ἔχει καὶ τὸ μυστήριο τῆς μοναχικῆς κουρᾶς τὴν δύναμη, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ ἀναβαπτίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ διαλύει τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ «ὁ στέφανος ἐπιτίθεται ἐπὶ τῷ νικῶντι τὴν ἀκρασίαν, καὶ τὸ τῆς παρθενίας κλέος ἀποσωσαμένῳ».
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος στὴν ἐπιστολὴ πρὸς τὴν ἡγουμένη Εὐφροσύνη, τονίζει ἀρχικὰ τὸ φοβερὸ καὶ ὀλέθριο ἀτόπημα νὰ ἀθετεῖται καὶ νὰ παραβιάζεται ἡ σύμβαση καὶ ἡ ὑπόσχεση τῆς ἑνώσεως τοῦ μοναχοῦ μὲ τὸν Χριστό, καὶ ἔπειτα κάνει ἕνα πραγματικὰ ἔξοχο παραλληλισμὸ τῶν ἑνώσεων ποὺ γίνονται στὰ μυστήρια τοῦ Γάμου καὶ τῆς Μοναχικῆς κουρᾶς. «Ἄλλον δὲ χωρισμὸν οὐκ ἐπιδέχεται ὁ λόγος τῆς ἀλήθειας. Πρῶτον μέν, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διασπᾶται ἡ καθομολογηθεῖσα ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ἐπὶ τῇ μοναχικῇ τελειώσει˙ οὔ τι ἂν εἰη ὀλεθριώτερον; Καὶ γε ἁρμόζει κανταῦθα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου˙ “οὕς ὁ Θεὸς ἔζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω”271. Εἰ γὰρ ἐκεῖ, καίτοι ἐπὶ σαρκικῇ ζεύξει, ἀπηγόρευται ὁ χωρισμός˙ πόσῳ γε μᾶλλον ἐπὶ πνευματικῇ συναφείᾳ; Εἰ μὴ τι ἄρα παίζεται τὰ Θεῖα˙ ἀλλ’ ἄπαγε! Πιστὸς ὁ λόγος τοῦ μυστηρίου, ἐπί τε ἀφέσει τῶν ἡμαρτημένων, ἐπί τε δεσμῷ ἀλύτῳ τῆς συναφείας»272.
Μιλάει γιὰ σαρκικὴ ἕνωση, ὅσον ἀφορᾶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου, ὄχι ἐπειδὴ ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας στὸ ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ πραγματώνει ἀληθινὴ ἕνωση ἀνδρός, γυναικὸς καὶ Χριστοῦ, εἶναι εὐτελὲς καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὄχι, αὐτὸ εἶναι πλάνη καὶ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ διαφορετικότητα τῶν δύο ὁδῶν ὡς πρὸς τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξάλλου στὸ τέλος τοῦ ἀποσπάσματος μιλάει, γιά τήν βεβαιότητα ὡς πρός τό κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ δύο μυστήρια, ὅτι ἔχει τὴν δυνατότητα ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ὡς πρὸς τὸν δεσμὸ τῆς ἀδιάλυτης ἕνωσης μὲ τὸν Θεό.
Μαρτυρία γιὰ αὐτὴ τὴν ἀδιάλυτη ἕνωση βρίσκουμε στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν ὕπατο Δημήτριο, στὸν ὁποῖο ἀνάμεσα στὰ πολλὰ προτρεπτικὰ πατρικὰ λόγια ποὺ τοῦ ἀπευθύνει καθὼς καὶ τὶς πνευματικὲς νουθεσίες, ἀναφέρει μὲ ἁπλὸ τρόπο, κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικό, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ βιωματικὴ καὶ μυστηριακὴ ἀλήθεια γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. «οὐχὶ ἡ ἀπουσία διέζευξε τὴν ἀγάπην˙ ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐκκαλεῖται ἔχοντες ἐπιτρέχουσι, πρὸς τὰς πηγάς τῶν ὑδάτων»273. Ἡ ἀγάπη πλέον, ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου καὶ ἑξῆς, ριζωμένη στὴν πηγὴ τῆς Ἀγάπης, τὸν Τριαδικὸ Θεό, δὲν ἐνδέχεται διάζευξη ἢ διάσπαση ἢ διάλυση λόγω ἀπουσίας ἤ θανάτου, ἀλλὰ ὑπερβαίνει κάθε ἐμπόδιο ἐκτεινόμενη πρὸς τὴν ἀτελεύτητη ζωὴ στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ζεῖ, ἡ πνευματικὴ ἀγάπη, ἀκέραια διότι ἔχει ἄρρηκτη σχέση μὲ τὸν νυμφίο καὶ νυμφαγωγὸ καὶ νικητὴ τοῦ θανάτου Ἰησοῦ Χριστό, τρεφόμενη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τοῦ ὁποίου χαρακτηριστικὸ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ διάσπαση ἀλλὰ ἡ διαρκὴς ἑνωτικὴ αἰώνια ζωοποίηση καὶ ἀνακαίνιση. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστικὸ καὶ μυστήριο γεγονὸς ποὺ καλεῖται νὰ ζήσει ὁ κάθε πιστὸς ἐν συζυγία.
Τὸ νὰ ἐργάζεται τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνδρας, ἀλλά καὶ ἡ γυναίκα νὰ ζεῖ «εὐφραινομένῃ τῷ ἰδίῳ ἀνδρὶ»274, ἀποτελεῖ θεμέλιο γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου καὶ τὴν ἔγγαμη ζωή, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν πατρίκιο Θεόδωρο, γιὰ τὴν κοίμηση τῆς συζύγου του, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ἐπαινώντας την, μᾶς δίνει νὰ ἐννοήσουμε πόσο μεγάλη ἀρετὴ εἶναι νὰ ἀφιερώνεται καὶ νὰ ὑποτάσσεται ἡ γυναίκα, μὲ ἐν Χριστῷ ἀγάπη, στὸν ἄνδρα της, νὰ εἶναι δηλαδὴ φίλανδρη. «Πρῶτον μὲν οὖν ἔχουσα τὸ εὐσεβές τῆς πίστεως ἀκλινές, τὸ φίλανδρον, εἰ καί τις ἄλλη˙ ὅπερ ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων ἐν ταῖς συζυγίαις ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος»275.

4 Ἔγγαμη ζωή.

Ἡ διάκριση εἶναι μία ἀπὸ τὶς κορυφαῖες τῶν ἀρετῶν καὶ πολλὲς φορὲς χαρακτηρίζεται, ἀπὸ τοὺς θεοφόρους πατέρες, ἡ κορωνίδα τῶν ἀρετῶν. Ἐπίσης εἶναι μία ἀρετή ἡ ὁποία στολίζει τὸν ἅγιο καὶ διαποτίζει κάθε πράξη καὶ λόγο του.
Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο, ἀναφέρει στοιχεῖα γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν ἐγγάμων, δείχνοντας ὅτι «οὐ πάντας ἀπαθεῖς γενέσθαι δυνατόν, πάντας δὲ σωθῆναι καὶ Θεῷ διαλλαγεῖναι οὐκ ἀδύνατον»276, ὄχι βέβαια γιὰ νὰ προκαθορίσει ἀπόλυτα καὶ σχολαστικά, ὅτι οἱ ἔγγαμοι δὲν μποροῦν νὰ φθάσουν σὲ ψηλὰ μέτρα ἁγιότητος, ἄλλωστε αὐτὸ τὸ διαψεύδουν πλῆθος ἐγγάμων ἁγίων καθὼς, καὶ τὸ γνωστό περιστατικὸ στὴ ζωὴ τοῦ μεγάλου Ἀντωνίου μὲ τὸν ἔγγαμο τσαγκάρη, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει ὅτι ἐπιλέγει ὁ καθένας τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας του μὲ σκοπὸ νὰ «ἐκβιάσει» τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸ «σῶσμα». Καθὼς ὁ ἅγιος ἀναφέρεται περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, γεφυρώνει τὸν λόγο του, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπόλυτος ἀλλὰ χαρισματικὰ διακριτικὸς καὶ μιλάει γιὰ ἕναν ταπεινότερο βίο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ, γενικὰ καὶ θεωρητικὰ μιλώντας, νὰ μὴν ἔχει τὶς τελειότερες πνευματικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ τελείωση, ὅπως εἶναι ὁ μοναχικὸς βίος, παρ΄ ὅλα αὐτὰ πορεύεται πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Γνωρίζοντας ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ σωτηρία καὶ ὁ ἁγιασμὸς εἶναι δώρημα Θεοῦ καὶ διαρκής ἔμπρακτη ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἅγιος δὲν διστάζει νὰ δείξει πὼς ὑπάρχει καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ταπεινότερου βίου, τοῦ ἔγγαμου βιοῦ ποὺ χάριτι Θεοῦ ὁδηγεῖ στὸν λιμένα τῆς σωτηρίας. “ Ἔξελθε, φησίν, ἐκ τῆς γής σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου”277˙ λάβε τὸν σταυρὸν ἐπ΄ ὤμων σου, ἐμπτύσθητι, κολαφίσθητι, πίε ὄξος, φραγελλώθητι, ἄνιθι ἐπὶ τὸν σταυρόν, κένωσον αἷμα, εἲτ΄ οὖν νοητῶς, εἲτ’ οὖν αἰσθητῶς. Εἰ δὲ μὴ φέροις ταῦτα, κάθου ἐν τῷ οἴκῳ σου, τῷ ταπεινωτέρῳ βίῳ ἐκβιαζόμενος σώζεσθαι. Οὐδὲ γὰρ ἐνταῦθα ἀμογητὶ τὸ σῶσμα, ἀλλὰ γὰρ καὶ διὰ πολλῶν θλίψεων»278.
Μὲ τὶς ἴδιες σκέψεις ποὺ ἀναλύσαμε πιὸ πάνω, σχετικὰ μὲ τὸν ἔγγαμο βίο καὶ τὶς δυνατότητες τῶν ὁμοζύγων νὰ ἀγωνιστοῦν γιὰ τὴν σωτηρία τους, ἀκόμα καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὸν Χριστὸ μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τους, παραθέτουμε ἀποσπάσματα ἀπὸ μία ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου, πρὸς τὸν λαϊκὸ Φιλόθεο, στήν ὁποία ἐπιβραβεύει τὸν ἀγώνα του, ἐν καιρῶ «νυχτομαχίας αἱρετικῆς». «Καὶ εὐλογητὸς Κύριος, ὃς ἔχει καὶ ἐν τῷ λαϊκῷ τάγματι τοὺς ἀντεχομένους τοῦ νόμου αὐτοῦ, κατὰ τὴν νῦν σύγχυσιν καὶ ἀνατροπὴν τῆς ὀρθοδοξίας. Μακάριος εἶ, ἀδελφὲ τιμιώτατε, καὶ ὄντως φερωνύμως σοι ἡ κλῆσις˙ ὅτι καὶ Θεὸν πεφίληκας, καὶ τὴν παρακαταθήκην τῆς πίστεως πεφρούρηκας»279. Ὁ ἅγιος δοξάζει τὸν Θεό, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ὑπάρχουν καὶ λαϊκοί, «τῷ λαϊκῷ τάγματι», οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται, μὲ θυσιαστικὴ καὶ ὁμολογητικὴ ἔνσταση γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἐπαινεῖται ἡ «κλῆσις» του, δηλαδὴ ἡ κατά τό ὄνομά του φιλοθεΐα του καί ὁ ἀγώνας του γιά τήν διατήρηση τῆς «παρακαταθήκης» καί ἡ μαρτυρικὴ φρουρητικὴ στάση πρὸς τὴν σώζουσα ὀρθοδοξία.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γεγονὸς τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα τοῦ Φιλοθέου, συμβαίνει νὰ ζητεῖ πνευματικὴ υἱοθεσία κοντὰ στὸν ἅγιο, ἀφοῦ ἔχει χάσει τὸν πνευματικὸ πατέρα του «ἀπορφανισθείς», γιὰ αὐτὸ ὁ ἅγιος ἀπαντάει μὲ κατάφαση. “Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπη”280˙ διά ταύτην τὴν ἐν Κυρίῳ ἀγάπην, ὑπείκομεν, καὶ προσιέμεθα τὴν ἀνάθεσίν σου, καλὴν οὖσαν τῷ ὄντι καὶ ἐπαινετήν. Τὸ μὲν οὖν ἀπέχεσθαί σε παντάπασι τῆς αἱρετικῆς κοινωνίας, καὶ ἠγωνίσω, καὶ ἀπέσχου, ὡς φῇς, χάριτι Χριστοῦ˙ καὶ ἔτι ἀπόσχου»281. Ἀποδέχεται μέν, ἀλλὰ κατὰ κάποιο τρόπο τοῦ θέτει ἕναν κανόνα, νὰ συνεχίσει τὸν καλὸ ἀγώνα καὶ νὰ ἀπέχει ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς μὲ κάθε τρόπο, ἀκόμα καὶ με κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ μαρτυρήσει ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ.
Στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν πατρίκιο Θεόδωρο γιὰ τὴν κοίμηση τῆς συζύγου του, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, ἐπαινώντας τὶς ἀρετές της, μᾶς παραδίδει μία συνοπτικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ μέσα στὸν ἔγγαμο βίο. «Ἄλλως ὅτι καὶ ἡ ἀπολίπουσα, οὐχ ὡς ἔτυχε τῶν ὁμοζύγων, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπαινετὴ καὶ θαυμασία. Πρῶτον μὲν οὖν ἔχουσα τὸ εὐσεβές τῆς πίστεως ἀκλινές, τὸ φίλανδρον, εἰ καὶ τις ἄλλη˙ ὅπερ ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων ἐν ταῖς συζυγίαις ὁ ἱερὸς Ἀπόστολος»282. Εἶναι, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἁγίου, μεγάλη ἀρετὴ νὰ ἀφιερώνεται καὶ νὰ ὑποτάσσεται ἡ γυναίκα, μὲ ἐν Χριστῷ ἀγάπη, στὸν ἄνδρα της, νὰ εἶναι δηλαδὴ φίλανδρη.
Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀρετὴ, στὴν ὁποία ἀναφαίνεται καὶ ἡ συναίσθηση τῆς ἕνωσης τοῦ μυστηρίου τοῦ Γάμου, πηγάζουν καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς προσευχῆς καὶ οἱ καρδιακὲς προσευχητικὲς κραυγὲς πρὸς τὸν Θεό, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ παθοκτόνος ἄσκηση τοῦ σώματος πρὸς ἐπίτευξη τοῦ θείου ἐλέους. «Ἐξ οὗ καὶ ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς δεήσεις τε καὶ προσευχαί, βοήσεις τε καὶ προσεδρίαι Θεῷ, γυμνοποδούσης τῆς μακαρίας ἐν ταῖς νυκτοπορίαις, ὡς ἂν καντεῦθεν κάμπτοιτο πρὸς ἔλεον Θεὸς»283.
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος φανερώνει καὶ ἄλλες ἀρετὲς, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ γίνουν ἐξαγιαστικὲς καὶ νὰ ἑλκύσουν τὴν θεία χάρη, ἐὰν τὶς ἐργάζονται πνευματικὰ οἱ γυναῖκες μέσα στὸν γάμο καὶ τὴν οἰκογένεια, στὸ σπίτι καὶ τὴν καθημερινότητα. Ὅπως θὰ δοῦμε αὐτὲς οἱ ἀρετὲς εἶναι ἡ φροντίδα γιὰ τὁ σπίτι καὶ κυρίως ἡ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν, μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου, μὲ θυσιαστική ἀγάπη κατὰ μίμηση τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμα καὶ ἡ περιποίηση τῶν δούλων καὶ τὸ ἁπλὸ καὶ ταπεινὸ ἦθος, τὸ ἀνοιχτόκαρδο σὲ ὅλους κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ ἡ καταπολέμηση τοῦ φθόνου καὶ ἡ παντελὴς ἀπουσία του ἀπὸ τὴν ψυχή, καθὼς ἐπίσης ἡ σεμνοπρέπεια καὶ ἡ κοσμιότητα, ποὺ ὑποδηλώνουν τὴν παρουσία χάριτος, ὅπως φαίνεται καὶ στὶς μοναχές. «Τί δὲ τὸ οἰκουρόν; τί δὲ τὸ τεκνοτρεφές; τί δὲ τὸ πρὸς τοὺς δούλους περιποιητικόν; Τό τε ἁπλοῦν τοῦ ἤθους, καὶ χαρίεν πρὸς τοὺς φίλους; Καὶ συναπτικόν του γένους; … καὶ τὸ περὶ πάντα σεμνοπρεπές τε καὶ κόσμιον; ἅπερ ὑπὲρ ἐμπλοκίων χρυσέων καὶ διακοσμήσεων μαργαριτῶν, καὶ προόδους ποιουμένην, καὶ ἐν βασιλείοις αὐλαῖς ὁρωμένην»284.
Μὲ τὴν παρουσία τόσων ἀρετῶν καὶ τὴν ἀγωνιστικότητα τῆς ὁμοζύγου του πατρικίου Θεοδώρου, τὸν προτρέπει ὁ ἅγιος νὰ χαίρεται, γιατί πρόκειται περὶ σωσμένης ψυχῆς, ἡ ὁποία πρεσβεύει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ εἶναι ὑπόδειγμα, παράδειγμα καὶ ἀπόδειξη καλοῦ καὶ ἁγίου βίου ἔγγαμου ἀνθρώπου, γιὰ ὅλους τους πιστούς˙ «…καὶ τούτω χαίροντες ὅτι παρεπέμψαμεν ὁμόζυγον ἱκετίδα πρὸς Θεόν, καὶ ὑπόδειγμα καλοῦ βίου»285.



5. Το Μυστήριο τοῦ Θανάτου. «Το της Κοιμήσεως Μυστήριον»



Κατά τόν ἅγιο Θεόδωρο, ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία καί ὅλες οἱ ἐπικουρικές ἱεροτελεστίες καί προπαρασκευές ἀποτελοῦν τό ἀληθές μυστήριο, καθώς ἐπίσης φαίνεται καί ἀπό τήν ἀναφορά του στό πιό κάτω ἀπόσπασμα: «ἡμῖν… οὐ λυπηρόν, ἀλλά χαροποιόν ὀφείλεται εἶναι τό τῆς κοιμήσεως μυστήριον. Καί τί λέγω «ἡμῖν»; Ἀλλά γάρ καί πᾶσι χριστιανοῖς ὀφειλόμενόν ἐστι περιχαρῶς ἔχειν τήν διάζευξιν»286.Προβάλλει τό ζήτημα τοῦ πῶς ἔπρεπε καί πρέπει νά βιώνει ἕνας ἀληθινός χριστιανός, εἴτε μοναχός, εἴτε λαϊκός, τό ἀναπόφευκτο καί σίγουρο γεγονός τῆς διάζευξης τῆς ψυχῆς ἀπό τοῦ σώματος, τόν θάνατο δηλαδή. Δέν λησμονεῖ τό πένθιμο τοῦ γεγονότος καί ξέρει πολύ καλά ὡς θεοφώτιστος θεολόγος ὅτι ὁ θάνατος προῆλθε ἀπό τήν ἁμαρτία.Ἀναμιγνύει ὅμως τήν χαρά στήν ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου, διότι ὁ ἀναστάς Χριστός νίκησε τόν θάνατο καί ἄνοιξε πάλι τόν παράδεισο. Ἔτσι, ἔχοντας ὑπόψη τοῦ τό «ἀγαλλιάσομαι ἐγώ ἐπί τά λόγιά σου, ὡς ὁ εὑρίσκων σκῦλα πολλά»287 καί τό «ρεόντων ἄστατον φθοράν, τόν προς σέ διαβάντα, ἐν σκηναῖς αἰωνίοις, κατοικεῖν χαρμονικῶς»288 προτρέπει τούς ἀδελφούς νά ζοῦν, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ἀγωνίζονται φιλότιμα πνευματικά καί μυστηριακά, μέ αὐτή τήν στάση μπροστά στό θάνατο, χαίροντες. Χαρά ἐπίσης, γιατί ἐπιδίωξη τῆς πορείας τοῦ βίου εἶναι νά καταλήξουμε στήν ἄφραστη δόξα τοῦ Χριστοῦ, «ἔνθα… τῶν εὐφραινομένων ἐστίν ἡ κατοικία, καί φωνή καθαρᾶς ἀγαλλιάσεως»289 μέ τήν ἐπιθυμία «λαμπρᾶς καί θείας τυχεῖν ἐλλάμψεως, τῆς σῆς Χριστέ… καί τῆς αἰωνίου ἀξιῶν μακαριότητος»290.Ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἕνα γεγονὸς στὴ ζωή μας τὸ ὁποῖο κάποιοι τὸ περνοῦν καὶ κάποιοι τὸ ἀποφεύγουν, οὔτε γίνεται διάκριση ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἰσχύει γιὰ ὅλους ὡς «ἐπιτίμιο» μετὰ ἀπὸ τὴν πτώση μας. «Ἀλλ’ ὅμως ἐγένετο καὶ ὑπέστημεν τὸ κοινὸν πᾶσιν ἐπιτίμιον τῆς διαζεύξεως. Μικρὸν δὲ ὕστέρον καὶ ἡμεῖς τὴν αὐτὴν ὁδὸν πορευσόμεθα, ὡς οἶσθα˙ καὶ οὕτως ὁ βίος , οὐκ ὄντας γενέσθαι, καὶ γενομένους ἀναλυθῆναι»291. Σημασία ἔχει πιὰ τὸ πῶς θὰ ζήσουμε κι ἔτσι ὁ θάνατος ἀνάλογα θὰ εἶναι, ἢ ὄχι, τὸ «πάσχα», τὸ πέρασμά μας, πρὸς τὴν αἰώνιο ζωὴ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Μπροστὰ στὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου ἐκφράζεται καὶ νουθετεῖ στοχαζόμενος βαθειά καὶ λέγοντας: «ἀεὶ μὲν ἐπωφελὴς καὶ σωτήριος ἡ τοῦ θανάτου μνήμη». Ἔπειτα διευκρινίζοντας τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου ὡς μυστήριον ἀναφέρει: «Ὁρῶμεν γὰρ πάλιν τὸ ξένον μυστήριον» 292 . Ὡς μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ σὲ μία ἀπὸ τὶς κατηχήσεις του ἀναφέρεται συγκεκριμένα στὰ τελούμενα τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας ˙«Οὕτως οὖν σὺν ψαλμῳδίαις ταῖς καθηκούσαις καὶ ἐπικλήσεσιν ἱεραρχικαῖς παρεδόθη τῷ τάφῳ», στὰ ψαλλόμενα δηλαδή, στὶς αἰτήσεις καὶ τὶς ἱερατικὲς εὐχὲς κατὰ τὴν ἀκολουθία.Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀναφερόμενος πιὸ συγκεκριμένα στὸ περιεχόμενο τῶν τροπαρίων, περιγράφει: «Ἐπαινεθησόμεθα δὲ παρὰ ἔτι ζώντων τὰ εἰκότα καὶ σχολοῦσιν ἐφ’ ἡμῖν εὐκταῖα τὰ ἐπιτάφια, ἐγκώμια ἡμῖν συνείροντες καὶ ἀξίους ψαλμοὺς ἐπᾴδοντες, τὸ “μακαρία ἡ ὁδός, ἣν πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως”, καὶ “ὅπου χορὸς ὁ τῶν ἀγγέλων” καὶ τὸ “ἐν σκηναῖς δικαίων”293»294.


6. Θεία Λειτουργία καί Θεία Εὐχαριστία.


Ἡ Ἑκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις»295 καί διατηρεῖ τήν ὀρθόδοξη ἑνότητά της μέσα ἀπό τήν εὐχαριστιακή σύναξη τῶν πιστῶν. «Ἡ συγκρότησή της καί ἡ φανέρωσή της ἑδράζεται στήν ἀδιάκοπη μετοχή τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας. Ἐν Χριστῷ σύναξη καί ἐν Χριστῷ κοινωνία ὁλοκληρώνουν τό εὐχαριστιακό σῶμα τῆς ὀρθοδοξίας σέ ὅλους τούς τόπους καί τούς καιρούς τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν»296.
Δέν εἶναι τόσο συχνές οἱ ἀναφορές τοῦ ἁγίου Θεοδώρου στά συγγράμματά του γιά τό μυστήριο τῆς Θεία Εὐχαριστίας, ὅμως εἶναι ἀρκετά τά στοιχεῖα πού ἀνιχνεύονται, γιά νά δείξουν τήν δική του θέση καί τή δική του διδασκαλία γιά τό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.Εἶναι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ ἁγίου νὰ θεολογεῖ καὶ νὰ κατηχεῖ, νὰ διδάσκει καὶ νὰ νουθετεῖ, μὲ ὑψηλὸ χαρισματικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος πολλὲς φορὲς συνοψίζει καὶ συμπυκνώνει πολλὰ καὶ βασικὰ νοήματα σὲ μερικὲς μόνο φράσεις. Ἔτσι καὶ στὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ μία ἐπιστολή, τὸ ὁποῖο παραθέτουμε, ἐμπεριέχονται στοιχεῖα Ἐκκλησιολογίας ποὺ κατατοπίζουν ὡς πρὸς τὴν ἑνότητα τοῦ ἑνὸς σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, μέσα ἀπὸ τὴν Θ. Εὐχαριστία τῶν ὀρθοδόξων. «Μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς ἀσθενείας, ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώςῃ, καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίσῃ. Δευτέραν οὖν κοινωνίαν κοινωνεῖ, καὶ πολύ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν. Ἡ δὲ ἐκ τοῦ τοὺς μετέχοντας κοινοποιεῖσθαι ὀνομαζομένη. Καὶ τοίνυν ὁ Θεσπέσιος Ἀπόστολος˙ “τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὅ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἐστί; Τὸν ἄρτον, ὂν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου ἐστί; Ὅτι εἷς ἄρτος, ἕν σῶμα οἱ πολλοὶ ἐσμεν˙ οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν”297. Ἰδοὺ δέδειχε κανταῦθα τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὅτι κοινωνία ἐστὶν ἡ μετοχὴ˙ οὐκ ἄν τις δὲ φρενῶν εἴσω ὤν, οὐχὶ τὴν μετοχήν, μετάληψιν εἴποι. Ὡς οὖν ὁ θεῖος ἄρτος ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων μετεχόμενος, πάντας τοὺς μετόχους ἕν σῶμα ἀποτελεῖ»298.Σέ μία ἀπό τίς κατηχήσεις του κάνει ἐκτενῆ ἀναφορά καί ἐκφράζεται μέ εὐρύτητα γιά τήν συχνή μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας ἀπό τήν ἀδελφότητα˙ «πολλά ἰσχύει τά δάκρυα, ἡ κατάνυξις, καί γε πρό πάντων καί μετά πάντων ἡ μετάληψις τῶν ἁγιασμάτων299, περί ἥν οὐκ οἶδ’ ὅπως ὁρῶν ὑμᾶς ἀμελῶς διακειμένους λίαν θαυμάζω, κἄν μέν παρῇ Κυριακή, προσερχομένους τοῖς μυστηρίοις, ἄν δέ ἐν ἑτέρᾳ ἡμέρᾳ γένηται σύναξις, οὐδαμῶς ὑπαντῶντας300. Καίτοι ἐν τῷ μοναστηρίῳ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐξόν ἦν τῷ βουλομένῳ κοινωνεῖν, νῦν δέ καί σπανιώτερον καί οὐδαμοῦ ἡ ὑπάντησις. Καί ταῦτα λέγω οὔχ ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχε βουλόμενος ὑμᾶς προσιέναι˙ γέγραπται γάρ˙ “δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω˙ ὁ γάρ ἐθίων καί πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου”301 οὐ τοῦτο οὖν λέγω, μή γένοιτο˙ ἀλλ’ ἵνα τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς κοινωνίας, ὅσον ἐνδέχεται, καθαίρωμεν ἑαυτού καί ἀξιώμεθα τοῦ δώρου˙ ζωῆς γάρ μετουσία ἐστίν ὁ προκείμενος ἄρτος»302. Κεντρίζει καί ἐνεργοποιεῖ τήν ἐπιθυμία γιά τήν μετάληψη τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, ὄχι μέ ἐπιπολαιότητα καί χαλαρότητα ἀλλά μέ συναίσθηση τῆς ἀνάγκης πού ἔχει ἡ ψυχή καί τό ὄφελός της, καθώς καί μέ τήν κατά δύναμιν προετοιμασία καί καθαρότητα.
Συνεχίζει τήν κατηχητική προτροπή του ὁ ἅγιος ἐπικυρώνοντας τούς λόγους του μέ τόν λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί ἀναλύει βασικά σημεῖα γιά τήν σωτηριώδη μετάληψη. «Φησί γάρ ὁ Κύριος˙ “ Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς˙ ἐάν τις φάγῃ ἐκ τοῦ ἄρτου τούτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα˙ καί ὁ ἄρτος , ὅν ἐγώ δώσω ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἥν ἔγω δώσω ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς”303. Καί πάλιν ˙ “ὁ τρώγων μου τη σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγῶ ἐν αὐτῷ”304. Εἶδες δωρεάν ἄφατον καί ἄπειρον; Οὐ μόνον ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν ἀλλά καί ἑαυτόν προύθηκεν ἡμῖν εἰς ἑστίασιν. Τί τούτου δεικτικώτερον πρός ἀγάπησιν κραταιάν; Τί δέ σωτηριωδέστερον τῇ ψυχῇ; Εἶτα βρώματος μέν ἤ πόματος κοινοῦ προκειμένου οὐδείς ἐστιν ὁ ἀπολιμπανόμενος καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τοῦ μή μετέχειν˙ ἀλλ’ εἰ καί μή μετασχοίη, δυσχεράνοι ἄν τά μέγιστα. Ἐπειδή δέ οὐκ ἄρτος κοινός, ἀλλ’ ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, καί ποτήριον οὐ κοινόν, ἀλλά τό ποτήριον τῆς ἀθανασίας, ἀδιάφορον ἡγούμεθα τό πρᾶγμα, καί οὐ πάντως ἀναγκαῖον. Καί πόσης ἄν εἴη τοῦτο ἀλογίας καί ἀνοίας; Ἀλλ’ εἰ καί γέγονε, πρός γοῦν τό ἐφεξῆς, παρακαλῶ, ἀσφαλισώμεθα, εἰδότες τήν δύναμιν τοῦ δωρήματος καί, ὅσον ἐνδέχεται, καθαιρόμενοι καί μετέχοντες τῶν ἁγιασμάτων. Κἄν τύχῃ ἐργοχείρῳ ἡμᾶς σχολάζειν, ἐπάν ὁ σημαντήρ μηνύςῃ, καταλιμπάνειν τό ἔργον καί μετέχειν τοῦ δώρου ἐν πολλῇ προθυμίᾳ. Καί τοῦτο ὡς οἶμαι, μᾶλλον δέ ὡς τό ἀληθές ἔχει, πάνυ βοηθήσειεν ἡμῖν τῇ παρασκευῇ τῆς μεταλήψεως φυλαττόμενοι καθαρῶς. Τῇ γάρ ἀδιαφορίᾳ τοῦ μή κοινωνεῖν, πῶς ἄν οὐχ ἁλωσόμεθα τοῖς πάθεσι; Γενήσεται δέ ἡμῖν καί ἐφόδιον τοῦτο ζωῆς αἰωνίου305, ἥς ἀξιωθῶμεν ἐπιτυχεῖν χάριτι καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»306.
Προβάλλει τήν Θεία Εὐχαριστία ὡς προτεραιότητα, μέσα στή καθημερινή καί λατρευτική ζωή τοῦ μοναστηριοῦ καί ἱεραρχεῖ τίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς, χωρίς νά ἀπορρίπτει τό ἐργόχειρο ἤ ὁποιοδήποτε διακόνημα. Ὅλα ἔχουν τόν ρόλο τους γιά τήν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας καί τῆς ἁγιότητος, καί προτρέπει τούς ἀδελφούς ὁ Θεοφόρος πατέρας, νά ἀρχίζουν ἀπό τά μέγιστα καί σωτηριοδέστερα, ἔπειτα νά τηροῦν καί τά ὑπόλοιπα ἀνάλογα μέ τήν βαρύτητά τους.
«Οὐχὶ καθ΄ ἑκάστην ἡμέραν τοῦ ἀχράντου αὐτοῦ σώματος καὶ αἵματος μεταλαμβάνομεν; Τί δ΄ ἂν εἴη τούτου ἡδύτερον καὶ ἀπολαυστικώτερον, εἴπερ τοῖς μετὰ καθαροῦ συνειδότος μετέχουσι ζωὴ αἰώνιος εὑρίσκεται;»307. Μέσα ἀπὸ τὶς ἐκστατικὲς ἐκφράσεις τοῦ ἁγίου περὶ τῆς σημαντικότητας τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς ἀναγκαιότητας τῆς μετοχῆς τῶν ἀνθρώπων σὲ αὐτό, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι οἱ μοναχοὶ στὴ μονὴ τῶν Στουδίου μετελάμβαναν καθημερινὰ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἀφοῦ καὶ ἡ παροῦσα κατήχηση ἔγινε «περὶ τοῦ ἠπίως καὶ εὐμαρῶς διανύειν ἡμας τὰς ἡμέρας τῶν νηστειῶν»308.
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος, ὡς «εὐσεβείας μυσταγωγός»309 καί «τῆς ὀρθοδοξίας, ὁδηγός… φωστήρ φαεινότατος, θεοειδής διδάσκαλος, τύπος μοναστῶν, καί ἀκριβής νομογράφος»310, ὑπῆρξε αὐστηρός καί ἀεικίνητος σέ θέματα ὀρθοδοξίας, κυρίως δέ κοινωνίας μέ τούς αἱρετικούς, καθόλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του, πράγμα τό ὁποῖο προέκυψε ἀπό τόν πολυτάραχο βίο του, ἀλλά καί τήν δυναμικότητα καί ἀσκητικότητα τοῦ χαρακτήρα του. Ὅπως παρουσιάσαμε στήν ἀρχή τοῦ ὑποκεφαλαίου, μέ τήν παράθεση ἀποσπασμάτων γιά τήν θεία λειτουργία καί θεία εὐχαριστία, μποροῦμε πλέον νά τό κατανοήσουμε ὡς τό σημαντικότερο κριτήριο τῆς ἀλήθειας καί τῆς ὀρθοδοξίας.
«Ἐφ’ ᾧ καί τανύν ἐγκαλούμεθα, διότι τινά τῶν ὑποκρινομένων ὀρθοδοξεῖν, κοινωνοῦντα δέ τῇ αἱρέσει μέχρι παντός ἀπηγορεύσαμεν ὑπό ὀρθοδόξου ἐν ἱεροῖς μνημοσύνοις ἀναφέρεσθαι κατά τήν θείαν μυσταγωγίαν»311. Ὑπῆρξαν λαϊκοί καί μοναχοί, ἱερεῖς καί ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποκρίνονταν ὅτι ἦταν ὀρθόδοξοι, ἐνῶ κοινωνοῦσαν μέ αἱρετικούς, καθώς ἀναφέρει ὁ ἅγιος. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαγόρευε ὁ ἅγιος νά μνημονεύονται στή θεία λειτουργία, «κἄν ἐν τῷ θανάτῳ, δι’ ἐξομολογήσεως τυχεῖν τῶν ἁγιασμάτων, ἥν ἄν ὑπέρ αὐτοῦ ἀναφοράν ποιεῖσθαι τόν ὀρθόδοξον»312. Ἔτσι, στήν περίπτωση πού ὁ συγκεκριμένος, πού κοινωνοῦσε μέ αἱρετικούς, τόν πλησιάζει ὁ θάνατος, τότε μέ τήν ἐξομολόγηση καί τήν ὀρθόδοξη ὁμολογία του μπορεῖ να μετέχει ξανά τῶν «ἁγιασμάτων», δηλαδή τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Τό ἑπόμενο βῆμα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου σέ μία τέτοια κατάσταση, εἶναι νά χρησιμοποιεῖ τήν μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιά νά σφραγίσει τό μυστήριο τῆς ἑνότητας ἀλλά καί τῆς ἐγκυρότητας τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατά τήν μετοχή τῶν πιστῶν σέ αὐτό, μέ σκοπό νά φανερώσει ὅτι τό ἀνάλογο συμβαίνει ὅταν κοινωνεῖ κάποιος σέ αἱρετική σύναξη, ἀφοῦ μετέχει σέ αἱρετικό ἄρτο. « Ἐπεί δέ κοινωνῶν τῇ αἱρέσει ἀπεβίω, πῶς δυνατόν ἐντετάχθαι τόν τοιοῦτον ἐν ὀρθοδόξῳ κοινωνίᾳ; Καί γοῦν φησίν ὁ ἀπόστολος˙ “τό ποτήριον τῆς εὐλογίας, ὅ εὐλογοῦμεν, οὐχί κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; Τόν ἄρτον ὅν κλῶμεν, οὐχί κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; Ὅτι εἷς ἄρτος, ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν˙ οἱ γάρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου μετέχομεν”313. Οὐκοῦν κατά τό ἀνάλογον καί ἡ κοινωνία τοῦ αἱρετικοῦ ἄρτου καί τοῦ ποτηρίου τῆς ἀντικειμένης μερίδος ἐστίν˙ καί τό ἕν σῶμα ἠλλοτριωμένον Χριστοῦ τούς ἐπικοινωνοῦντας ἀπεργάζεται»314.
Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς συχνῆς θείας κοινωνίας, τῆς ὁποίας ἄμεση ἀνάγκη ἔχει ὁ πιστός, ὡς κύρια ἀπαραίτητη καὶ λυτρωτικὴ πνευματικὴ τροφή, παραθέτουμε τὴν μαρτυρία τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ σημαντικὴ ὅσον ἀφορᾶ τὸν κύριο ἀγώνα τῶν κολλυβάδων πατέρων315˙ «μίαν ταύτην παρηγορίαν εὕρηκα καὶ δέον ἀναθέσαι σοι, Πάτερ μου˙ ἐξ ἀναγνώσεως καὶ χρήσεως τῶν ἀνατολικῶν μαθών, τὸ χρῆναι τοὺς ἡσυχάζοντας εἰ δυνατὸν καθ΄ ἑκάστην μεταλαμβάνειν τῆς θείας κοινωνίας. Ἐχρησάμην οὕτως καὶ εὗρον βοήθειαν ὁ ἄθλιος, ὑποστελλομένης τῆς διανοίας ἐκ τῆς ἐμπαθοῦς κινήσεως, διὰ τὴν τοῦ δώρου ἔμφοβον ὑπεροχήν. Καὶ τί γὰρ μεῖζον εἰς ἀγαλλίασιν καὶ φωτισμὸν εἴη ἂν τῇ ψυχῇ πλέον τῆς θείας κοινωνίας; Ἐν ποτηρίῳ δὲ ὑαλίνῳ ἀφορισμένῳ προβαλών οἶνον, καὶ εὐξάμενος τὰ συνήθη, μετέχω ὁ ἀνάξιος του δώρου».
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχουν καὶ εἰδικὲς περιπτώσεις, ὅταν ὑπάρχει ἄμεση καὶ ἐπείγουσα ἀνάγκη γιὰ τὴ Θεία Κοινωνία ὑπὸ ἑνὸς ἀνθρώπου, νὰ μετατίθεται ὁ νόμος τῆς χάριτος κατὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο, γιὰ παράδειγμα ὅταν ἕνας χριστιανὸς κινδυνεύει νὰ πεθάνει. Τότε γίνεται ἡ μετάδοση τῶν «ἁγιασμάτων» καὶ ἀπὸ λαϊκὸ βαπτισμένο χριστιανό. «Παραχωρεῖ δὲ καὶ ἡ ἕκτη σύνοδος ἐν τοῖς θείοις κανόσιν, εἰ μὴ πάρεστιν ἱερωμένος, ἐξ ἀναγκῆς λαϊκὸν ἑαυτῷ μεταδοῦναι τῶν ἁγιασμάτων˙ ὅπερ οὐ θεμιτόν, ἄνευ περιστατικοῦ λόγου»316.
Γενικότερα ὁ ἅγιος προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπο νὰ μεταδώσει τὴν δική του εὐλάβεια καὶ ἁγία ταπείνωση μπροστὰ στὶς μεγάλες καὶ λυτρωτικὲς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὰ μυστήρια καὶ ἰδιαιτέρως τὴν μετοχὴ στὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων ποὺ εἶναι ἡ Θ. Εὐχαριστία. Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ προσπαθεῖ νὰ ξυπνήσει τὸ φιλότιμο τῶν ἀδελφῶν καὶ νὰ ἐνεργοποιήσει τὴν δίψα τοῦ Θεοῦ μέσα τους παραδειγματίζοντας ὅλους καί λέγοντας ͘ «οἱ μήποτε τὴν ἁγίαν μετάληψιν λαμβάνοντες, εἰ μὴ πρότερον χέωσιν τὸ τῶν βλεφάρων ὕδωρ»317.
Θαυμάσια συνδυάζει τὴν λειτουργικὴ θεολογία καὶ τή δογματικὴ Χριστολογία, σὲ λίγες μόνο γραμμές, γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ὁ Κύριος ἐνανθρωπίστηκε ἀληθινὰ καὶ ἐμεῖς κοινωνοῦμε ἀληθινὰ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του στὸ μέγιστο μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας˙ «ὦ χριστιανικώτατε λογισμὲ˙ τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Φησὶ γὰρ ὁ μέγας Ἀπόστολος περὶ αὐτοῦ˙ “ Ὃς ἐν μορφὴ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῷ˙ ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε, μορφὴν δούλου λαβῶν ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος˙ ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ”318. Ἐπεί οὖν ἑκουσιόθυτον καὶ ἑκουσιόδοτον τοῖς ἐθέλουσιν, ἀλλ’ οὐχὶ τοῖς μὴ ἐθέλουσι»319.
Μέσα ἀπό τήν κατηχητική φροντίδα τοῦ ἁγίου, μποροῦν νά ἀνιχνευτοῦν μοναδικές ὑποδείξεις, οἱ ὁποῖες συγκεντρώνουν μέσα τους συμπυκνωμένη λειτουργική θεολογία. Ὁ θεοφόρος πατέρας δέν ἔχει σκοπό νά ἑρμηνεύσει διεξοδικά κάποιο ἀπό τά μυστήρια, ὅμως μέσα στή διάθεση καί τήν προσπάθεια νά ἀφυπνίζει τούς ἀδελφούς καί νά τούς ὁδηγεῖ στήν ἐπίγνωση τῆς χάριτος καί τῆς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι δυναμικῆς ζωογονίας320, περιστασιακά τρέφει τούς ἀδελφούς μέ μαργαρίτες λατρευτικῆς ἐμπειρίας. Γιά παράδειγμα, ὅταν ἀναφέρει: «ἄνθρωπος ὁ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος πᾶσαν εἴδησιν ἀγαθοῦ πεπλουτηκώς»321, ὑπενθυμίζει τήν μεγίστη, μυστική καί σωτήρια δωρεά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί ὅτι, μέσα ἀπό αὐτήν, ὁ ἄνθρωπος γέμισε μέ κάθε χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθώς ἐπίσης καί ὅτι ἡ συνείδησή του «χριστοποιήθηκε» μέ προοπτική κάθε ἀγαθοῦ κατορθώματος καί τήν ἐκπλήρωση τοῦ ἁγιασμοῦ μέσα του.
Στὸν λόγο του εἰς τὴν παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, μὲ τὸν δικό του ξεχωριστὸ τρόπο, κάνει μία ἐκτενή, ἑρμηνευτική, θαυμάσια ἀναφορὰ στὸ μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, κατὰ τοὺς τύπους ποὺ θεοφώτιστα κήρυξαν οἱ προφῆτες. «Ἀνακτέον τὸ ὄμμα ἐπὶ τὰς προφητικάς θεοπτίας καὶ θεωρητέον ὅπως ἐν αὐταῖς ὑποτυποῦται τὸ ἱερότατον βάπτισμα… τί οὖν φησιν Ἠσαΐας; Ἔνθεν γὰρ ἐλόντες εἴπομεν˙ “εὐφράνθητι, ἔρημος διψώσα ͘ ὅτι ἐρράγη ἐν ἐρήμῳ ὕδωρ, καὶ φάραγξ ἐν γῇ διψώσῃ”322. Τῇ ἀνθρωπίνῃ δηλονότι φύσει ἡ προσφώνησις, ἐν ἐρήμῳ οὔσῃ τῆς ἐκ πίστεως καὶ ἀγαθῶν ἔργων καρποφορίας˙ καὶ διὰ τοῦτο τὸ τῆς υἱοθεσίας νάμα διψώςῃ ἐρράγη τὸ τοῦ βαπτίσματος ὕδωρ, καθάπερ τι ρεῦμα ποτάμιον τὸ τοῦ Ἰορδάνου ρεῖθρον. Κάντευθεν τί; “καὶ ἔσται ἡ ἄνυδρος εἰς ἕλη”, τουτέστιν εἰς ἀμφιλαφὴ πίστιν˙ “καὶ εἰς διψῶσαν γῆν, πηγὴ ὕδατος ἔσται”˙ αὔτη δηλαδὴ ἡ κρήνη τῆς υἱοθεσίας˙ “καὶ ἐκεῖ ἔσται εὐφροσύνη ὀρνέων”323, τῶν ἐκ τοῦ βαπτίσματος δηλονότι ἀναγεννωμένων, ὀρνέοις τροπικῶς ἐοικότων, διὰ τὸ ἀπαρχῆς ἐξ ὑδάτων καὶ τὴν ὕπαρξιν ἐσχηκέναι. Τί δὲ κατὰ τὸν Γεδεών324 πλήρης λεκάνη ὕδατος; Τὴν τῆς υἱοθεσίας μητρόμοιον κολυμβήθραν ὑποσημαίνει ὁ λόγος, κυκλοτερῆ τε οὖσαν τῷ σχήματι, καὶ πάντοθεν ἀποτετορνημένην, τῇ τῆς ἀναμαρτησίας ἰδέᾳ, ἔφ΄ ᾗ ἀπέρρυη ἡ τοῦ νοητοῦ πόκου ἰαματικὸς δρόσος πλήρης Πνεύματος ἁγίου, ἐξ ἧς ἀναγεννῶνται οἱ νεοτελεῖς Θεοῦ παῖδες, τὴν ἐκ σαρκὸς καὶ αἵματος ἀμειψάμενοι γέννησιν, καὶ τοσοῦτον εἰς ἄνδρα τέλειον ἀνατρέχοντες, ὡς καταπαλαίειν τῇ τριαδικῇ λατρείᾳ τὸ δαιμόνιον φύλον. Tί δὲ ἡ κατὰ τὸν Ἠλίαν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν τε καὶ τὸ ὁλοκαύτωμα325 τρισσευομένη τοῦ ὕδατος ἐπίχυσις; Οἶμαι δηλοῦν τὴν τρισσὴν τῆς θείας μακαριότητος ἐν τῷ βαπτιζομένῳ ἐπιβοωμένην ὑπόστασιν, ἡ τὴν τρισσὴν αὐτοῦ τοῦ τελουμένου κατάδυσιν. Ἄνεισι δὲ Νεεμάν ἀπὸ τοῦ ὕδατος κατὰ τὴν Ἐλισσαιὲ διαταγὴν κεκαθαρμένος ὅλος˙ “ἐπέστρεψεν” γὰρ φησιν, “ἡ σὰρξ αὐτοῦ ἐπ΄ αὐτὸν ὡς παιδαρίου μικροῦ, καὶ ἐκαθαρίσθη”326. Σύμβολον ἤδη τοῦτο τῆς ἁπάντων βαπτιζομένων ἁμαρτητικῆς καθάρσεως˙ νεοθαλής γὰρ πᾶς τις καὶ ἄσπιλος τῶν προκατεστιγμένων πλημμελημάτων ἄνεισι ὁ τελεσθείς ἐν Πνεύματι»327.
Χυμώδης καὶ Πνεύματος ἁγίου πληρουμένη ἡ ἑρμηνεία τοῦ θεοφόρου πατρός, προβάλλει μὲ συντομία καὶ περιεκτικότητα τὰ βασικὰ νοήματα, μέσα ἀπὸ τοὺς τύπους, τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Προβάλλει πρῶτα, κατὰ τὸν Ἠσαΐα τὴν ἀνθρώπινη φύση ὡς ἔρημο διψασμένη γιὰ πίστη καὶ καρποφορία ἀγαθῶν ἔργων, ἡ ὁποία μὲ τὸ βάπτισμα, ποτίζεται γιὰ πάντα μὲ τὰ νάματα τῆς υἱοθεσίας καὶ τὰ νερὰ τοῦ βαπτίσματος, ξεδιψώντας τὴν ἔρημη ἀνθρώπινη φύση, ὅπως τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ποὺ ἀρδεύει τὴν ἔρημο. Ἔπειτα καρποφορεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ υἱοθεσία τῶν ἀναγεννημένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀρχὴ τῆς καινούργιας ὕπαρξής τους ἀπὸ τὸ καινοποιὸ γεγονὸς τῆς βαπτίσεώς τους.
Ἑρμηνεύοντας τὰ τοῦ Γεδεών, παρουσιάζει τὴν κολυμβήθρα ὡς νέα μήτρα, μὲ κυκλικὸ καὶ ἑνιαῖο σχῆμα νὰ σημαίνει τὴν ἀναμαρτησία καὶ τὴν πληρότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναγεννῶνται τὰ νεοτελὴ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν δυνατότητα πλέον νὰ νικοῦν τὸ γένος τῶν δαιμόνων λατρεύοντας τὸν Τριαδικὸ Θεό.
Συμπληρωματικὰ στοιχεῖα ἀναφέρει ὁ ἅγιος, μὲ ἀφορμὴ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ προφήτη Ἠλία, ἀφοῦ ἐντοπίζει τύπο τοῦ βαπτίσματος, συγκεκριμένα τὴν τριπλή ἐπίχυση τοῦ νεροῦ ἐπάνω στὸ ὁλοκαύτωμα, τὸ ὁποῖο, κατὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο, φανερώνει τὴν τριπλή ὑπόσταση τῆς Θείας Μακαριότητος καὶ τὴν τριπλῆ κατάδυση τοῦ βαπτιζομένου. Σὲ ἐπιστολὴ του σχετικὰ μὲ τὴν πιὸ πάνω ἀναφορὰ στὴν τριπλῆ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ βάπτισμα διδάσκει: «Οὕτω γὰρ ἡ ἀληθινὴ πίστις τῶν Χριστιανῶν κατὰ μὲν τὸ τῆς θεολογίας δόγμα πιστεύειν εἰς Πατέρα, καὶ Υἱόν, καὶ ἁγίον Πνεῦμα˙ ἐν οἷς καὶ τὸ βάπτισμα τὴν τελείωσιν ἔχει»328.
Τέλος δέ προβάλλει, μέσα ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Νεεμάν, τὴν καθαρότητα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ στίγματα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἔχει ἕνας νεογέννητος νεοφώτιστος χριστιανός.
Ἀκόμα μία ἀνίχνευση τοῦ ἁγίου καὶ μία παλαιοδιαθηκικὴ μαρτυρία, ὡς τύπος τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἀποτελεῖ ἡ ἄφλεκτος βάτος, σταθμὸς στὴν πορεία τῆς ἀποστολῆς τοῦ Μωυσῆ: «ὅποτε τῆς φλογοφορούσης βάτου329 ἐμυεῖτο θαυμαστικῶς τὸ θεώρημα, μείζονος μυστηρίου οὔσης προτύπωμα»330.
Συμπληρωματικά, ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε τὰ πυκνὰ σὲ θεολογικὰ νοήματα καὶ γέματα ἱερὸ ἐνθουσιασμὸ καὶ ἀδελφικὴ χαρά λόγια του ἁγίου, τὰ ὁποία ἀπευθύνει στὸν νεοφώτιστο πατρίκιο Θεόδωρο. «Ἠνέχθης ἐκ σκότους εἰς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς˙ ἀπεκδυσάμενος τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, σὺν τοῖς ἀτόποις καὶ ἐθνικοῖς λογισμοῖς τε καὶ πράξεσιν, ἐνεδύσω Χριστόν, Χριστιανὸς ἀντ΄ ἐθνικοῦ χρηματίζων˙ υἱὸς φωτὸς καὶ ἡμέρας, ἀνθ’ υἱοῦ σκότους καὶ νυκτὸς ἀσεβείας˙ ἕνα Θεὸν σέβων, τὸν ἐν Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῷ Πνεύματι προσκυνούμενον»331. Θαυμάσια μαρτυρία γιὰ τὶς ἄφατες δωρεὲς τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, μὲ τὴν ὑπογράμμιση τοῦ ἁγίου γιὰ τὸ γεγονὸς τοῦ  «ἀποθέσθαι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον» καὶ τὶς φθοροποιὲς πράξεις καὶ λογισμοὺς τῆς ἀλλοθεΐας καὶ «ἐνδύσασθαι δὲ τὸν νεόν, τὸν ἀνακαινούμενον κατ΄ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτὸν»332. Πλέον εἶναι υἱὸς φωτὸς333 καὶ ἡμέρας κατὰ τὸν ἅγιο καὶ ἔπαψε νὰ εἶναι υἱὸς σκότους καὶ νυκτὸς ἀσεβείας, πιστεύων πλέον τὸν ἕνα Θεόν, τὴν προσκυνητὴν Ἁγίαν Τριάδα.
Αὐτὴ ἡ χαρὰ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου γιὰ τὴν Βάφτιση τοῦ πατρικίου ἐκφράζεται μὲ τὰ παρακάτω λόγια: «Χαίρω καὶ συγχαίρω σοι, εὐχαριστῶ καὶ συνευχαριστῶ σοί, ὅτι ὁρᾷς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅτι όψιμαθής ὤν, καὶ ἀρτιγέννητος υἱὸς Θεοῦ»334. Μία χαρὰ, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος, συμμετέχει στὴν νέα καὶ καινὴ ὑπαρξιακὴ κατάσταση τοῦ ἀρτιγέννητου τέκνου τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴν ὅραση καὶ ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ζωὴ ἐν αὐτῷ.
Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ γίνεται αἰσθητὴ ἡ ἑνότητα καὶ ἡ ἀδελφοσύνη, ἡ μαρτυρία καὶ ἡ μυστηριακὴ υἱοθεσία: «ἐπειδὴ ἀδελφός σου ὑμέτερος, καὶ οὐ ξένος, καθὼς εἴρηκας. Εἰ δὲ ξένος του κόσμου, εὖ ἂν ἔχοι. Καὶ ἡμεῖς γὰρ οἱ ταπεινοὶ τὸ αὐτὸ ἔχομεν˙ καὶ διὰ τοῦτό ἐσμεν ἀπερριμμένοι ἐνταύθα διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ… νῦν δὲ ἀπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἔχομεν ὡς σύγγονον ͘ ἀποτεχθέντες ἀμφότεροι ἐκ μητρὸς τῆς υἱοθετικῆς κολυμβήθρας τοῦ βαπτίσματος»335. Εἶναι ξεκάθαρη ἡ αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς πνευματικῆς σχέσης μεταξύ τους κατὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο, τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι γεννήθηκαν καὶ οἱ δύο «ἐκ μητρὸς υἱοθετικῆς, κολυμβήθρας τοῦ βαπτίσματος».
Ὅλα τελοῦνται καὶ τελειώνονται, κυροῦνται καὶ ἐνεργοῦν ὅταν καὶ ἐφόσον κρατεῖ «δόγμα πιστεύειν εἰς Πατέρα, καὶ Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα», καθὼς καὶ στὴν περίπτωση τοῦ φωτίσματος, «ἐν οἶς καὶ τὸ βάπτισμα τὴν τελείωσιν ἔχει»336.
Εἶναι μέγα τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἀπόλυτα ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ἀναγέννηση καὶ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀπὸ αὐτὸ ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ χαρισματικὴ κατάσταση καὶ ἡ προοπτική τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ἕνα τέτοιο μυστήριο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν ἀπαιτεῖ προετοιμασία καὶ προπαρασκευὴ μίας ψυχῆς ποὺ ἐπιποθεῖ νὰ μετέχει σὲ αὐτό.
Παράδειγμα προετοιμασίας, κατὰ τὸν ἅγιο καὶ ὁμολογητὴ Θεόδωρο, ἀποτελεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος ͘«ὅρα Παῦλον τὸν μέγα τῆς ἀληθείας κήρυκα τριημερονύκτῳ νηστείᾳ τὴν παρασκευὴν ποιησάμενον, εἶθ΄ οὕτω πρὸς τῇ ἐκτενεῖ δεήσει τὸ ἀληθινὸν φῶς Χριστὸν ἐνδυσάμενον337»338.
Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος ἀπαντάει στὸ ἐνδεχόμενο ἐρώτημα, γιατί νὰ ἀπαιτεῖται βαθειὰ προετοιμασία γιὰ τὸ μοναδικὸ αὐτὸ μυστήριο. «Οὕτως ἁπλῶς καὶ ἀπαρασκευάστως τῷ ὑπερφαεῖ μυστηρίῳ προσελεύςῃ, δι΄ οὗ σοι καὶ ἡ ἐν πνεύματι ἀπότεξις, καὶ τὸ υἱὸς φωτὸς κεκλῆσθαι;»339, δηλαδὴ στὸ μυστήριο τῆς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ γέννησίς σου καὶ τῆς υἱοθεσίας σου ἀπὸ τὸ ὑπεραιώνιο λυτρωτικὸ φῶς ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, μπορεῖς νὰ προσέλθεις ἀσυναίσθητα καὶ ἐπιπόλαια καὶ ἀπαρασκεύαστα; Εἶναι, ὅπως ξέρουμε, διαφορετικὰ στὶς μέρες μας καὶ στὶς χριστιανικὲς χῶρες, μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ, ὅμως, παρόλα αὐτά, μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσει ἡ διδαχὴ τοῦ ἁγίου, πρῶτα τους βαπτισμένους, δεύτερον τούς ἀναδόχους καὶ τρίτον αὐτοὺς ποὺ στὴν περίπτωσή τους θὰ βαπτιστοῦν σὲ ὥριμη ἡλικία.
Ἐπίσης μὲ ξεχωριστὸ καὶ ἐμπνευσμένο λόγο περιγράφει τὴν ἴδια συνάφεια τῶν μυστηρίων τῆς σταύρωσης καὶ τῆς βάπτισης, δίνοντας ὡς παράδειγμα αὐτὴν τὴν φορὰ τὸν μετανοημένο ληστή: «ὢ μυστηρίου μεγάλου! Μετενόησεν ὁ λῃστής˙ χρεία ἦν ὕδατος ἵνα βαπτισθῇ˙ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐκρέματο˙ οὐκ ἦν ἕτερος τόπος βαπτίσματος, οὐ πηγή, οὐ λίμνη, οὐκ ὄμβρος, οὐχ ὁ τὴν μυσταγωγίαν ἐπιτελῶν˙ πάντες γὰρ διὰ τὸν φόβον τῶν ἰουδαίων ἔφυγον οἱ μαθηταί˙ ἀλλ΄ οὐκ ἠπόρησεν ὁ Ἰησοῦς ναμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ σταυροῦ κρεμμάμενος, δημιουργὸς ὑδάτων γέγονε˙ ἐπειδὴ γὰρ οὐχ οἷον τε ἦν εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τὸν λῃστὴν δίχα βαπτίσματος, αἷμα καὶ ὕδωρ προσήκατο τῆς νυγείσης αὐτοῦ πλευρᾶς ὁ Σωτήρ, ἴνα αὐτὸν λῃστὴν ἐλευθερώςῃ τῶν ἐπηρμένων κακῶν, καὶ τὸ αἷμα λύτρον ἀποδείξῃ γενόμενον τῶν εἰς αὐτὸν τὰς ἐλπίδας ἐχόντων “εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς κάθαρσιν, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν”340 καθάρσιον γέγονε πάντων ὁμοῦ Χριστιανῶν;»341.
Εἶναι μοναδικὸ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καὶ τελεῖται μόνο μία φορὰ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅμως ἡ καινότητα καὶ ἡ μεταμόρφωση καὶ ἡ ζωογόνος ἀναγέννηση ποὺ ἐπιδέχεται ὁ βαπτιζόμενος εἶναι κάτι τὸ ἰσόβιο καὶ διαρκές, κάτι ἀδιάλειπτο καὶ συνεχές, τὸ ὑποστατικὸ φωτοποιὸ χαρισματικὸ γεγονὸς τῆς ἐν Χριστῷ γέννησης. Ἔτσι καὶ τὸ μέγα μυστήριο τῆς σταύρωσης τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ ἡ ἀνάβλυση τοῦ αἵματος καὶ τοῦ ὕδατος ἐκ τῆς πλευρᾶς του εἶναι μοναδικὸ γεγονός, ποὺ ὅμως δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὰ μία ἀνάμνηση, ἀλλὰ εἶναι τό, ἐπίσης, διαρκὲς καὶ συνεχὲς καὶ αἰώνιο καὶ πανλυτρωτικὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο ζεῖ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μυστικό καὶ βιωματικὸ τρόπο. Ἔτσι αὐτὴ τὴν συνάφεια τῆς σταύρωσης καὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος παρουσιάζει μὲ θαυμάσιο τρόπο, μέσα ἀπὸ τὴν πασχαλινὴ κατήχησή του ὁ ἅγιος: «διὰ ταύτην οὖν τὴν πρόφασιν καὶ ἡ πλευρὰ πλήσσεται τοῦ Χριστοῦ, ἵνα καὶ τὰ προειρημένα οἰκονομηθῇ, καὶ τὸ μυστήριον τοῦ βαπτίσματος κηρυχθῇ, καὶ ἡ χάρις ἡ μέλλουσα λάμψῃ˙ πηγάζει γὰρ αἷμα καὶ ὕδωρ ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Χριστοῦ, ἵνα καὶ τὸ κὰθ΄ ἡμῶν χειρόγραφόν τῆς ἁμαρτίας ἀπαλείψῃ, καὶ τῷ αἵματι αὐτοῦ καθαρισθῶμεν, καὶ τὸν παράδεισον ἀπολάβωμεν»342.
Στὸν λόγο του ὁ ἅγιος Θεόδωρος, γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Σύναξης τῶν Ἀσωμάτων, ὅπως συνηθίζει πολλὲς φορὲς, μὲ τὸν διαχυτικὸ, πληθωρικὸ, ἔμπλεο ὅμως σὲ ἑορτολογικὰ καὶ πνευματικὰ νοήματα, τρόπο του, ἀναφέρει λεπτομέρειες σὲ θέματα, τά ὁποῖα ἡ προσοχὴ τῶν περισσότερων προσπερνᾶ. «Ἄγγελοι μὲν τῷ Ἰησοῦ βαπτισθέντι ἐν τῇ ἐρήμῳ εἰς διακονίαν προσέρχονται343˙… ὅπως σὺ πιστωθῇς ὁ πιστός, ὅτι βαπτισθῇς καὶ φυλάττων τὴν κάθαρσιν, ἀγγέλους ἀοράτως πρὸς διακονίαν καὶ τήρησιν κομίζεται ͘ ὅθεν ἐν τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματος ἄγγελος τὰς ἰάσεις ἐνεδείκνυτο, ἐν ᾗ ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος ὁ Χριστός… τῷ παραλύτῳ ἐχαρίσατο ἴασιν344»345. Πρῶτον προβάλλει τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μὲ διακονία τῶν ἀγγέλων ἀμέσως μετὰ τὴν βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ, γιὰ νὰ πληροφορήσει ἐμᾶς, ὅτι μὲ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος γίνεται πραγματικὴ κάθαρση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀληθινὴ ἀναγέννηση καὶ σύνδεση τοῦ νεοφωτίστου μὲ τὸν ἀγγελικὸ κόσμο, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο346, τὴν παράδοση, τὴν προσευχητικὴ λατρεία347 καὶ τὴν βίωση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ βαπτίσματός του ἕναν φύλακα ἄγγελο. Δεύτερη ἑρμηνεία γίνεται ἀπὸ τὸν θεοφόρο Θεόδωρο, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἄγγελο στὴν Κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ ποὺ ἔδινε τὴν ἴαση στοὺς ἀσθενεῖς ὡς τύπος τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος, καθὼς καὶ τὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ στὸν παράλυτο, ποὺ τοῦ χάρισε καὶ τὴν ὑγεία ἀλλὰ καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, δῶρο ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κάνει, κάθε φορᾶ μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Φωτίσματος.
Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε ἀκόμα κάτι ἀπὸ αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ ἁγίου, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἐγκαινιασμὸ ἑνὸς Ναοῦ ὡς μία μορφὴ βαπτίσματος. «Δι΄ ἀγγέλων καὶ μαρτύρων τῶν λειψάνων τήρησις˙ εἰ καὶ μυστικότερός πως τούτων τῶν ὀστέων ὁ λόγος˙ δι΄ ἀγγέλων καὶ Θεοῦ τηροῦνται θυσιαστήρια καὶ ναοὶ τῶν πιστῶν διαφυλάττονται˙ δι΄ ἀγγέλων δεήσεις καὶ προσευχαὶ ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανὸν τῷ θεῷ προσάγονται˙ καὶ πᾶν μικροῦ δεῖν ἐπὶ γῆς Θεοῦ δι΄ ἀγγέλων τελεῖται μυστήριον»348. Ὅπως δίνεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ ἕναν φύλακα ἄγγγελο στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, «ὅν ἔχεις τῆς ζωῆς σου φύλακα ἄγγελον»349, ἔτσι καὶ στὸν ἐγκαινιασμό, τὴν βάπτιση δηλαδή, τοῦ ναοῦ δίνεται γιὰ πάντα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἄγγελος ἢ ἄγγελοι, νὰ τηροῦν τὸ ἅγιο θυσιαστήριο καὶ τὰ ἅγια λείψανα τῶν ἁγίων καὶ νὰ διαφυλάττουν τὸν ναό. Ἐπίσης ἔργο τῶν ἀγγέλων, ὡς προέκταση τοῦ ἐγκαινιασμοῦ καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ ναοῦ, εἶναι νὰ διακονοῦν τὰ μυστήρια καὶ τὶς ἀκολουθίες, τὰ ὁποῖα θὰ τελοῦνται μέσα στὸν ναὸ, καὶ νὰ προσάγουν τὶς προσευχὲς καὶ τὰ αἰτήματα τῶν πιστῶν ποὺ ἀναπέμπονται διὰ αὐτῶν. Μία σύναψη «βροτῶν καὶ οὐρανίων τάξεων»350 εἰς δόξαν Θεοῦ.
Ὑπάρχουν καὶ εἰδικὲς περιπτώσεις, ὅταν ὑπάρχει ἄμεση καὶ ἐπείγουσα ἀνάγκη γιὰ τὸ βάπτισμα ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅπου μετατίθεται ὁ νόμος τῆς χάριτος κατὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο, γιὰ παράδειγμα ὅταν ἕνα ἀβάπτιστο παιδάκι κινδυνεύει νὰ πεθάνει. Τότε γίνεται ἀεροβάπτισμα ἢ βάπτισμα σὲ νερὸ καὶ ἀπὸ λαϊκὸ βαπτισμένο χριστιανὸ γιὰ αὐτὸ καὶ μνημονεύει τὴν περίπτωση τοῦ μεγάλου Ἀθανασίου ὅταν ἦταν μικρός, ὁ ὁποῖος βάπτισε ἕνα ἄλλο παιδάκι στὴ θάλασσα, μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος, πράξη ἡ ὁποία θεωρήθηκε ἔγκυρη καὶ «θεοτελής» ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀλέξανδρο. «Ἐπειδὴ ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις, καίγε ὁρῶμεν ἐν τοῖς πάλαι χρόνοις τοιαῦτα γιγνόμενα καὶ ὅν μὲν ἀμμώδει ἐπιχύσει κατ’ ἐρημίαν, ἐπειδὴ θάνατος παρῆν, βαπτίσαντα καὶ βαπτισθέντα, καὶ ἄλλον ἄλλως οὐκ ἔξω δὲ γνώσεως τῇ τελειότητί σου τὰ κατὰ τὸν ἅγιον Ἀθανάσιον. Ὅμως ἡ παιδικὴ πρᾶξις ὁρασθεῖσα πρὸς τοῦ μακαριωτάτου Ἀλεξάνδρου, ἐνεκρίθη ὡς θεοτελής, καὶ ἐλογίσθη ὁ τελέσας ὡς ἱερεύς, καὶ ὁ τελειώσας ὡς ἀναγεννηθεῖς »351.


8. Τό ἅγιο Χρίσμα.


Ἡ μαρτυρία τοῦ ἁγίου περὶ τῆς τελέσεως τῶν μυστηρίων μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν μύηση, τὴν προκοπή, τὴν τροφή, τὴν σωτηρία καὶ τὸν ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν, περιλαμβάνει καί τὸ ἄκρως ἀναγκαῖο καὶ τελειοποιητικὸ καὶ ἐνεργοποιητικό τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυστήριο, στήν ἀναφορά του «περὶ τελετῆς μύρου»352, τοῦ ἁγίου Χρίσματος δηλαδή.
Οἱ λειτουργικὲς μαρτυρίες ποὺ ἐντοπίστηκαν, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τὸ μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος, εἶναι λιγοστές. Ὅπως εἴπαμε καί στην ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ποτὲ δὲν εἶχε σκοπό, μέσα ἀπὸ τὶς κατηχήσεις, τὶς ἐπιστολές καὶ τοὺς λόγους του, νὰ ἀναλύσει διεξοδικὰ ἤ νὰ ἑρμηνεύσει θεολογικά μὲ συστηματικὸ τρόπο τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὡς κεφαλή μίας ἀδελφότητας, ἡ οποία ἐπιδιώκει, μέσα ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς πίστεως καὶ τὴν ὀρθοπραξία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν, μιλᾶ, νουθετεῖ καὶ συγγράφει ὡς ποιμένας καὶ ὡς πατέρας, ὡς ὁδηγὸς ἀφιερωμένων στὸν Θεὸ ψυχῶν. Ἔχοντας αὐτά ὑπόψη, μποροῦμε νά κατανοήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ λιγοστὰ στοιχεῖα ποὺ παραθέτουμε ἔχουν ἐντοπισθεῖ σὲ ἐπιστολές του, μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀπαντάει σὲ ἀπορίες καὶ διευκρινίζει, ὡς θεοφόρος Πατέρας, περὶ τοῦ Χρίσματος σὲ σχέση μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς πτώσεις τῶν πιστῶν μέσα σὲ αὐτές.
Ἔτσι, ἀπαντώντας σὲ ἀπορία, ὅσον ἀφορᾶ μετανοοῦντα πιστό, ὁ οποῖος ἔπεσε σὲ αἱρετικὸ παράπτωμα, περιγράφει λιτῶς τὴ διαδικασία ἐπιστροφῆς του στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μέσα ἀπὸ τὴν ὁμολογία τοῦ παραπτώματος, τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἐπιτιμίου καὶ τέλος μὲ τὸ μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος. «Ὁμολογοῦντος ἠμαρτηκέναι , καὶ ἐπιτιμηθέντας χρόνῳ τινί, εἶθ οὕτως σφραγῖδα δεχομένους παρὰ σεσωσμένου πρεσβυτέρου, προσδεκτέον» 353 .
Δύο εἶναι τά μεγάλα μυστήρια, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα γίνεται κάποιος ζωντανὸ μέλος τοῦ ἑνὸς σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ παίρνει τὴ θεοτελὴ υἱοθεσία καὶ τὸ λυτρωτικὸ φώτισμα, τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα. Σὲ ἐρώτημα ποὺ τοῦ ἔχει τεθεῖ, μὲ θέμα ποιοὶ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο μποροῦν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὁρθοδοξία καὶ νὰ σωθοῦν, ἀπαντάει δίνοντάς μας μία μαρτυρία ὅσον ἀφορᾶ τοὺς αἱρετικούς, πού ἀνάλογα μὲ τὸ δόγμα τους, γίνονται δεκτοὶ μέσα ἀπὸ τὰ δύο μοναδικὰ καὶ μέγιστα μυστήρια. «Βαπτίζονται μὲν γὰρ Μαρκιωνισταί, Τασκορδιουργοὶ Μανιχαῖοι καὶ οἱ σύστοιχοι αὐτῶν ὁμοῦ ἕως τῶν Μελχισεδεκιτῶν αἱρέσεις εἴκοσι πέντε. Χρίονται δὲ τῷ ἁγίῳ μύρῳ Τεσσαρεσκαιδεκατίται, Ναυατιανοί, Ἀρειανοί, Μακεδονιανοί, Ἀπολιναριασταί, ὁμοῦ πέντε. Οἱ δὲ μήτε βαπτιζόμενοι, μήτε χριόμενοι, ἀλλὰ μόνον ἀναθεματίζοντες τὴν ἰδίαν καὶ πᾶσαν ἄλλην αἵρεσιν, Μελετιανοί, Νεστοριανοί, Εὐτυχιανισταὶ καὶ οἱ τούτων ὁμόστοιχοι» 354 . Στὸ τέλος ἀναφέρει τὶς αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἀπέχουν παντελῶς ἀπὸ τὴ δυνατότητα διόρθωσης καὶ μεταστροφῆς πρὸς τὴν ἀλήθεια, δείχνοντας ἔτσι πώς τὰ μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος εἶναι τὰ τῆς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ θεμελιώδη καὶ τὰ μόνα φωτιστικά ἐν Χριστῷ μυστήρια τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ ὄχι «παίγνια».


44 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Βιβλ. Β’, επ. ΡΞΕ’, Γρηγορίω τέκνω, σ. 551.
45 Παρακλητική, ήχος πλ. β’, Κυριακή εις τον Όρθρον, οι Αναβαθμοί, Αντίφωνον Β’.
46 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Βιβλ. Α’, επ. Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 66.
47 ΄Οπ. π., επ. Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 66.
48΄ Οπ. π., επ. Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 67.
49 ΄Οπ. π., επ. Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 66.
50 ΄Οπ. π., Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 66.
51 ΄Οπ. π., Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 66.
52 Εγκύκλιος αγίου Ναυκρατίου PG. 99, 1844B, βλ. και Βίος Β’ 66, PG. 99, 325 A.
53 Βασιλείου Α. Τσίγκου, Ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Αὐθεντία καί Πρωτεῖο, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1999. Επ. 287, 8-9.
54 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΚΕ’, σ. 113.
55 ΄Οπ. π., κατ. ΚΕ’, σ. 113.
56 Ιωήλ β’ 17.
57 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Β’, επ. ΡΛς’, Θεοδώρω στρατηγώ, σ. 482.
58 ΄Οπ. π., βιβλ. Β’, επ. ΠΗ’, Αμούν τέκνω, σ. 400.
59 ΄Οπ. π., επ. ΠΗ’, Αμούν τέκνω, σ. 401.
60 Πρβλ. Ματθ. ιη’, 13-14.
61 ΄Οπ. π., επ. ΡΙς’, Ιωάννη ερημίτη, σ. 443.
62 ΄Οπ. π., βιβλ. Α’, επ. Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 66.
63 ΄Οπ. π., επ. Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 67.
64 ΄Οπ. π., επ. Θ’, Γελασίω Μαθητή, σ. 67.
65 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Επιτάφιος εις Πλάτωνα τον εαυτού πνευματικόν πατέρα, Λόγος Ι’, ΕΠΕ 18, σ. 186.
66 ΑΘΣΕ, 1, κατ. ΙΕ’. σ. 75.
67 Ησ. λε’ 10. να’ 11.
68 Ρωμ. η’ 17.
69 ΄Οπ. π., κατ. ΙΕ’. σ. 76.
70 ΄Οπ. π., κατ Ϟθ’, σ. 385.
71 ΄Οπ. π., σ.383.
72 ΄Οπ. π., κατ. ΜΘ’, σ.201.
73 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΞΑ’. σ. 163.
74 ΄Οπ. π., σ. 163.
75 ΄Οπ. π., σ. 163.
76 ΄Οπ. π., σ. 163.
77 ΄Οπ. π., κατ. ΡΖ’. σ. 272.
78 ΄Οπ. π., κατ. ΡΑ’, σ. 257.
79 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΡΖ’, σ. 419.
80΄Οπ. π., κατ. ΡΖ’. σ. 419.
81 Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Ζωή εν Πνεύματι, εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2010., κατ. 6, σ. 147.
82 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Α’, επ. ΣΚ’, …προς την σπαθαρίαν ης το όνομα Μαχαρά, σ. 220.
83 ΄Οπ. π., βιβλ. Β’, επ. ϞΖ’, Βασιλείω υιώ πνευματικώ, σ. 413.
84 Alexander Schmeman, «Eξ Υδατος και Πνεύματος», Λειτουργική μελέτη του Βαπτίσματος, εκδ. Δομός, Αθήνα 1990, σ 81.
85 Ακολουθία του αγίου Βαπτίσματος, Μικρόν Ευχολόγιον, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1988. σ. 79.
86 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΝΗ’, σσ. 228-229.
87 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. Κ’, σ. 60.
88 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΝΕ’, σ. 222.
89 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΠΒ’, σ. 210.
90 ΄Οπ. π., κατ. ΡΛΓ’, 340.
91 Α’ Πέτρ. ε’, 2.
92 ΄Οπ. π., κατ. ΡΛΓ’, σ. 340.
93 ΄Οπ. π., κατ. ΡΛΓ’, σ. 341.
94 Β’ Κορ. ζ’ 11.΄ Οπ. π., κατ. ΟΑ’, σ. 185.
95 Μολύνας.
96 Καταθέλξας, γοητεύσας.
97 ΄Οπ. π., κατ. ΟΑ’, σ. 186.
98 ΄Οπ. π., κατ. ΡΚΒ’, σ. 310.
99 Πρβλ. Ματθ. ια’ 22.
100 ΄Οπ. π., κατ. ΡΛ’, σ. 333.
101 ΄Οπ. π., κατ. ΠΒ’, σ. 210.
102 Σ. Σειρ. κα’ 1.
103 Πρβλ. Ιωαν. ιε’, 2.
104 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Β’, επ. ΡΙΔ’ Ιουλιανώ βεστητορι, σ. 114.
105 Α’ Κορ. ιε’, 55.
106 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΙΒ’, σ. 40.
107 ΄Οπ. π., σ. 40.
108 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Β’, επ. ΡΓ’, Γρηγορίω ηγουμένω, σ. 421.
109 ΄Οπ. π., επ. ΡΘ’, Ηλία τέκνω, σ. 429.
110 ΄Οπ. π., επ. ΚΒ’, σ. 284.
111 ΄Οπ. π., επ. ΡΕ’, σ. 424.
112 Ιωάνν. κ’ 22-23.
113 Ματθ. ιη’ 18.
114 ΑΘΣΕ, 3, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΚΖ’, σ. 324.
115 ΄Οπ. π., κατ. ΡΖ’, σ. 271.
116 ΄Οπ. π., κατ. ΡΙΕ’, σ. 291.
117 ΄Οπ. π., σ. 292.
118 Ιω. γ’, 16.
119 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΟΓ’, σ. 276.
120 Β’ Τιμ. α’, 6.
121 Πρβλ. Ματθ. ε’, 4.
122 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΠΒ’, σ. 338.
123 ΄Οπ. π. σ. 339.
124 Α’ Θεσσ. β’ 7.
125 Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 758.
126 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. Μ’, σ. 169.
127 ΄Οπ. π., σ. 169.
128 Αποφθέγματα αγίων Γερόντων, του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου, ζ’. Βλ. και ΕΠΕ, Φιλοκαλία, τ. 1, σ. 46.
129 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. Ϟς’, σ. 372.
130 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΟΑ’, σ. 270.
131 ΄Οπ. π., κατ. Νς’, σ. 224.
132 ΄Οπ. π., κατ. ΞΕ’, σ. 254.
133 ΄Οπ. π., κατ. ΜΘ’, σ. 203.
134 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΞΒ’, σ. 242.
135 ΄Οπ. π., κατ. ΜΓ’, σ. 178.
136 Α’ Κορ. ιδ’, 26.
137 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΠΖ’, σ. 338.
138 ΄Οπ. π., κατ. ΡΕ’, σ. 411.
139 ΄Οπ. π., κατ. ΜΔ’, σ. 182.
140 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΙΓ’, σ. 286.
141 Πράξ. θ’ 15.
142 Λουκᾶ ιβ’ 36.
143 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Α’, επ. Κ’ Πινουφίω και Μάρη τέκνοις, σ. 92.
144 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ ΞΘ’, σ. 264.
145 ΄Οπ. π., σ. 264.
146΄ Οπ. π., σ. 265.
147 ΄Οπ. π., κατ. ΠΒ’, σ. 315.
148 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. Ος’, σ. 284.
149 ΄Οπ. π., σ. 287.
150 ΄Οπ. π., κατ. Ο’, σ. 268.
151 ΄Οπ. π., κατ. Ος’, σ. 285.
152 ‘Οπ. π., κατ ΙΒ’, σ. 66.
153 ‘Οπ. π., κατ. ΡΔ’, σ. 408.
154 Βασιλείου Α. Τσίγκου, Εκκλησιολογικές θέσεις του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Αυθεντία και Πρωτείο, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, 1999, κεφ Α’, σ. 59.
155 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΡΔ’, σ. 408.
156 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ϞΗ’, σ. 249.
157 ΄Οπ. π., κατ. ϞΕ’, σ. 242.
158 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. Ξ’, σ. 161.
159 ΄Οπ. π., κατ. ΝΔ’, σ. 147.
160 ΄Οπ. π., σ. 147.
161 ‘Οπ. π., κατ. Ε’, σ. 23.
162 ‘Οπ. π., κατ. ϞΓ’, σ. 235. Αναφέρεται στην προσευχή του, στην ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου.
163 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ϞΓ’, σ. 236.
164 Πρβλ. Ματθ. ιη’ 22. Λουκ. Ιζ’ 4.
165 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΙΑ’, σ. 282.
166 ΄Οπ. π., κατ., Λς’, σ. 104-105.
167 ΄Οπ. π., κατ. ΞΖ’, σ. 175.
168 ΄Οπ. π., σ. 175.
169 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ Ξ’, σ. 237-238.
170 ‘Οπ. π., κατ. ΜΖ’, σ. 196.
171 Παρακλητική, ήχος Βαρύς, Κυριακή εις τον Όρθρον, οι Αναβαθμοί, Αντίφωνον Β’.
172 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ Ξ’, σ. 238.
173 Αγίου Νεκταρίου, Μελέται περι των Θείων Μυστηρίων, εκδ. Βιβλιοπωλείον Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήναι 1990. Μέρος Ε’, κεφ. Α’, σ. 88.
174 Μηναίον Νοεμβρίου, 11η, Ακολουθία του Αγίου Θεοφόρου Πατρός ημών και Ομολογητού Θεοδώρου, δ’ στιχηρόν του εσπερινού.
175ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΛΖ’, σ. 161.
176 ΄Οπ. π., κατ. Ξς’, σ. 255.
177 ΄Οπ. π., κατ. ΡΓ’, σ. 403.
178 Μηναίον Νοεμβρίου, 11η, Ακολουθία του Αγίου Θεοφόρου Πατρός ημών και Ομολογητού Θεοδώρου, Όρθρος, Κανόνες, γ’ ωδή ά τροπάριο.
179 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΡΓ’, σ. 405.
180 Ψαλμ. Ϟδ’ 2.
181 Α’ Ιωάν. β’ 2.
182 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΓ’, σ. 261-262.
183 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΜΑ’, σ. 176.
184 Μηναίον Νοεμβρίου, 11η, Ακολουθία του Αγίου Θεοφόρου Πατρός ημών και Ομολογητού Θεοδώρου, ε’ στιχηρόν του εσπερινού.
185 Ψαλμ. ν’, 19.
186 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΛΕ’, σ. 153.
187 ΄Οπ. π., κατ. ΚΖ’, σ. 120.
188 ΄Οπ. π., κατ. Η’, σ. 261.
189 Παρακλητική, ήχος Τρίτος, Κυριακή εις τον Όρθρον, οι Αναβαθμοί, Αντίφωνον Α’.
190 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. Η’, σ. 261.
191 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Επιτάφιος εις Πλάτωνα τον εαυτού πνευματικόν πατέρα, Λόγος Ι’, ΕΠΕ 18, σ. 191.
192 ΄Οπ. π., σ. 191.
193 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. Ρ’, σ. 253.
194 Ψαλμ. ν’, 9.
195 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. Ρ’, σ.253.
196 ΄Οπ. π., σ.253.
197 Αρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, Η Θεία Ευχαριστία και τα προνόμοια της Κυριακής κατά την διδασκλία των Κολλυβάδων, εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2008. σ. 239.
198 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Επιτάφιος εις Πλάτωνα τον εαυτού πνευματικόν πατέρα, Λόγος Ι’, ΕΠΕ 18, σ. 191.
199 «Ανίσως λοιπόν κάθε μαθητής είναι τέκνον πνευματικού διδασκάλου του, εξάπαντος εκείνος όπου ζητεί πνευματικόν πατέρα χρεωστεί να ζητήση άνθρωπον όπου να είναι γεννημένος πνευματικώς, και να γνωρίζη γνωστώς τον Θεόν και Πατέρα του, δια να γεννήση πνευματικώς και αυτόν και να τον κάμη κατά αλήθειαν υιόν Θεού», Του οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Συμεών του Νέου Θεολόγου, Τα ευρισκόμενα διηρημένα εις δύο. Μετάφρασις εις την κοινήν διάλεκτον παρα Διονυσίου Ζαγοραίου, Θεσσαλονίκη 1969 (ανατύπωσις εκ της εν έτει 1886 εκδόσεως), Λόγος ΠΖ’, σ. 496.
200 Πρωτοπρεσβύτερου Αθανασίου Γκίκα, Ο πνευματικός και το μυστήριο της Μετανοίας, εκδ. Μυγδονἰα, Θεσσαλονίκη 2005. σ. 60.
201 Παρά τω προφήτη Δανιήλ, κεφ. γ’. «προσευχή Αζαρίου και ύμνος των τριών», στιχ. 26.
202 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΟΑ’, σ. 269.
203 ΄Οπ. π., κατ ΟΖ’, σ. 290.
204 Εφεσ. ς’ 11.
205 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΙ’, σ. 278-279.
206 ΄Οπ. π., κατ. ΛΕ’, σ. 101.
207 Αγίου Ιωάννου του Σιναϊτου, Άπαντα τα έργα, 16, Βίος Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ΕΠΕ 16, σ. 19.
208 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΟΘ’, σ. 204.
209 ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Μυσταγωγία, ΚΑ’. PG 91, 696D-697A.
210 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΚΕ’, σ. 112.
211 Μεγαλυνάριον Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, οπ. π. , σ. 4. Βλ. και Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου, Νέος Ενιαύσιος Στέφανος, Αγιον Όρος, 2002. Μην Νοέμβριος, σ. 114.
212 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Β’, επ. ΛΘ’ Αθανασίω τέκνω, σ.321
213 Πρβλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1970, σ. 259, σημ. 1.
214 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. Νικολάω μαθητή, σ. 69.
215 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία του Μικρού Σχήματος, Τίτλος ακολουθἰας, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ. 190
216 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΟΔ’, σ. 193.
217 ΑΘΣΕ, 3, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΛΕ’, σ. 152.
218 Γαλ. ς’ 14.
219 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΚ’, σ. 305.
220 Μηναίον Νοεμβρίου, 11η, Ακολουθία του Αγίου Θεοφόρου Πατρός ημών και Ομολογητού Θεοδώρου, Όρθρος, Κανόνες, ε’ ωδή β’ τροπάριο.
221 Πρβλ. Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία του Μικρού Σχήματος, Ευχή προ των Ειρηνικών, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ. 197
222 Πρβλ. Γαλ. ς’ 14.
223 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΚς’, σ. 321.
224 Πρβλ. Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος, Η Κατήχησις, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ. 208.
225 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος, Ερωτήσεις-Αποκρίσεις, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ. 207.
226 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΙΗ’, σ. 299.
227 ΑΘΣΕ, 3, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΙΒ’, σ. 64.
228 Πρβλ. Λουκ. Θ’23
229ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1982, Επιστολών βιβλ. Β’, επ. ΡΝΘ’, Θωμά Χαρτουλαρίω, σ.531.
230Βλ. Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος.
231 ΑΘΣΕ, 3, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΙΖ΄, σ. 83.
232 ΄Οπ. π., κατ. ΙΖ΄, σ. 85.
233 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡΞΕ’, Γρηγορίω τέκνω. σ. 551.
234 Βλ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Χρηστοήθεια των Χριστιανών, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 110Ρ, 293 Α-Β, 299 Α, 303 Α, 306Α, 310 Α, 316 Α.
235 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡΞΔ΄, Αρχιμανδρίτη Γοτθίας, σ. 549-550.
236 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡΞΕ’, Γρηγορίω τέκνω. σ. 551.
237 ΄Οπ. π., Επ. ΡΞΕ’, Γρηγορίω τέκνω. σ. 551.
238 ΄Οπ. π.. Επ. ΡΞΔ΄, Αρχιμανδρίτη Γοτθίας, σ. 549.
239 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος, Ερωτήσεις-Αποκρίσεις, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ. 207.
240 Πρβλ. Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία του Μεγάλου και Αγγελικού Σχήματος, Η ΚατήχησΙς, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ. 208.
241 Ιωάνν. κ’ 22-23.
242 Ματθ. ιη’ 18.
243 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΚΖ’, σ. 324.
244 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡϞΑ΄, Φιλόθεω κτήτορι, σ. 597.
245ΑΘΣΕ, 3, Ἐπιστολαί, Βιβλ. Α’, επ. ΚΒ΄, Συμεών μονάζοντι, σ. 98.
246ΑΘΣΕ, 3, Ἐπιστολαί, Βιβλ. Α’, επ. Λς΄, Εὐπρεπιανῷ καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ, σ. 154.
247Ιωάν.κ΄22.
248ΑΘΣΕ, 3, Ἐπιστολαί, Βιβλ. Α’, επ. Λς΄, Εὐπρεπιανῷκαὶ τοῖς σὺν αὐτῷ, σ. 154.
249ΑΘΣΕ, 3, Ἐπιστολαί, Βιβλ. Α’, επ. ΝΓ’, Στεφάνῳἀναγνώστη, καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ, σ. 212.
250 Ακολουθία του Μυστηρίου του Στεφανώματος ήτοι του Γάμου, Α΄ Ευχή, «Ὁ Θεός ὁ ἄχραντος… ἀμφοτέρους αὐτούς ἕν μέλος ἀναδείξας διά τῆς συζυγίας… καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν».
251 Πρβλ. Ματθ. Ιθ’ 5.
252 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. ΡΝΘ’, Θωμά Χαρτουλαρίω, σ.531.
253 ΄Οπ. π., επ. Ν’, Ναυκρατίω τέκνω, σ. 201.
254 Εφεσ. ε΄ 32.
255Βλ. Anthony Bloom, «Η εν Θεώ ζωή μας»,(μετάφραση-επιμέλεια έκδοσης: Βασίλης Αργυριάδης), εκδ. Εν Πλώ, Αθήνα 2010, κεφ. 2, σ. 61-77. «το αφετηριακό σημείο το αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού είναι ότι ο Θεός αν είναι αγάπη, τότε είναι Τριάδα, διότι μόνο μια τριαδική σχέση μπορεί να είναι ακριβής και τέλεια έκφραση αγάπης…».
256 Πρβλ. Ιωάν. β΄ 1 εξ.
257 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. Ν’, Ναυκρατίω τέκνω, σ. 201.
258 Γεν. α΄ 27.
259 Πρβλ. ακολουθία του γάμου, ευχή προ του στεφανώματος. Μικρόν Ευχολόγιον, εκδ. «Αποστολικής Διακονίας», 1981, σ. 103.
260 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. Ν’, Ναυκρατίω τέκνω, σ. 201.
261 Βλ. το ζ΄, κεφ. της Α΄ προς Κορινθίους.
262 Α΄ Κορ. ζ΄, 9.
263 Οπ. π. επ. Ν’, Ναυκρατίω τέκνω, σ. 201.
264 Βλ. τον ά κανόνα της εν Λαοδικεία τοπικής Συνόδου. Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, σ. 420.
265 Μ. Βασιλείου, Αμφιλοχίω περι κανόνων 4. Βλ. ΕΠΕ, εκδ. «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1972, τ. 1, σ. 192.
266 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. Ν’, Ναυκρατίω τέκνω, σ. 200.
267 ΄Οπ. π., επ. Ν’, Ναυκρατίω τέκνω, σ. 202.
268 Βλ. Μικρόν Ευχολόγιον, εκδ. «Αποστολική Διακονία», 1981, σ. 115 κ. εξ.
269 ΄Οπ. π., επ. Ν’, Ναυκρατίω τέκνω, σ. 202.
270 ΄Οπ. π., Επ. ΡϞΑ΄, Φιλόθεω κτήτορι, σ. 597.
271 Ματθ. ιθ΄ 6.
272 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡϞς’, Εφροσύνη ηγουμένη, σ.607.
273 ΄Οπ. π., Επ. ΡΜΗ’, Δημητρίω υπάτω, σ. 503.
274 Ακολουθία του γάμου, ευχές μετά την κοινωνία από το κοινό ποτήριο. Μικρόν Ευχολόγιον, εκδ. «Αποστολικής Διακονίας», 1988, σ. 111.
275ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡΜΔ’, Θεοδώρω πατρικίω, σ. 495.
276 Αγίου Ιωάννου του Σιναϊτου, Άπαντα τα έργα, Κλίμαξ, Περι Διακρίσεως Α΄, ΕΠΕ 16, σ. 426.
277 Γεν. β’ 1.
278 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. ΡΝΘ’, Θωμά Χαρτουλαρίω, σ.531.
279 ΄Οπ. π., Επ. ΡΟΔ’, Φιλοθέω κτήτορι σ.567.
280 Εφεσ. δ’ 2.
281 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡΟΔ’, Φιλοθέω κτήτορι σ.567.
282 Οπ.π. Επ. ΡΜΔ’, Θεοδώρω πατρικίω, σ. 495.
283 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡΜΔ’, Θεοδώρω πατρικίω, σ. 495.
284΄Οπ. π., σ. 495.
285‘Οπ. π., σ. 496.
286 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΚς’, σ. 321.
287 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, Αμωμος στασις Γ’, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι 1992. σ.406.
288 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, Κανόνας, ωδή γ’, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι 1992. σ.409.
289 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, Κανόνας, ωδή δ’, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι 1992. σ.409.
290 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, Κανόνας, ωδή η’, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ.412.
291 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. ΡΝΘ’, Θωμά Χαρτουλαρίω, σ.531.
292ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ϞΕ’’, σσ. 364-365.
293Ψαλμ. ριζ’ 15.
294ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ϞΕ’, σ. 367.
295 Βλ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Εις την Θείαν Λειτουργίαν, ΛΘ’, 1. ΕΠΕ. Φιλοκαλία 22, σ. 190.
296 Αρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, Η Θεία Ευχαριστία και τα προνόμοια της Κυριακής κατά την διδασκλία των Κολλυβάδων. Εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2008. Κεφ. 1’, σ. 50.
297 Α΄ Κορ. ι΄ 15-17.
298 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. ΡΝΔ’, Νικήτα ηγούμενω, σ.517.
299 Η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία.
300 Σκοπός της λειτουργικής σύναξης για τον άγιο Θεόδωρο είναι «η μετάληψις των αγιασμάτων».
301 Α’ Κορ. ια’ 28-29.
302 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΖ’, σ. 271-272.
303 Ιωάν. ς’ 51-53.
304 Ιωάν. ς’ 57.
305 Ακολουθία της Θ. Μεταλήψεως, Ευχή Α’ του Μ. Βασιλείου.
306 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΖ’, σ. 271-272.
307΄Οπ. π., κατ. ΝΘ΄, σ. 159.
308 ‘Οπ. π., σ. 158.
309 Μεγαλυνάριον Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου, Νέος Ενιαύσιος Στέφανος, Αγιον Όρος 2002. Μην Νοέμβριος, σ. 114.
310 Μηναίον Νοεμβρίου, 11η, Ακολουθία του Αγίου Θεοφόρου Πατρός ημών και Ομολογητού Θεοδώρου, Όρθρος, Κανόνες, η’ ωδή β’ τροπάριο.
311 ΑΘΣΕ, 2, Μικρά Κατήχησις, κατ. ΡΚΘ, σ. 330.
312 ΄Οπ. π., σ. 330.
313 Α’ Κορ. ι’ 16-17.
314 ΄Οπ. π., σ. 330.
315 Βλ. Ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, Ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά προνόμοια τῆς Κυριακῆς κατά τήν διδασκλία τῶν Κολλυβάδων, εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2008. Και ,Νικοδήμου Αγιορείτου, Περι συνεχούς Μεταλήψεως, εκδ. Σχοινά εν Βόλω
316 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. ΡΝΖ’, Αντωνίω τω Δυρραχίου, σ.526.
317 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΙΖ’, σ. 86.
318 Φιλιπ. Β‘ 6-8.
319 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, Επ. ΡΛς’, Θεοδώρω στρατηγώ, σ.481.
320 Πρβλ. Παρακλητική, ήχος Τέταρτος, Κυριακή εις τον Όρθρον, οι Αναβαθμοί, Αντίφωνον Β’.
321 ΑΘΣΕ, 1, Μεγάλη Κατήχησις, κατ. ΡΛΓ’, σ. 340.
322 Ησ. 31, 1ε.
323‘Οπ. π., 7-8.
324 Κριτ. 7,4ε.
325 Γ΄Βασ. 18, 33-34.
326 Δ΄ Βασ. 5, 14.
327 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Εις την Παραμονήν των Φώτων, Λόγος Β’, ΕΠΕ 18, σ. 36.
328 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Β’, επ. ΡΝΗ’, Ιωάννη Σπαθαρίω, σ.528.
329 Εξ. 3, 2ε.
330 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Εις την Παραμονήν των Φώτων, Λόγος Β’, ΕΠΕ 18, σ. 36.
331 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Β’, Επ. ΡΞΓ΄, Θεοδώρω πατρικίω, σ. 546.
332 Ακολουθία του Αγίου Βαπτίσματος, Γ΄ Ευχή «Συντριβήτωσαν… καί δός μεταποιηθῆναι τόν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον, εἰς τὀ ἀποθέσθαι…».
333 Βλ. και Ακολουθία του Αγίου Βαπτίσματος, Ειρηνικά.
334 ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, βιβλ. Β’, Επ. ΡΞΓ΄, Θεοδώρω πατρικίω, σ. 546.
335 ΄Οπ. π., Επ. ΡΞΓ΄, Θεοδώρω πατρικίω, σ. 547.
336 ΄Οπ. π., Επ. ΡΝΗ΄, Ιωάννη Σπαθαρίω, σ. 528.
337 Πραξ. θ΄, 9.
338 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Εις την Παραμονήν των Φώτων, Λόγος Β’, ΕΠΕ 18, σ. 46.
339 ΄Οπ. π., σ. 38.
340 Εβρ. θ’ 12-13.
341 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Κατηχητικός τη Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα, Λόγος Γ’, ΕΠΕ 18, σ. 60.
342 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Κατηχητικός τη Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα, Λόγος Γ’, ΕΠΕ 18, σ. 58.
343 Ματθ. δ’ 11.
344 Ιω. ε’ 2ε.
345 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Εις την Σύναξιν των Ουρανίων Ταγμάτων, Λόγος Ε’, ΕΠΕ 18, σ. 98.
346 Ματθ. ιη’ 10.
347 Ακολουθία του μικρού Αποδείπνου, Ευχή εις τον φύλακα Άγγελον.
348 Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Εις την Σύναξιν των Ουρανίων Ταγμάτων, Λόγος Ε’, ΕΠΕ 18, σ. 84.
349ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. ΜΒ΄, Άννη μοναζούση, σ.175.
350 Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία εις Εγκάινια Ναού, Εις τον Ορθρον, Κανόνας, ωδή ε’, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήναι, 1992. σ.301.
351ΑΘΣΕ, 3, Επιστολαί, επ. ΡΝΖ’, Αντωνίω τω Δυρραχίου, σ.526.
352 ΄Οπ. π., επ. ΡΞΕ’, Γρηγορίω τέκνω, σ. 551.
353ΑΘΣΕ, 3, Ἐπιστολαί, Βιβλ. Α’, επ. ΣΙΕ’, Μεθοδίῳ μονάζοντι, σ. 649.



Διάκονος Ηλίας Κακουσιάς.
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΣΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.
Σύμβουλος Καθηγητής: Αρχιμ. Νικόδημος Σκρέττας.
Θεσσαλονίκη 2015





Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |