ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΙΕ΄ Περί Υπακοής

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΙΕ΄ Περί Υπακοής




 Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

 ΙΕ’ ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ

Σπανίως γνωρίζει τις το βαθύ μυστήριον της υπακοής. Ο υπήκοος είναι μέγας ενώπιον του Θεού· είναι μιμητής του Χριστού, Όστις έδωκεν εις ημάς εν Εαυτώ τύπον υπακοής.
Ο  Κύριος  αγαπά  την  υπήκοον  ψυχήν  και  δίδει  εις  αυτήν  την  ειρήνην
Αυτού, και τότε τα πάντα είναι καλά, και αύτη αισθάνεται αγάπην δι’ όλους.
Όστις μετέρχεται την υπακοήν, ούτος την πάσαν ελπίδα αυτού ανέθηκεν εις τον Θεόν, και δια τούτο η ψυχή αυτού είναι πάντοτε εν τω Θεώ, και ο Κύριος δίδει εις αυτόν την χάριν Αυτού, και η χάρις αύτη οδηγεί την ψυχήν εις παν αγαθόν και δίδει εις αυτήν την δύναμιν να μένη εν τω αγαθώ. Ο υπήκοος βλέπει το κακόν, αλλά τούτο δεν άπτεται της ψυχής αυτού, διότι μετ’ αυτού είναι η χάρις του  Αγίου  Πνεύματος  φυλάττουσα  αυτόν  από  πάσης  αμαρτίας,  ούτος  δε αβιάστως και εν ειρήνη προσεύχεται εις τον Θεόν.
Την ψυχήν του υπηκόου αγαπά το Άγιον Πνεύμα, και δια τούτο δεν θα βραδύνη ούτος να γνωρίση τον Κύριον και να λάβη το δώρον της νοεράς προσευχής της καρδίας.
Ο υπήκοος παρεδόθη εις το θέλημα του Θεού, και δια τούτο λαμβάνει ελευθερίαν και ανάπαυσιν εν τω Θεώ και προσεύχεται μετά καθαρού νου. Οι ανυπήκοοι [//527] όμως δεν δύνανται να προσεύχωνται καθαρώς, έστω και αν μετέρχωνται πολλάς άλλας ασκήσεις. Ούτοι δεν γνωρίζουν ούτε πώς ενεργεί η χάρις, ούτε εάν ο Κύριος συνεχώρησεν εις αυτούς τας αμαρτίας αυτών. Όστις όμως μένει εν τη υπακοή έχει πληροφορίαν εν τη καρδία ότι ο Κύριος συνεχώρησεν εις αυτόν τας αμαρτίας, διότι αισθάνεται εν τη ψυχή αυτού την παρουσίαν του Αγίου Πνεύματος.




Η υπακοή είναι απαραίτητος ουχί μόνον εις τους μοναχούς, αλλά και εις πάντα άνθρωπον. Και ο Κύριος εισέτι εγένετο υπήκοος. Οι υπερήφανοι και ιδιόρρυθμοι δεν δίδουν χώρον εις την χάριν, ίνα ζήση εντός αυτών, και δια τούτο ουδέποτε έχουν εσωτερικήν ειρήνην. Εις την ψυχήν όμως του υπηκόου ακωλύτως εισέρχεται  η  χάρις  του  Αγίου  Πνεύματος  και  παρέχει  εις  αυτόν  χαράν  και ειρήνην.
Οι πάντες ζητούν την ειρήνην και την χαράν, αλλ’ ολίγοι μόνον γνωρίζουν πού να εύρουν αυτήν την χαράν και την ειρήνην και τί απαιτείται, ίνα επιτύχουν του αγαθού τούτου. Ιδού επί τριάκοντα και πέντε ήδη έτη βλέπω μοναχόν, πάντοτε έχοντα την ψυχήν αγαλλομένην και το πρόσωπον ευχάριστον, καίτοι είναι γέρων. Τούτο δε, επειδή αγαπά την υπακοήν και η ψυχή αυτού παρεδόθη εις το θέλημα του Θεού, και ούτος περί ουδενός μεριμνά, και η ψυχή αυτού εποπτεύει τον ηγαπημένον Κύριον.
Όστις φέρει εντός αυτού έστω και ολίγην χάριν, ούτος υποτάσσεται μετά χαράς εις πάσαν αρχήν, διότι γνωρίζει ότι ο Θεός προνοεί περί πάντων και εν τω ουρανώ και επί της γης και εν τοις καταχθονίοις, και περί αυτού του ιδίου, και δια τα έργα αυτού, και δια πάντα όσα υπάρχουν εν τω κόσμω, και ως εκ τούτου μένει πάντοτε ήρεμος.

[//528] Ο υπήκοος παρεδόθη εις το θέλημα του Θεού και δεν φοβείται τον
θάνατον, διότι η ψυχή αυτού συνήθισε να ζη μετά του Θεού και ηγάπησεν Αυτόν. Απέκοψε το θέλημα αυτού, και δια τούτο ούτε εν τη ψυχή, ούτε εν τω σώματι έχει τοιούτον πόλεμον, ως εκείνον όστις βασανίζει τον ανυπότακτον και αυθαίρετον.
Ο αληθινός υποτακτικός μισεί το θέλημα αυτού και αγαπά τον πνευματικόν πατέρα και ένεκα τούτου λαμβάνει ελευθερίαν, ίνα προσεύχηται εις τον Θεόν μετά καθαρού νου, και η ψυχή αυτού χωρίς λογισμών εποπτεύει τον Θεόν,  αναπαυομένη  εν  Αυτώ.  Ο  τοιούτος  δεν  θα  βραδύνη  να  φθάση εις  την αγάπην  του  Θεού  χάρις  εις  την  ταπείνωσιν  αυτού,  αλλά  και  ένεκα  των προσευχών του πνευματικού αυτού πατρός.


Η ζωή των μοναχών είναι απλή αλλά πλήρης σοφίας. Η Θεοτόκος είπεν εις τον Όσιον Σεραφείμ: «Διάνειμε εις αυτάς (τας μοναχάς) τα διακονήματα, και όσαι φυλάξουν υπακοήν και σωφροσύνην, αύται θα είναι μετά σου και πλησίον Μου».
Βλέπετε,  πόσον  εύκολον  πράγμα  είναι  η  σωτηρία!  Αλλά  την  σοφίαν
δυνατόν είναι να μάθωμεν μόνον δια μακράς πείρας. Αύτη χαρίζεται υπό του Θεού ένεκα της υπακοής. Αγαπά ο Κύριος την υπήκοον ψυχήν, και, εφ’ όσον αγαπά αυτήν, τότε ό,τι και αν ζητήση η ψυχή παρά του Θεού, θα δώση εις αυτήν. Ως  πρότερον,  ούτω  και  νυν  ο  Κύριος  εισακούει  των  προσευχών  ημών  και εκπληροί τα αιτήματα.
Δια τί οι Άγιοι Πατέρες έθεσαν την υπακοήν υπεράνω της νηστείας και της προσευχής;
Διότι εκ της ασκήσεως, χωρίς της υπακοής, γεννάται η κενοδοξία. Ο υπήκοος εργάζεται το παν κατ’ εντολήν και δεν έχει πρόφασιν, ίνα υπερηφανεύηται. Εκτός δε τούτου ο υπήκοος απέκοψε το θέλημα αυτού εν πάσι, και [//529] δια τούτο ο νους αυτού είναι ελεύθερος από πάσης μερίμνης και προσεύχεται καθαρώς. Ο νους εκείνου, όστις φυλάττει την υπακοήν, κατέχεται μόνον υπό του Θεού και της εντολής του γέροντος, ο νους όμως του ανυπηκόου είναι απησχολημένος εις διαφόρους υποθέσεις και κατακρίσεις του γέροντος, και δια τούτο ουδέποτε είναι καθαρός.
Είδον υποτακτικόν τινα, όστις εξεπλήρου βαρύ διακόνημα, και όμως είχε την καρδιακήν προσευχήν, και ο Κύριος έδιδεν εις αυτόν δάκρυα, ίνα κλαίη δι’ όλον τον κόσμον· και ο Ηγούμενος Ανδρέας είπεν εις αυτόν: «Εδόθη εις σε τούτο δια την υπακοήν».
Δια της υπακοής φυλάττεται ο άνθρωπος εκ της υπερηφανίας. Δια την υπακοήν χαρίζεται η προσευχή· δια την υπακοήν δίδεται και η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Ιδού δια ποίον λόγον η υπακοή είναι ανωτέρα της νηστείας και της προσευχής.
Εάν οι παραπεσόντες άγγελοι εφύλαττον υπακοήν, θα παρέμενον εν τοις ουρανοίς και θα εδοξολόγουν τον Κύριον. Εάν ο Αδάμ εφύλαττεν υπακοήν, τότε και ούτος και το γένος αυτού θα έμενον εν τω παραδείσω.

Όμως και νυν είναι δυνατόν να επιστρέψωμεν εις τον παράδεισον δια της
μετανοίας. Ο Κύριος αγαπά ημάς πολύ, παρά πάσας τας αμαρτίας ημών, αρκεί να ταπεινωθώμεν και να αγαπήσωμεν τους εχθρούς.
Όστις όμως δεν αγαπά τους εχθρούς, ούτος δεν θα έχη ειρήνην, έστω και
αν εισαγάγουν αυτόν εις τον παράδεισον.

[//530]
ΙΣΤ’ ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ
Πάντες, όσοι ηκολούθησαν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, διεξάγουν πνευματικόν πόλεμον. Τον πόλεμον αυτόν οι Άγιοι εδιδάχθησαν υπό της χάριτος του Αγίου Πνεύματος δια μακράς πείρας. Το Πνεύμα το Άγιον ωδήγει και ενουθέτει και έδιδεν εις αυτούς την δύναμιν να νικούν τους εχθρούς, χωρίς δε Πνεύματος  Αγίου  η  ψυχή  ουδέ  την  αρχήν  του  πολέμου  τούτου  δύναται  να ποιήση, διότι μόνη δεν γνωρίζει και δεν κατανοεί ούτε οποίοι, ούτε πού είναι οι εχθροί αυτής.
Μακάριοι ημείς, οι ορθόδοξοι χριστιανοί, διότι ζώμεν υπό το έλεος του Θεού. Εις ημάς είναι εύκολον να πολεμώμεν. Ο Κύριος ωκτίρησεν ημώς και έδωκεν εις ημάς το Άγιον Πνεύμα, το Οποίον και ζη εν τη Εκκλησία ημών. Μία μόνον είναι η θλίψις ημών, ότι ουχί πάντες γνωρίζουν τον Θεόν και πόσον Ούτος αγαπά ημάς. Και η αγάπη αύτη ηχεί εν τη καρδία του προσευχομένου, και το Πνεύμα του Θεού μαρτυρεί εις την ψυχήν την σωτηρίαν.


Ο αγών διεξάγεται καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν.
Εάν επέπληξας αδελφόν ή κατέκρινας ή ελύπησας, τότε απώλεσας την ειρήνην σου. Εάν εδέχθης λογισμόν κενοδοξίας ή κατεφρόνησας του αδελφού, απώλεσας την χάριν. Εάν προσεβλήθης υπό λογισμού πορνείας και δεν  [//531] απεδίωξας αυτόν παρευθύς, θα ψυγή η προς τον Θεόν αγάπη εις την ψυχήν σου και θα στερηθής της παρρησίας εις την προσευχήν. Εάν αγαπάς την εξουσίαν ή τα χρήματα, ουδέποτε θα γνωρίσης την αγάπην του Θεού. Εάν εξεπλήρωσας το θέλημα σου, ηττήθης υπό του εχθρού, και ακηδία θα καταλάβη την ψυχήν σου. Εάν εμίσησας τον αδελφόν, σημαίνει ότι εξέπεσες του Θεού και κατελήφθης υπό πονηρού πνεύματος.
Εάν όμως πράξης καλόν εις τον αδελφόν, θα εύρης την ανάπαυσιν της συνειδήσεως. Εάν αποκόψης το θέλημα σου, θα αποδιώξης δια τούτου τους εχθρούς και θα λάβης ειρήνην εν τη ψυχή σου.
Εάν συγχωρής εις τον αδελφόν τας προσβολάς και αγαπάς τους εχθρούς,
θα λάβης άφεσιν των αμαρτιών σου, και ο Κύριος θα δώση εις σε να γνωρίσης την αγάπην του Αγίου Πνεύματος.
Όταν δε τελείως ταπεινωθής, τότε θα εύρης και την τελείαν ανάπαυσιν εν τω Θεώ.


Όταν η ψυχή είναι ταπεινή και το Πνεύμα του Θεού αναπαύηται εντός αυτής, τότε ο άνθρωπος απολαύει της μακαριότητος της Θείας αγάπης και ουδέν πλέον φοβείται, αλλά ποθεί να μένη πάντοτε ταπεινή ενώπιον του Θεού και να αγαπά τον αδελφόν. Εάν όμως η ψυχή κλίνη προς κενοδοξίαν, τότε λαμβάνει πέρας η πανήγυρις αυτής, διότι η χάρις εγκαταλείπει αυτήν και δεν δύναται πλέον να προσεύχηται καθαρώς, αλλά βασανίζεται προσβαλλομένη υπό κακών λογισμών.

Δια τί ο άνθρωπος πάσχει επί της γης, υποφέρει θλίψεις και υπομένει
δυστυχίας;
Πάσχομεν, επειδή δεν έχομεν ταπείνωσιν. Εν τη ταπεινή ψυχή ζη το Άγιον
Πνεύμα, και δίδει εις αυτήν ελευθερίαν, ειρήνην, αγάπην, μακαριότητα.
Πάσχομεν, επειδή δεν αγαπώμεν τον αδελφόν. Ο Κύριος λέγει: «Αγαπάτε αλλήλους και θα είσθε μαθηταί μου». Δια την αγάπην προς τον αδελφόν έρχεται η γλυκεία αγάπη του Θεού. Είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, και το πλήρωμα αυτής γνωρίζεται μόνον δια του Αγίου Πνεύματος. Υπάρχει όμως και μέση αγάπη, την οποίαν έχει ο άνθρωπος, όταν φροντίζη να τηρή τας εντολάς του Χριστού και φοβήται μη τυχόν θλίψη δια τινος τον Θεόν· και τούτο είναι καλόν. Πρέπει καθ’ ημέραν να βιάζωμεν εαυτούς εις παν αγαθόν και δια πασών των δυνάμεων ημών να μανθάνωμεν την κατά Χριστόν ταπείνωσιν.
Ο Κύριος είπεν εις τους μαθητάς Αυτού: «Ειρήνην την Εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27).
Αυτήν την θεϊκήν ειρήνην του Χριστού πρέπει να ζητώμεν παρά του Θεού, και ο Κύριος θα δώση αυτήν εις τον αιτούντα. Και όταν λάβωμεν ταύτην, πρέπει αγίως να φυλάττωμεν και να αυξάνωμεν αυτήν.
Όστις εν καιρώ θλίψεων δεν παραδίδεται εις το θέλημα του Θεού, ούτος δεν δύναται να γνωρίση την ευσπλαγχνίαν Αυτού. εάν ενσκήψη επί σε συμφορά τις, μη αποκάμης, αλλ’ ενθυμού ότι ο Κύριος ελεητικώς επιβλέπει επί σε, και μη δεχθής την σκέψιν, «θα επιβλέψη επ’ εμέ ο Κύριος, καθ’ ήν στιγμήν εγώ θλίβω Αυτόν;», διότι ο Κύριος εκ φύσεως είναι Έλεος. Επίστρεψον λοιπόν μετά πίστεως εις  τον  Θεόν  και,  ως  ο  άσωτος  υιός  του  Ευαγγελίου,  ειπέ:  «Ουκ  ειμι  άξιος κληθήναι υιός Σου», και θα ίδης οπόσον αγαπητός θα είσαι εις τον Πατέρα, και θα γίνη τότε χαρά ανεκλάλητος εις την ψυχήν σου.


Οι άνθρωποι δεν φροντίζουν να μάθουν την ταπείνωσιν και ένεκα της υπερηφανίας αυτών δεν δύνανται να δεχθούν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, εξ αιτίας δε τούτου πάσχει όλος ο κόσμος. Εάν όμως οι άνθρωποι εγνώριζον τον Κύριον οπόσον είναι αγαθός, ταπεινός [//533] και πράος, τότε εις μίαν ώραν θα ήλλασσε το πρόσωπον όλου του κόσμου και πάντες θα είχον μεγάλην χαράν και αγάπην.
Ο Ελεήμων Κύριος έδωκεν εις ημάς την μετάνοιαν, και δια της μετανοίας
το παν διορθούται. Δια της μετανοίας λαμβάνομεν άφεσιν αμαρτιών· δια της μετανοίας έρχεται η χάρις του Αγίου Πνεύματος, και ούτω γνωρίζομεν τον Θεόν.
Εάν τις απώλεσε την ειρήνην και πάσχη, ας μετανοήση και ο Κύριος θα δώση εις αυτόν εκείνην την αγίαν ειρήνην, την οποίαν έδωκεν εις τους Αποστόλους Αυτού.
Εάν λαός τις ή πολιτεία τις πάσχη, τότε δέον όπως μετανοήσουν πάντες και ο Θεός θα εξομαλύνη το παν προς το αγαθόν.


Όλος ο αγών ημών είναι, ίνα ταπεινώσωμεν εαυτούς. Οι εχθροί ημών έπεσον  εκ  της  υπερηφανίας και  έλκουν  και  ημάς  προς  το  αυτό.  Αλλ’  ημείς, αδελφοί, ας ταπεινώσωμεν εαυτούς, και τότε θα ίδωμεν την δόξαν του Κυρίου

εντεύθεν ήδη επί της γης (Ματθ. ιστ’ 28· Μάρκ. θ’ 1), διότι ο Κύριος δίδει εις τους
ταπεινούς να γνωρίσουν Αυτόν δια Πνεύματος Αγίου.
Ψυχή γευθείσα της ηδύτητος της αγάπης του Θεού, εξ ολοκλήρου αναγεννάται και γίνεται εντελώς άλλη και αγαπά τον Κύριον αυτής και έλκεται προς Αυτόν δι’ όλου του είναι αυτής ημέρας και νυκτός, και μέχρις ωρισμένου καιρού μένει αναπεπαυμένη εν τω Θεώ, ύστερον δε, μνησθείσα του κόσμου, άρχεται να θλίβηται δι’ αυτόν, και προσεύχεται μετά πόνου καρδίας δι’ άπασαν την οικουμένην, όπως μετανοήσουν πάντες και εισέλθουν εις τον παράδεισον. Ψυχή, ήτις εγνώρισε την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, εύχεται εις πάντας το αυτό, διότι η γλυκύτης του Κυρίου διαφυλάττει την ψυχήν από της φιλαυτίας, και δίδει εις αυτήν αγάπην, πηγάζουσαν εκ της καρδίας.
[//534]  Ας  αγαπήσωμεν  τον  Κύριον,  Όστις  πρώτος  ηγάπησεν  ημάς  και έπαθεν υπέρ ημών.


Δεν θα αποκρύψω αφ’ υμών δια ποία έργα ο Κύριος δίδει την χάριν Αυτού. δεν θα γράψω πολλά, αλλά παρακαλώ υμάς, όπως έχητε αγάπην μεταξύ υμών, και τότε θα ίδητε το έλεος του Κυρίου. Ας αγαπήσωμεν τον αδελφόν, και θα αγαπήση ημάς ο Κύριος. Μη σκέπτου ότι σε αγαπά ο Κύριος, εάν συ τρέφης αντιπάθειαν προς τινα. Ώ, ουχί. Μάλλον οι δαίμονες σε αγαπούν και άγεσαι υπ’ αυτών. Μη βραδύνης όμως· μετανόησον και ζήτησον παρά του Κυρίου την δύναμιν της αγάπης προς τον αδελφόν, και τότε θα έχης ειρήνην εν τη ψυχή σου.
Δι’   όλων   των   δυνάμεων   ζητείτε   παρά   του   Κυρίου   ταπείνωσιν   και αδελφικήν αγάπην, διότι δια την αγάπην προς τον αδελφόν ο Κύριος δωρεάν δίδει την χάριν Αυτού. Δοκίμασον: Μίαν ημέραν ζήτησον παρά του Θεού αγάπην προς τον αδελφόν, μίαν δε άλλην παράμεινον άνευ αγάπης. Τότε θα ίδης την διαφοράν. Οι πνευματικοί καρποί της αγάπης είναι φανεροί: ειρήνη και χαρά εν τη ψυχή, και πάντες θα είναι εις σε αγαπητοί και προσφιλείς και θα χέης πολλά δάκρυα δια τον πλησίον και δια πάσαν πνοήν και κτίσιν.
Συχνάκις δι’ ένα χαιρετισμόν η ψυχή αισθάνεται εντός αυτής αγαθήν μεταβολήν· και τουναντίον, δι’ έν απαρέσκον βλέμμα αίρεται η αγάπη και η χάρις του Θεού. Τότε μετανόησον ευθύς, ίνα επιστρέψη η ειρήνη του Θεού εις την ψυχήν σου.
Μακαρία η ψυχή, ήτις ηγάπησε τον Κύριον και έμαθε παρ’  Αυτού την
ταπείνωσιν. Αγαπά ο Κύριος την ταπεινήν ψυχήν, ήτις ελπίζει ισχυρώς επί τον Θεόν. Καθ’ εκάστην στιγμήν αισθάνεται αύτη το έλεος Αυτού ούτως ώστε, αν και ομιλή μετά ανθρώπων, μένει προσκεκολλημένη εις τον ηγαπημένον Κύριον, και εκ του μακρού αγώνος κατά των εχθρών αγαπά η ψυχή την ταπείνωσιν [//535] υπέρ παν άλλο και δεν επιτρέπει εις τους εχθρούς να άρουν απ’ αυτής την αδελφικήν αγάπην.
Εάν αγαπώμεν δι’ όλων των δυνάμεων τον αδελφόν και ταπεινούμεν την ψυχήν, τότε η νίκη ημών θα είναι βεβαία, διότι ο Κύριος δίδει την χάριν Αυτού προ παντός δια την αγάπην του αδελφού.

Εγώ εγνώρισα δια πείρας το πλήρωμα της χάριτος του Αγίου Πνεύματος,
αλλά δεν δύναμαι να αποκτήσω Αυτό.
Λυπούμαι, διότι τους νεανικούς μου χρόνους διήλθον αμελώς και δεν εμιμήθην τον Άγιον προστάτην μου, Συμεών τον Θαυμαστορείτην. Αξιοθαύμαστος ο βίος αυτού! Ήτο επτά ετών, ότε ενεφανίσθη εις αυτόν ο Κύριος, και ευθύς ανεγνώρισε τον Κύριον και ηρώτησεν Αυτόν: «Κύριε, πώς Σε εσταύρωσαν»; Ο Κύριος ήπλωσε τας χείρας και είπεν: «Ούτως εσταύρωσαν Εμέ, αλλ’ Εγώ ηθέλησα. Συ δε συσταυρού μετ’ Εμού καθ’ εκάστην».
Ούτω πρέπει να βιάζωμεν εαυτούς προς το καλόν καθ’ όλην την ζωήν ημών, και το κυριώτερον, να συγχωρώμεν εις τους άλλους τα πλημμελήματα αυτών, και τότε ο Κύριος δεν θα μνησθή των αμαρτιών ημών και θα δώση εις ημάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος.
Ότε ήμην εν τω κόσμω, ηγάπων να συγχωρώ από ψυχής και συνεχώρουν αβιάστως, και προθύμως προσηυχόμην δι’ εκείνους, οίτινες προσέβαλλον εμέ. Ότε δε ήλθον εις το μοναστήριον, ενώ εισέτι ήμην υποτακτικός, έλαβον μεγάλην χάριν, και αύτη εδίδαξεν εμέ να αγαπώ τους εχθρούς.


Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος λέγει ότι αι εντολαί του Θεού δεν είναι βαρείαι, αλλ’ ελαφραί (βλ. Α’ Ιωάν. ε’ 3). Ναι, είναι ελαφραί, αλλά μόνον ένεκα της  αγάπης,  άνευ  δε  της  αγάπης  τα  πάντα  είναι  δύσκολα.  Δια  τούτο  πάση δυνάμει φύλαττε την αγάπην, ίνα μη στερηθής αυτής, [//536] διότι, αν και είναι δυνατόν  να  επαναφέρης αυτήν,  τούτο  κατορθούται  δια  πολλών  δακρύων  και προσευχών, χωρίς δε της αγάπης δυσφόρητος είναι η ζωή επί της γης. Εάν τις εμμένη εις την έχθραν, τούτο είναι θάνατος της ψυχής, εκ του οποίου ας φυλάττη ημάς ο Κύριος.


Η ψυχή, την οποίαν ο Κύριος εξεζήτησε και έδωκεν εις αυτήν την χάριν, εάν απολέση δια τινα λόγον την χάριν, θλίβεται καθ’ υπερβολήν, και ποθεί να επανεύρη αυτήν. Ώ, πώς δυσωπεί τον Δεσπότην ημέρας και νυκτός, όπως ελεήση αυτήν και εκχύση πάλιν επ’ αυτήν το έλεος Αυτού! Και τις θα ηδύνατο να περιγράψη τους στεναγμούς αυτής, ή τα δάκρυα, ή τας γονυκλισίας; Και επί πολλούς χρόνους μοχθεί η ψυχή αναζητούσα την χάριν εκείνην, της οποίας εγεύθη και απήλαυσε. Και συμβαίνει, δια πολύν καιρόν ο Κύριος να δοκιμάζη την ψυχήν, εάν είναι πιστή. Και η ψυχή, μη βλέπουσα εντός αυτής την ηδύτητα εκείνην την οποίαν είχε γνωρίσει, διψά αυτήν πάλιν, και ταπεινώς αναζητεί, και ακαταπαύστως έλκεται προς τον Κύριον μετά φλογεράς αγάπης.
Όταν έχης την χάριν, είναι εύκολον να αγαπάς τον Θεόν και να προσεύχησαι ημέρας και νυκτός· αλλ’ η σοφή ψυχή υπομένει και την ξηρότητα και ακραδάντως ελπίζει εις τον Κύριον και γνωρίζει ότι Αυτός δεν θα καταισχύνη την ελπίδα αυτής και εν καιρώ ευθέτω θα ανταποδώση πλουσίως. Η χάρις του Θεού ενίοτε έρχεται παρευθύς, ενίοτε όμως βραδύνει επί πολύ· αλλ’ η σοφή ψυχή ταπεινούται και αγαπά τον πλησίον και εν πραότητι φέρει τον σταυρόν αυτής, και ούτω νικά τους εχθρούς οίτινες πολεμούν, όπως αποσπάσουν αυτήν από του Θεού.

Όταν  αι  αμαρτίαι  ως  νέφη  καλύπτουν  από  της  ψυχής  το  φως  της
ευσπλαγχνίας του Θεού, τότε η ψυχή, καίτοι διψά τον Κύριον, μένει αβοήθητος και ασθενής ως το πτηνόν, το κεκλεισμένον εις κλωβίον, το οποίον, καίτοι επιθυμεί να ορμήση προς το πράσινον δάσος, δεν [//537] δύναται να πετασθή, ώστε εν ελευθερία να άδη ωδήν αινέσεως εις τον Θεόν.


Επί πολύν καιρόν έπασχον μη γνωρίζων την οδόν του Κυρίου. Νυν όμως δια  πολλών  θλίψεων  επί  πολλά  έτη  και  δια  Πνεύματος  Αγίου  εγνώρισα  το θέλημα του Θεού. Πάντα, όσα ενετείλατο ο Κύριος (βλ. Ματθ. κη’ 20), πρέπει να εκπληρούμεν μετ’ ακριβείας, διότι αύτη είναι η οδός η άγουσα εις την Βασιλείαν των Ουρανών. Μη νομίζης όμως ότι βλέπεις τον Θεόν, αλλά ταπείνου σεαυτόν και λογίζου ότι μετά θάνατον θα βληθής εις το σκότος και θα βασανίζησαι, και μετά πόθου και πόνου θα νοσταλγής τον Κύριον.
Όταν χέωμεν δάκρυα και ταπεινούμεν την ψυχήν, τότε η χάρις του Θεού φυλάττει ημάς. Εάν όμως εγκαταλείψωμεν το πένθος και την ταπείνωσιν, τότε θα παρασυρθώμεν υπό των λογισμών ή των οραμάτων. Η ταπεινή ψυχή δεν έχει οράσεις και δεν επιθυμεί αυτάς, αλλά προσεύχηται εις τον Θεόν μετά καθαρού νοός. Ο κενόδοξος νους ουδέποτε είναι καθαρός από των λογισμών και της φαντασίας και δύναται να φθάση προσέτι και μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε να βλέπη τους δαίμονας και να συνομιλή μετ’ αυτών. Γράφω περί τούτου, επειδή εγώ ο ίδιος ευρισκόμην εν αυτή τη δυστυχία.


Παρακαλώ πάντας τους ανθρώπους: Ας καταφεύγωμεν εις την μετάνοιαν, και τότε θα ίδωμεν το έλεος του Κυρίου. Εκείνους δε, οίτινες βλέπουν οράσεις και μετά πίστεως δέχονται αυτάς, παρακαλώ να εννοήσουν ότι ένεκα τούτου εμφανίζεται εντός αυτών η υπερηφανία και μετ’ αυτής η γλύκανσις της κενοδοξίας, εν τη οποία δεν ζη το ταπεινόν πνεύμα της μετανοίας. Και εις τούτο έγκειται ο κίνδυνος, διότι άνευ ταπεινώσεως είναι αδύνατον να νικήσης τους εχθρούς.
Εγώ ο ίδιος δις επλανήθην. Το πρώτον, ο εχθρός έδειξεν [//538] εις εμέ φως, και ο λογισμός είπεν εις εμέ: «Δέξαι, είναι χάρις». Το δεύτερον, εδέχθην έν όραμα και έπαθον δεινώς εξ αιτίας αυτού. Εις το τέλος αγρυπνίας τινός, ότε ήρχισαν να ψάλλουν «πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον», ήκουσα πώς ο Βασιλεύς Δαβίδ ψάλλει εν τοις ουρανοίς δοξολογίαν εις τον Θεόν. Ευρισκόμην εις τους χορούς και εφάνη εις εμέ ότι δεν υπήρχεν ούτε στέγη, ούτε τρούλλος, και ότι έβλεπον ηνεωγμένους τους ουρανούς. Διηγήθην περί τούτου εις τέσσαρες πνευματικούς άνδρας, αλλ’ ουδείς εξ αυτών είπεν ότι εξηπατήθην υπό του εχθρού. Εγώ δε ο ίδιος εσκεπτόμην ότι τα δαιμόνια δεν δύνανται να δοξολογούν τον  Θεόν, και επομένως η όρασις αύτη δεν είναι από του εχθρού. Αλλ’ η πλάνη της κενοδοξίας επολέμει εμέ και ήρχισα πάλιν να βλέπω δαίμονας. Τότε κατενόησα ότι εξηπατήθην και απεκάλυπτον τα πάντα εις τον πνευματικόν, εκζητών τας προσευχάς αυτού υπέρ εμού. Και χάρις εις τας προσευχάς αυτού εσώθην. Και ικετεύω πάντοτε τον Κύριον, όπως δωρήται εις εμέ πνεύμα ταπεινώσεως.

Και νυν, εάν τις ηρώτα: «Τί θέλεις παρά του Θεού, ποίας δωρεάς»; Θα
απήντων: «Το πνεύμα της ταπεινώσεως, όπερ ευφραίνει τον Κύριον υπέρ παν άλλο». Ένεκα της ταπεινώσεως Αυτής η Παρθένος Μαρία εγένετο Θεομήτωρ και είναι δεδοξασμένη εν τω ουρανώ και επί της γης, υπεράνω πάντων. Αύτη παρεδόθη τελείως εις το θέλημα του Θεού: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Και ημείς οφείλομεν να μιμώμεθα την Αγίαν Παρθένον.


Δια την ταπείνωσιν η ψυχή λαμβάνει ανάπαυσιν εν τω Θεώ, αλλά, ίνα φυλάξη ταύτην, παιδεύεται επί μακρόν. Στερούμεθα της αναπαύσεως ταύτης, διότι δεν εστερεώθημεν εν τη ταπεινώσει. Πολλάκις ηπατήθην υπό των εχθρών. Εσκεπτόμην: Η ψυχή μου γνωρίζει τον Κύριον, γνωρίζει πόσον είναι αγαθός και πόσον αγαπά ημάς. Πώς όμως έρχονται εις εμέ κακοί λογισμοί; Και επί [//539] μακρόν δεν ηδυνάμην να διακρίνω, έως ότου ενουθέτησεν εμέ ο Κύριος, και τότε εγνώρισα ότι εκ της υπερηφανίας εμφανίζονται αι κακαί σκέψεις.


Δις περιέπεσον εις πλάνην. Το πρώτον, εξ απειρίας, ότε ήμην νεαρός υποτακτικός, και ο Κύριος ταχέως ηλέησεν εμέ. Το δεύτερον όμως εξ υπερηφανίας, και τότε υπέφερον επί πολύ, πριν ή θεραπεύση εμέ ο Κύριος δια των ευχών του πνευματικού μου. Συνέβη αυτό κατόπιν οράματος, όπερ εδέχθην. Εις  τέσσαρας  πνευματικούς  άνδρας  εξέθεσα  το  όραμα  εκείνο,  και  ουδείς  εξ αυτών είπεν εις εμέ ότι το όραμα ήτο από του εχθρού, και ούτως η πλάνη της κενοδοξίας  με  επολέμει.  Μετά  τινα  καιρόν  όμως  εγώ  ο  ίδιος  κατενόησα  το σφάλμα μου, διότι πάλιν ενεφανίζοντο εις εμέ οι δαίμονες, ουχί μόνον κατά την νύκτα, αλλά και κατά την ημέραν. Η ψυχή έβλεπεν αυτούς, αλλά δεν εφοβείτο, διότι ησθανόμην μετ’ εμού το έλεος του Θεού. Και ούτως επί πολλούς χρόνους έπασχον εξ αυτών. Και εάν ο Κύριος δεν έδιδεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτόν δια του Αγίου Πνεύματος, και εάν δεν εβοήθει εμέ η Υπεραγία και αγαθή Δέσποινα, τότε θα απηλπιζόμην δια την σωτηρίαν μου· νυν όμως ελπίζει ακλονήτως η ψυχή μου εις την ευσπλαγχνίαν του Θεού, καίτοι κατά τα έργα μου είμαι άξιος βασάνων και επί της γης και εν τω άδη.
Επί πολύν χρόνον δεν ηδυνάμην να διακρίνω τί συμβαίνει μετ’ εμού. Εσκεπτόμην: Ανθρώπους εγώ δεν κατακρίνω· κακούς λογισμούς δεν αποδέχομαι· την  υπακοήν  εκτελώ  επιμελώς·  τρώγω  μετ’  εγκρατείας·  προσεύχομαι αδιαλείπτως … Δια τί λοιπόν τα δαιμόνια έχουν τοσαύτην οικειότητα μετ’ εμού; Έβλεπον ότι σφάλλω, αλλά δεν ηδυνάμην να εννοήσω την αιτίαν. Προσηυχόμην, εξηφανίζοντο επί τινα χρόνον, αλλά και πάλιν επανήρχοντο. Και επί πολύ η ψυχή μου ευρίσκετο εν τη αγωνία ταύτη. Έλεγον περί τούτου εις ενίους γέροντας· εσιώπων· [//540] και εγώ παρέμενον εν αμηχανία.
Νύκτα τινά ήμην εν τω κελλίω μου, και ιδού το κελλίον επληρώθη διαμόνων. Προσηυχήθην ενθέρμως, ο Κύριος απεδίωξεν αυτούς, αλλά και πάλιν ήλθον. Τότε ηγέρθην, ίνα ποιήσω μετανοίας τινάς ενώπιον των εικόνων, αλλ’ οι δαίμονες με περιεκύκλωσαν και είς εξ αυτών ίστατο έμπροσθεν εμού, ώστε δεν ηδυνάμην να βάλω μετάνοιαν εις τας εικόνας, διότι θα εφαίνετο ότι προσκυνώ τον δαίμονα. Τότε πάλιν εκάθισα και είπον:

«Κύριε, Συ βλέπεις ότι θέλω να προσευχηθώ εις Σε μετά καθαρού νου,
αλλ’ οι δαίμονες δεν με αφίνουν. Ειπέ μοι τί πρέπει να πράξω, ίνα απέλθουν απ’
εμού;».
Και εγένετο εις εμέ απάντησις παρά του Κυρίου εις την ψυχήν:
«Οι υπερήφανοι πάντοτε ούτω πάσχουν εκ των διαμόνων».
Είπον:
«Κύριε, Συ είσαι Ελεήμων, η ψυχή μου Σε γνωρίζει· ειπέ εις εμέ, τί πρέπει να πράξω, ίνα ταπεινωθή η ψυχή μου;».
Και ο Κύριος απήντησεν εις την ψυχήν:
«Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου».


Ώ, της ευσπλαγχνίας του Θεού! Εγώ είμαι βδέλυγμα ενώπιον του Θεού και των  ανθρώπων,  αλλ’  ο  Κύριος  τοσούτον  ηγάπησεν  εμέ,  ώστε  νουθετεί  και ιατρεύει εμέ, και ο Ίδιος διδάσκει εις την ψυχήν την ταπείνωσιν και την αγάπην, την υπομονήν και την υπακοήν, και εκχέει επ’ εμέ πάντα τα ελέη Αυτού.
Έκτοτε κρατώ τον νουν μου εις τον άδην και καίομαι εν τω ζοφερώ πυρί
και πνεύματι εκλείπω δια τον Κύριον, και ζητώ Αυτόν μετά δακρύων και λέγω:
«Εγγύς το τέλος, θα αποθάνω και θα κατοικήσω εν τη σκοτεινή φυλακή του άδου· εκεί θα καίωμαι μόνος εγώ, [//541] και θα νοσταλγώ τον Κύριον, και θα κλαίω: Πού είναι ο Κύριος μου, τον Οποίον γνωρίζει η ψυχή μου;».
Και έλαβον μέγα όφελος εξ αυτής της σκέψεως· ο νους μου εκαθαρίσθη
και η ψυχή μου εύρεν ανάπαυσιν.


Έργον θαυμαστόν! Ο Κύριος παρήγγειλεν εις εμέ να κρατώ τον νουν μου εις την κόλασιν και να μη απελπίζωμαι. Τοσούτον πλησίον προς ημάς είναι Αυτός: «Ιδού Εγώ μεθ’ υμών ειμι έως της συντελείας του αιώνος», και πάλιν:
«Επικάλεσαι Με εν ημέρα θλίψεως, και εξελούμαι σε, και δοξάσεις Με» (Ματθ.
κη’ 20· Ψαλμ. μθ’ 15).
Όταν ο Κύριος άπτηται της ψυχής, τότε αυτή όλη ανανεούται. Τούτο όμως είναι αντιληπτόν μόνον εις εκείνους, όσοι εγνώρισαν τούτο εκ πείρας, διότι άνευ Αγίου  Πνεύματος  η  γνώσις  των  ουρανίων  είναι  αδύνατος.  Το  Πνεύμα  τούτο εδόθη επί της γης υπό του Κυρίου.
Τις θα περιέγραφε την χαράν να γνωρίζης τον Κύριον και ακορέστως να
ορμάς προς Αυτόν ημέρας και νυκτός; Ώ, πόσον μακάριοι είμεθα ημείς οι χριστιανοί! Ουδέν υπάρχει πολυτιμότερον της γνώσεως του Θεού και ουδέν τοσούτον  απευκταίον  της  αγνοίας  Αυτού.  Αλλά  μακάριος  και  εκείνος  όστις, καίτοι δεν γνωρίζει, όμως πιστεύει.


Ήρχισα να πράττω καθώς εδιδάχθην υπό του Κυρίου, και ηδύνθη η καρδία μου εκ της εν Θεώ αναπαύσεως· και νυν ημέρας και νυκτός ζητώ παρά του Θεού την κατά Χριστόν ταπείνωσιν.
Ώ, αύτη η κατά Χριστόν ταπείνωσις!
Σε γνωρίζω, αλλά αδυνατώ να Σε αποκτήσω!
Σε γνωρίζω Θεού τη χάριτι, αλλά δεν δύναμαι να Σε περιγράψω.

Σε ζητώ ως πολύτιμον, λαμπρόν μαργαρίτην.
Συ  είσαι  ευφρόσυνος  εις  την  ψυχήν  και  γλυκυτέρα  [//542]   παντός  του κόσμου.
Σε εγνώρισα εκ πείρς.
Και μη θαυμάζετε περί τούτου.
Το Άγιον Πνεύμα ζη εντός ημών και φωτίζει ημάς.


Ώ, Πνεύμα Άγιον!
Συ αποκαλύπτεις ημίν την γνώσιν του Θεού.
Συ μεταδίδεις ημίν την δύναμιν να αγαπώμεν τον Κύριον.
Συ εμπνέεις τας θείας σκέψεις.
Συ δωρείσαι ημίν το δώρον του λόγου.
Συ ικανοίς ημάς εις την δοξολογίαν.
Συ πληροίς ημάς χαράς και ευφροσύνης.
Συ ενισχύεις ημάς εις τον αγώνα προς τους εχθρούς.


Αδόκιμος τις μοναχός έπασχεν υπό των δαιμόνων και, ότε εκείνοι προσέβαλλον αυτόν, ούτος έφευγεν απ’ αυτών και εκείνοι κατεδίωκον αυτόν.
Εάν εις σε συμβή τι παρόμοιον, μη φοβηθής και μη φύγης, αλλά μένε ανδρείος, ταπείνωσον σεαυτόν και είπε: «Κύριε, ελέησον με, τον μέγαν αμαρτωλόν», και τα δαιμόνια θα γίνουν άφαντα. Εάν όμως φύγης δειλώς, τότε εκείνα θα σε καταδιώξουν μέχρι της αβύσσου. Ενθυμού ότι, την ώραν καθ’ ήν επιτίθενται εναντίον σου οι δαίμονες βλέπει ο Κύριος πόσον ελπίζεις επ’ Αυτόν.
Εάν ίδης τον Σατανάν να σε καταφλέγη δια του πυρός αυτού, ζητών να αρπάξη τον νουν σου, πάλιν μη φοβού, αλλ’ έλπιζε ισχυρώς επί τον Κύριον και λέγε: «Εγώ είμαι χείριστος πάντων», και θα φύγη από σου ο εχθρός.
Εάν αισθάνησαι ότι πνεύμα πονηρόν ενεργεί εντός σου, και τότε θάρσει.
Εξομολογού καθαρώς και ζήτει παρά του Κυρίου πνεύμα ταπεινόν, και ο Κύριος εξ άπαντος θα δώση το ζητούμενον, και τότε, κατά το μέτρον της ταπεινώσεως σου, θα αισθάνησαι εν τη καρδία σου την χάριν· όταν δε ταπεινωθή η ψυχή σου έως τέλους, [//543] τότε θα εύρης την τελείαν ανάπαυσιν.
Και τον τοιούτον αγώνα διεξάγει ο άνθρωπος εφ’ όρου ζωής.
Ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Κύριον δια Πνεύματος Αγίου, εάν μετά ταύτα
πέση και εις πλάνην, δεν πτοείται, αλλά, ενθυμουμένη την αγάπην του Θεού και γνωρίζουσα ότι ο πόλεμος μετά των εχθρών προκαλείται εκ της κενοδοξίας και υπερηφανίας, ταπεινούται και ζητεί παρά του Κυρίου την ίασιν, και ο Κύριος θεραπεύει  αυτήν,  ενίοτε  ταχέως,  άλλοτε  όμως  βραδέως,  ολίγον  κατ’  ολίγον. Όστις μετέρχεται την υπακοήν και εμπιστεύεται εις τον πνευματικόν απιστών εις εαυτόν, θεραπεύεται ταχέως από παντός τραύματος του εχθρού. Όστις όμως είναι ανυπήκοος, εκείνος δεν διορθούται.
Αγωνίζεται η ψυχή κατά των εχθρών μέχρι του τάφου. Εις τον συνήθη πόλεμον φονεύουν μόνον το σώμα, ο ημέτερος όμως πόλεμος είναι χαλεπώτερος και πλέον επικίνδυνος, επειδή δύναται να απολεσθή και η ψυχή.

Εκ της υπερηφανίας μου δις ο Κύριος παρεχώρησεν εις τον εχθρόν  να
πολεμήση την ψυχήν μου τοσούτον, ώστε η ψυχή μου ευρίσκετο εν τη κολάσει. Και  δύναμαι  να  είπω  ότι,  εάν  η  ψυχή  είναι  ανδρεία,  θα  υπομείνη,  ει  δε  μη, δύναται να απολεσθή εις τους αιώνας.
Γράφω δι’ όσους θα ευρεθούν εν παρομοία συμφορά: Ανδρίζεσθε και ελπίζετε σταθερώς επί τον Θεόν, και οι εχθροί θα υποχωρήσουν, διότι ο Κύριος ενίκησεν αυτούς. Δια της χάριτος του Θεού εγνώρισα ότι ο Κύριος προνοεί επιμελώς δι’ ημάς, ώστε ούτε μία προσευχή, ούτε μία καλή σκέψις περιπίπτει εις λήθην ενώπιον του Θεού. Συχνάκις φαίνεται εις ημάς ότι ο Θεός δεν ακούει ημών, αλλά τούτο συμβαίνει μόνον, διότι ή είμεθα υπερήφανοι ή ζητούμεν ό,τι δεν είναι ωφέλιμον εις ημάς. Είναι δύσκολον να διαγνώσωμεν την εν ημίν υπερηφανίαν. Ο υπερήφανος εγκαταλείπεται υπό της χάριτος, ίνα βασανισθή [//544] εκ της αδυναμίας αυτού, έως ότου ταπεινωθή. Όταν δε ταπεινωθή η ψυχή, τότε ηττήθησαν οι εχθροί, αύτη δε αποκτά μεγάλην ανάπαυσιν εν τω Θεώ.


Δίς ήμην εν Πνεύματι Αγίω και δίς ήμην εν μεγάλω κινδύνω και έφερον βαρύν πειρασμόν. Άλλοτε δε παρεχώρησεν ο Θεός να δοκιμασθώ ένεκα της υπερηφανίας. Η χάρις του Αγίου Πνεύματος απήλθεν απ’ εμού και ησθάνθην εμαυτόν ως κτήνος εν ανθρωπίνω σώματι. Εν τω νοΐ μου παρέμεινε διανοητική τις μνήμη του Θεού, αλλ’ η ψυχή μου έμεινεν έρημος, ως εις τα κτήνη. Ήρχισα να μετανοώ και η χάρις επέστρεψε. διήρκησε τούτο τρεις ημέρας.
Εις   καιρόν   προσευχής   εβίουν   ωσαύτως   τοιαύτην   κατάστασιν,   ώστε ηγνόουν εάν ήμην εν σώματι ή εκτός σώματος, και η ψυχή μου επώπτευε τον Θεόν.
Και ιδού, νυν γνωρίζω εκ πείρας τί σημαίνει να είσαι εν Πνεύματι Αγίω,
και τί σημαίνει να μένης χωρίς Αυτού.
Ώ,  αδελφοί,  εάν  εγνωρίζετε  το  κολαστήριον  της  ψυχής,  ήτις  εβίου  το
Πνεύμα  το  Άγιον,  αλλά  κατόπιν  απώλεσεν  Αυτό!  Το  μαρτύριον  τούτο  είναι αφόρητον. Η ψυχή ευρίσκεται εν απεριγράπτω θλίψει και αδημονία.
Ώ, το αδαμιαίον τούτο μαρτύριον μετά την έξωσιν εκ του παραδείσου!


Τις θα ηδύνατο να εννοήση τον παράδεισον; Όστις φέρει εντός αυτού το Άγιον Πνεύμα, ούτος δύναται να εννοήση εκ μέρους, διότι ο παράδεισος είναι η Βασιλεία του Αγίου Πνεύματος, το δε Πνεύμα το Άγιον και εν τοις ουρανοίς και επί της γης είναι το αυτό.
Εσκεπτόμην: Είμαι βδελυκτός και άξιος πάσης τιμωρίας. Ο Κύριος όμως αντί τιμωρίας έδωκεν εις εμέ το Πνεύμα το Άγιον. Ώ, Πνεύμα Άγιον, υπέρ παν γήϊνον γλυκύτερον, ουράνιος τροφή, χαρά της ψυχής!
[//545] Εάν θέλης να έχης αισθητώς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ταπείνου  σεαυτόν,  ως  οι  Άγιοι  Πατέρες.  Ο  Ποιμήν  ο  Μέγας  είπεν  εις  τους μαθητάς  αυτού:  «Πιστεύσατέ  μοι,  τέκνα,  εις  τον  τόπον,  όπου  βάλλεται  ο σατανάς, εκεί βάλλομαι». Ο υποδηματοποιός εις την Αλεξάνδρειαν ελογίζετο:
«Οι πάντες σώζονται, εγώ μόνος απόλλυμαι». Και ο Κύριος απεκάλυψεν εις τον
Μέγαν  Αντώνιον  ότι  δεν  έφθασεν  εις  το  μέτρον  του  υποδηματοποιού  αυτού.

Εκείνοι είχον μέγαν αγώνα προς τους εχθρούς και εσυνήθισαν να σκέπτωνται
ταπεινώς δι’ εαυτούς, και δια τούτο ηγάπησεν αυτούς ο Κύριος.
Και εις εμέ έδωκεν ο Κύριος να εννοήσω την δύναμιν των λόγων τούτων. Και όταν κρατώ τον νουν μου εις τον άδην, τότε η ψυχή μου είναι αναπεπαυμένη, όταν δε επιλανθάνωμαι τούτου, έρχονται λογισμοί ουχί ευάρεστοι εις τον Θεόν.


Εσκεπτόμην: Εγώ είμαι γη, και γη αμαρτωλός. Αλλ’ ο Κύριος εξέχεεν επ’ εμέ το έλεος Αυτού άνευ μέτρου και έδωκεν εις εμέ πλουσίαν την χάριν Αυτού· και χαίρει το πνεύμα μου, διότι, καίτοι είμαι βδέλυγμα, ο Κύριος με αγαπά, και δια τούτο η ψυχή μου έλκεται ακορέστως προς Αυτόν· και όταν εύρω Αυτόν, θα είπω εις την ψυχήν  μου: Βλέπε λοιπόν μη απολέσης το δώρον, «ίνα μη χείρον τι σοι γένηται», διότι μεγάλη είναι η βάσανος, όταν η ψυχή απολέση την χάριν του Αγίου Πνεύματος.
Πιστεύσατε μοι, γράφω ενώπιον του προσώπου του Θεού, τον Οποίον γνωρίζει η ψυχή μου. Ίνα διατηρήση τις την χάριν, πρέπει πάντοτε να ταπεινούται.   Και   ο   Κύριος   εκείνον,   όστις   εργάζεται   εις   Αυτόν,   ταπεινοί ελεητικώς. Ο Μέγας Αντώνιος διελογίσθη ότι εν τη ερήμω είναι ο αρχαιότερος και τελειότερος πάντων, αλλ’ ο Κύριος κατηύθυνεν αυτόν προς τον Παύλον τον Θηβαίον και είδεν ο Αντώνιος άνθρωπον αρχαιότερον και τελειότερον αυτού.
[//546] Ο Όσιος Ζωσιμάς εσκέφθη ότι παιδιόθεν ήτο μοναχός και ουδείς θα ηδύνατο να διδάξη αυτόν νέον τι, αλλ’ εταπείνωσεν αυτόν η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, και είδεν ότι ήτο μακράν του μέτρου αυτής.
Τον  Άγιον  Τύχωνα  του  Ζαντόνσκ  εταπείνωσεν  είς  δια  Χριστόν  σαλός·
ερράπισεν αυτόν και είπε: «Μη υψηλοφρόνει».
Ούτως ο Κύριος μετά ελέους ταπεινοί τους αγίους, ώστε να μείνουν μέχρι τέλους ταπεινοί. Ημείς δε έχομεν έτι πλείονα ανάγκην ταπεινώσεως. Και εγώ ημέρας και νυκτός ζητώ παρά του Θεού την κατά Χριστόν ταπείνωσιν. Διψά το πνεύμα μου να αποκτήσω αυτήν, διότι είναι το ανώτατον δώρον του Αγίου Πνεύματος. Εν τη κατά Χριστόν ταπεινώσει εμπεριέχονται και η αγάπη, και η ειρήνη, και η πραότης, και η εγκράτεια, και η υπακοή, και η μακροθυμία, και πάσαι εν γένει αι αρεταί.


Η ταπεινή ψυχή, ήτις φέρει επ’ αυτής πλουσίαν την χάριν του Αγίου Πνεύματος και φυλάττει αυτήν, εις ώραν θείας οράσεως θα έχη μεγαλυτέραν δύναμιν, όπως βαστάση αυτήν. Όστις έχει ολίγην χάριν, ούτος πίπτει πρηνής εκ της οράσεως, διότι δεν έχει αρκετήν δύναμιν χάριτος, ίνα σταθή.
Ούτως επί του Θαβώρ, ότε μετεμορφώθη ο Κύριος, οι Απόστολοι έπεσον πρηνείς, ότε όμως επληθύνθη εν αυτοίς η χάρις του Αγίου Πνεύματος, ηδύναντο να ίστανται κατά τας εμφανείας του Κυρίου και να συνομιλούν μετ’ Αυτού.
Ούτως ο Όσιος Σέργιος, ότε ενεφανίσθη εις αυτόν η Θεομήτωρ, ίστατο πλησίον  Αυτής,  διότι  είχε  μεγάλην  χάριν  Αγίου  Πνεύματος,  αλλ’  ο  μαθητής αυτού Μιχαίας έπεσε πρηνής και δεν ηδυνήθη να ατενίση εις τον Θεομήτορα. Και ο Σεραφείμ του Σαρώφ είχε πλουσίαν χάριν Αγίου Πνεύματος και ίστατο, ότε

ενεφανίσθη εις αυτόν η Παναγία· η υποτακτική όμως αυτού έπεσε κάτω, διότι
[//547] είχεν ολιγωτέραν χάριν.
Όταν εισέτι η ψυχή έχη την χάριν εντός αυτής, εάν ίδη δαίμονας, δεν φοβείται αυτούς, διότι αισθάνεται εν αυτή την δύναμιν του Θεού.
Νυν είναι η τετάρτη ώρα της νυκτός. Κάθημαι εν τω κελλίω μου, ως εν παλατίω, εν ειρήνη και αγάπη, και γράφω. Όταν όμως έλθη η μεγάλη χάρις, τότε δεν δύναμαι πλέον να γράφω.


Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Εν όσω ζώμεν επί της γης, είναι ανάγκη να διδασκώμεθα την τέχνην του
πολέμου προς τους εχθρούς. Το πλέον δύσκολον είναι να απονεκρώσωμεν τα πάθη της σαρκός χάριν του Θεού και να υπερνικήσωμεν την φιλαυτίαν. Ίνα νικήσωμεν αυτήν, είναι απαραίτητον να ταπεινούμεν εαυτούς πάντοτε.
Τούτο είναι η μεγάλη επιστήμη, την οποίαν ουδόλως είναι εύκολον να κατέχης.
Πρέπει    να    σκεπτώμεθα    ότι    είμεθα    χείριστοι    πάντων    και    να
καταδικάζωμεν εαυτούς εις τον άδην. Ούτω ταπεινούται η ψυχή και αποκτάται το πένθος της μετανοίας, εκ του οποίου γεννάται η χαρά. Είναι καλόν να συνηθίσης την ψυχήν να σκέπτηται: «Θα καίωμαι εις τας φλόγας της κολάσεως».
Δυστυχώς, ελάχιστοι μόνον εννοούν το έργον τούτο. Πολλοί απελπίζονται, αλλά και απόλλυνται. Αι ψυχαί αυτών εξαγριούνται, δεν θέλουν ούτε να προσεύχωνται ούτε να αναγινώσκουν την Γραφήν, ουδέ έτι να σκέπτωνται περί Θεού.
Η ουσία του έργου τούτου είναι, να αισθανθής εν τη καρδία ότι είσαι υπό το κράτος της αμαρτίας, επομένως ανάξιος της Βασιλείας του Θεού. Όθεν καταδίκασον σεαυτόν εις την κόλασιν του άδου, αλλά μη απελπίζου τελείως, [//548] ενθυμούμενος την ευσπλαγχνίαν και αγάπην του Θεού. Όταν καταδικάσης σεαυτόν εις το πυρ του άδου, τότε έρχεται πένθος και κατάνυξις· η ψυχή ταπεινούται και η καρδία συντρίβεται, εξαφανίζονται πάντες οι αμαρτωλοί λογισμοί, καθαίρεται ο νους, και τότε η χάρις ευρίσκει εν ημίν χώρον και ενοικεί εν ημίν.
Αλλά  δέον  όπως  γνωρίζης  το  μέτρον  σου,  ίνα  μη  αποκάμη  η  ψυχή.
Μελέτησον σεαυτόν και δος εις την ψυχήν άσκησιν κατά την δύναμιν αυτής.


Δεν  έχουν  πάσαι  αι  ψυχαί  αντοχήν  εις  το  αυτό  μέτρον:  Άλλαι  είναι ισχυραί, ως πέτρα, άλλαι ασθενείς, ως καπνός. Όμοιαι προς καπνόν είναι αι υπερήφανοι ψυχαί. Όπως ο άνεμος ατάκτως διασκορπίζει τον καπνόν, ούτως ο εχθρός παρασύρει τας υπερηφάνους ψυχάς, διότι ή δεν έχουν υπομονήν ή ευκόλως εξαπατώνται και πίπτουν εις απόγνωσιν. Αι δε ταπειναί ψυχαί φυλάττουν τας εντολάς του Κυρίου και ίστανται ακλόνητοι ως βράχος, επί του οποίου συντρίβονται πάντα τα κύματα. Αύται παρεδόθησαν εις το θέλημα του Θεού και νοερώς θεωρούν τον Θεόν, και ο Κύριος δίδει εις αυτάς την χάριν του Αγίου Πνεύματος.

Όστις ζη κατά τας εντολάς, ούτος καθ’ εκάστην ώραν και στιγμήν ακούει
να ηχή εν τη ψυχή αυτού η χάρις. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι οίτινες δεν κατανοούν την έλευσιν αυτής.


Όστις εγνώρισε την αγάπην του Θεού, ούτος θα είπη: Εγώ δεν εφύλαξα τας εντολάς. Καίτοι προσεύχομαι ημέρας και νυκτός και προσπαθώ να μετέρχωμαι πάσαν αρετήν, όμως την εντολήν της αγάπης προς τον Θεόν δεν εκπληρώ. Μόνον σπανίως, προς στιγμήν, φθάνω την εντολήν του Θεού, αλλ’ η ψυχή μου ποθεί να μένη εν αυτή διαρκώς. Όταν αλλότριαι σκέψεις παρεισδύουν εις τον νουν, τότε ούτος διαιρείται μεταξύ του Θεού και του [//549] πράγματος. Άρα η εντολή, «αγαπήσεις εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της καρδίας», δεν εκπληρούται. Όταν όμως ο νους όλος είναι εν τω Θεώ και δεν υπάρχουν άλλαι σκέψεις, τότε εκπληρούται η πρώτη εντολή, αλλά και πάλιν ατελώς.
Η προς τον Θεόν αγάπη υπάρχει εις διαφόρους βαθμούς: Όστις ανθίσταται εις κακούς λογισμούς, ούτος αγαπά κατά το μέτρον αυτού τον Θεόν. Όστις αγωνίζεται  κατά  της  αμαρτίας,  παρακαλεί  τον  Θεόν  όπως  δίδη  εις  αυτόν δύναμιν, ίνα μη αμαρτάνη, αλλ’ εξ αδυναμίας προσκόπτει εισέτι προς την αμαρτίαν και θλίβεται δια τούτο και μετανοεί. Ούτος έχει την χάριν εν τω βάθει της ψυχής και του νου, αλλά τα πάθη δεν έχουν εισέτι ηττηθή. Όστις δε υπερενίκησε τα πάθη, ούτος δεν έχει πλέον αγώνα, αλλά μόνον προσέχει εαυτώ εν παντί, όπως μη πέση εις αμαρτίαν. Ο τοιούτος έχει την χάριν μεγάλην και αισθητήν. Όστις αισθάνεται την χάριν και εν τη ψυχή και εν τω σώματι, ούτος είναι τέλειος ανήρ, και εάν διαφυλάξη την χάριν ταύτην, το σώμα αυτού αγιάζεται και αποβαίνει άγιον λείψανον.

[//550]
ΙΖ’ ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΠΛΑΝΗΣ
Ενθυμού και φοβού δύο λογισμούς. Ο είς λέγει: Είσαι άγιος· ο δε δεύτερος: Δεν θα σωθής. Και οι δύο ούτοι λογισμοί είναι εκ του εχθρού, και δεν υπάρχει εις αυτούς αλήθεια. Συ δε συλλογίζου: Εγώ είμαι μέγας αμαρτωλός, αλλ’ ο Ελεήμων Κύριος αγαπά πολύ τους ανθρώπους και θα συγχωρήση και εις εμέ τας αμαρτίας μου.
Πίστευε ούτω, και θα γίνη κατά την πίστιν σου: Θα συγχωρήση ο Κύριος. Μη εμπιστεύου όμως εις τους ιδίους αγώνας, έστω και αν είσαι μέγας ασκητής. Ασκητής τις έλεγεν εις εμέ: «Βεβαίως θα ελεηθώ, διότι ποιώ τοσαύτας μετανοίας καθ’ εκάστην». Ότε όμως ήλθεν ο θάνατος, τότε διέρρηξε το υποκάμισον αυτού.
Ούτως, ουχί δια τας ασκήσεις ημών, αλλά δωρεάν, κατά την χάριν Αυτού, ελεεί ο Κύριος. Ο Κύριος θέλει την ψυχήν να είναι ταπεινή, άκακος και να συγχωρή τους πάντας μετ’ αγάπης· τότε και ο Κύριος συγχωρεί μετά χαράς. Ο Κύριος αγαπά τους πάντας, και ημείς οφείλομεν να μιμώμεθα Αυτόν και να αγαπώμεν τους πάντας και, εάν δεν δυνάμεθα, τότε πρέπει να παρακαλώμεν, και ο Κύριος δεν θα αρνηθή και θα βοηθήση δια της χάριτος.


Ότε ήμην εισέτι αρχάριος, εγνώρισα την αγάπην [//551] του Θεού· και αύτη είναι απερίγραπτος. Η ψυχή αισθάνεται συν Θεώ και εν Θεώ, και το πνεύμα χαίρει επί τω Κυρίω, έστω και αν το σώμα αποκάμνη εκ της αγαθότητος του Θεού. Αλλά την χάριν ταύτην είναι δυνατόν να απολέσης και δι’ ενός κακού λογισμού.
Δια του κακού λογισμού εισέρχεται εντός ημών εχθρική τις δύναμις και τότε σκοτίζεται η ψυχή και κακαί σκέψεις βασανίζουν αυτήν. Αισθάνεται τότε ο άνθρωπος την απώλειαν αυτού και αντιλαμβάνεται ότι άνευ της χάριτος του Θεού ο ίδιος είναι μόνον γη και σποδός.


Ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Κύριον, διδάσκεται εκ της μακράς πείρας ότι, εάν ο άνθρωπος ζη κατά τας εντολάς, αισθάνεται έστω και ολίγον την χάριν εντός αυτού  και  έχει  παρρησίαν  εν  τη  προσευχή.  Εάν  όμως  αμαρτήση  δια  τινος λογισμού και δεν μετανοήση, τότε η χάρις κρύπτεται και η ψυχή πλήττει και κλαίει ενώπιον του Θεού.
Ούτως η ψυχή διέρχεται όλον τον βίον εν αγώνι προς τους λογισμούς. Συ όμως μη ακηδιάς ένεκα του αγώνος, διότι ο Κύριος αγαπά τον ανδρείον αγωνιστήν.


Πονηροί λογισμοί καταπονούν την υπερήφανον ψυχήν και, εάν δεν ταπεινούται, δεν θα γνωρίση ανάπαυσιν απ’ αυτών. Όταν λογισμοί αμαρτωλοί σε πολιορκούν, κράζε προς τον Θεόν ως ο Αδάμ: «Κύριε, ο Ποιητής και Πλάστης μου, Συ βλέπεις ότι η ψυχή μου τυραννείται υπό λογισμών … Ελέησον με». Και όταν ίστασαι προ του προσώπου του Δεσπότου, τότε ενθυμού ισχυρώς ότι Αυτός θα εκπληρώση πάσας τας αιτήσεις σου, εάν είναι ωφέλιμοι εις σε.

Ήλθον νέφη, εκρύβη ο ήλιος και εγένετο σκότος. Ούτω δι’ έναν λογισμόν
υπερηφανίας η ψυχή στερείται της χάριτος και σκότος καλύπτει αυτήν. Αλλ’ ωσαύτως, δι’ [//552] ένα ταπεινόν λογισμόν επανέρχεται η χάρις. Εγνώρισα τούτο εκ πείρας.


Γνώριζε ότι, εάν ο λογισμός σου κλίνη να παρατηρής ανθρώπους πώς ζη ο είς ή ο άλλος, τούτο είναι ένδειξις υπερηφανίας.
«Πρόσεχε σεαυτώ». Παρατήρει σεαυτόν και θα ίδης: Ευθύς ως η ψυχή επαρθή έναντι του αδελφού, πάραυτα ακολουθεί λογισμός τις ουχί ευάρεστος εις τον Θεόν, και τούτο, ίνα η ψυχή ταπεινωθή. Εάν όμως δεν ταπεινούται, τότε έρχεται  μικρός  τις  πειρασμός.  Εάν  πάλιν  δεν  ταπεινούται,  άρχεται  τότε  ο πόλεμος της πορνείας. Εάν δε πάλιν δεν ταπεινωθή, τότε πίπτει εις μικρόν τι αμάρτημα. Εάν και τότε δεν ταπεινωθή, θα έλθη μεγαλυτέρα τις αμαρτία. Και ούτω θα αμαρτάνη, έως ότου ταπεινωθή. Αλλ’ ευθύς ως ταπεινωθή, ο Ελεήμων Κύριος θα δώση εις την ψυχήν ειρήνην και κατάψυξιν, και τότε θα παρέλθη παν κακόν και θα απομακρυνθούν πάντες οι εναντίοι λογισμοί. Ύστερον δε κράττει την ταπείνωσιν δι’ όλων σου των δυνάμεων, άλλως θα πέσης πάλιν εις την αμαρτίαν.


Βλέπων ο Κύριος ότι η ψυχή δεν είναι εστερεωμένη εν τη ταπεινώσει, αίρει την χάριν, αλλά συ θάρσει: Η χάρις είναι εν σοι, αλλά κεκρυμμένη. Μάθε να αποκόπτης τους λογισμούς παραυτίκα. Εάν δε περιπέσης εις λήθην και δεν εκδιώξης αυτούς πάραυτα, τότε πρόσφερε μετάνοιαν. Κοπίασον επ’ αυτού, ίνα αποκτήσης την έξιν. Η ψυχή αποκτά έξιν, εάν διδάξης αυτήν, και ενεργεί ούτω καθ’ όλην την ζωήν.
Ο αγαθός άνθρωπος έχει αγαθούς διαλογισμούς, ο δε πονηρός πονηρούς. Πάντες όμως οφείλουν να μάθουν τον πόλεμον προς τους λογισμούς, και εκ των κακών να εξάγουν τους αγαθούς. Τούτο είναι σημείον πεπειραμένης ψυχής.
[//553] Ερωτάς πώς γίνεται τούτο;
Ιδού! Καθώς ο ζων άνθρωπος αισθάνεται πότε ριγεί ή πότε θερμαίνεται, ομοίως και όστις εγνώρισεν εκ πείρας το Άγιον Πνεύμα αισθάνεται πότε εις την ψυχήν αυτού υπάρχει χάρις και πότε έρχονται τα πονηρά πνεύματα.
Ο  Κύριος  δίδει  εις  την  ψυχήν  την  σύνεσιν  να  αναγνωρίζη  την  έλευσιν
Αυτού και να αγαπά Αυτόν και να ποιή το θέλημα Αυτού. Ωσαύτως τους λογισμούς  του  εχθρού  αναγνωρίζει  η  ψυχή  ουχί  εκ  της  εξωτερικής  αυτών μορφής, αλλά εκ της ενεργείας αυτών επί της ψυχής.
Οι εχθροί ευκόλως εξαπατούν εκείνον όστις δεν έχει την πείραν ταύτην.


Οι εχθροί έπεσον εξ υπερηφανίας και έλκουν ημάς προς την ιδίαν πτώσιν, υποβάλλοντες λογισμούς επαίνου. Και εάν η ψυχή δεχθή τον έπαινον, τότε η χάρις απέρχεται, εφ’ όσον δεν ταπεινούται η ψυχή. Και ούτω καθ’ όλην την ζωήν ο άνθρωπος θα μαθητεύη εις την ταπείνωσιν του Χριστού. Εάν δεν εκμάθη τούτο η ψυχή, δεν θα γνωρίση ανάπαυσιν εκ των λογισμών και δεν θα δυνηθή να προσευχηθή καθαρώ νοΐ.



Όστις θέλει να προσεύχηται μετά καθαρού νου, οφείλει να μη μανθάνη τα
νέα των εφημερίδων, να μη αναγινώσκη βιβλία άσχετα προς την πνευματικήν ημών ζωήν, και ιδιαιτέρως τα προκαλούντα την διέγερσιν των παθών, και να μη μανθάνη περιέργως περί της ζωής των άλλων. Πάντα ταύτα φέρουν εις τον νουν αλλοτρίας σκέψεις και, όταν ο άνθρωπος προσπαθή να διευκρινήση αυτάς, εκείναι επί μάλλον και μάλλον συγχέουν και επιβαρύνουν την ψυχήν.


Όταν η ψυχή διδαχθή την αγάπην παρά του Κυρίου, τότε θλίβεται δι’ όλην την οικουμένην, δι’ άπασαν [//554]  την κτίσιν του Θεού και προσεύχεται, ίνα οι πάντες μετανοήσουν και δεχθούν την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Εάν όμως η ψυχή απολέση την χάριν, απέρχεται απ’ αυτής η αγάπη, διότι άνευ χάριτος Θεού είναι αδύνατον να αγαπά τις τους εχθρούς, και τότε εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, ως λέγει ο Κύριος (Ματθ. ιε’ 19· Μάρκ. ζ’ 21‐22).


Άνευ  της  ταπεινώσεως  του  Χριστού  ο νους  δεν  καθαίρεται  και  η  ψυχή ουδέποτε είναι αναπεπαυμένη εν τω Θεώ, αλλά πάντοτε ταράττεται υπό διαφόρων λογισμών, οίτινες παρεμποδίζουν την θεωρίαν του Θεού.
Ώ, η κατά Χριστόν ταπείνωσις! Όστις σου εγεύθη, ορμά προς τον Θεόν ακορέστως ημέρας και νυκτός!


Ώ, πόσον είμαι ασθενής! Έγραψα ολίγον και ήδη απέκαμον, και το σώμα ζητεί ανάπαυσιν. Και ο Κύριος επί της  γης εν τη σαρκί Αυτού εγνώρισε την ανθρωπίνην   ασθένειαν.   Και   Αυτός,   ο   Ελεήμων,   και   απέκαμνεν   εκ   της οδοιπορίας, και εκοιμάτο επί του πλοίου εν τω καιρώ της τρικυμίας· και ότε οι μαθηταί εξήγειραν Αυτόν εκ του ύπνου, Ούτος προσέταξε την θάλασσαν και τον άνεμον να σιωπήσουν, και εγένετο γαλήνη μεγάλη.
Ούτω και εν τη ψυχή ημών, όταν επικαλώμεθα το άγιον όνομα του Κυρίου,
γίνεται μεγάλη γαλήνη.
Ώ, Κύριε, δος ημίν ίνα Σε αινώμεν έως της εσχάτης ημών πνοής.


Εις πλάνην εμπίπτει τις είτε εξ απειρίας, είτε εξ υπερηφανίας. Και εάν εξ απειρίας ο Κύριος ταχέως θεραπεύει τον πλανηθέντα, εάν όμως εξ υπερηφανίας, τότε επί πολύν καιρόν θα πάσχη η ψυχή, μέχρις ότου μάθη την ταπείνωσιν, και τότε θα θεραπευθή υπό του Κυρίου.
[//555] Εις την πλάνην περιπίπτομεν, όταν νομίζωμεν ότι είμεθα φρονιμώτεροι και εμπειρότεροι των άλλων, εισέτι και του πνευματικού ημών πατρός. Ούτως εγώ εσκέφθην εξ απειρίας και έπαθον ένεκα τούτου, και ευχαριστώ βαθέως τον Θεόν, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον εταπείνωσε και ενουθέτησεν εμέ και δεν ήρεν απ’ εμού το έλεος Αυτού. Και νυν σκέπτομαι ότι χωρίς εξομολογήσεως εις τον πνευματικόν δεν θα είναι δυνατόν να απαλλαγώμεν της πλάνης, διότι εις τον πνευματικόν εδόθη υπό του Θεού η χάρις του «δεσμείν και λύειν».

Εάν ίδης φως εντός ή πέριξ σου, μη δώσης πίστιν εις αυτό, εάν συγχρόνως
δεν έχης κατάνυξιν ενώπιον του Θεού και αγάπην προς τον πλησίον. Όμως μη φοβηθής, αλλά ταπείνωσον σεαυτόν, και εκείνο το φως θα εξαφανισθή.
Εάν ίδης όρασιν τινα ή εικόνα ή όνειρον, μη εμπιστευθής εις αυτό, διότι,
εάν είναι εκ του Θεού, τότε ο Κύριος θα σε φωτίση περί τούτου. Ψυχή, ήτις δεν εγεύθη  του  Αγίου  Πνεύματος,  δεν  δύναται  να  διακρίνη  πόθεν  το  όραμα.  Ο εχθρός δίδει εις την ψυχήν «γλύκανσιν» τινα μεμιγμένην μετά κενοδοξίας, και εκ τούτου γίνεται φανερά η πλάνη.
Λέγουν οι Πατέρες ότι κατά την εχθρικήν όρασιν η ψυχή αισθάνεται σύγχυσιν ή φόβον. Τούτο όμως συμβαίνει μόνον εις την ταπεινήν ψυχήν, ήτις θεωρεί εαυτήν αναξίαν οράσεως. Ο κενόδοξος όμως δύναται να μη αισθανθή ούτε φόβον, ούτε προσέτι και σύγχυσιν, διότι επιθυμεί τας οράσεις και θεωρεί εαυτόν άξιον, και δια τούτο ο εχθρός ευκόλως εξαπατά αυτόν.
Τα ουράνια γνωρίζονται δια του Αγίου Πνεύματος, τα δε επίγεια δια της φυσικής διανοίας. Πλανάται όστις αποπειράται να γνωρίση τον Θεον δια του φυσικού νου,  δια  της  επιστήμης,  διότι  ο Θεός  γνωρίζεται  μόνον εν Πνεύματι Αγίω.
[//556] Εάν δια του νοός σου βλέπης δαιμόνια, ταπείνωσον σεαυτόν και προσπάθησον να μη βλέπης, πορεύου δε ως τάχιστα εις τον πνευματικόν σου γέροντα, εις τον οποίον παρεδόθης. Ειπέ εις αυτόν το παν, και τότε ο Κύριος θα σε ελεήση και θα εκφύγης της πλάνης. Εάν όμως νομίζης ότι εν τη πνευματική ζωή συ γνωρίζεις πλείον ή ο πνευματικός, και παύσης να λέγης εις αυτόν τί συμβαίνει εις σε, ένεκα της υπερηφανίας αυτής αφεύκτως θα παραχωρηθή πειρασμός τις προς συνέτισιν.


Κατά των εχθρών πολέμει δια της ταπεινώσεως.
Όταν  ίδης  ότι  άλλος  τις  νους  παλαίει  προς  τον  νουν  σου,  ταπείνωσον
σεαυτόν και ο πόλεμος παύει.
Εάν συμβή να ίδης δαιμόνια, μη φοβηθής, αλλά ταπείνωσον σεαυτόν, και τα δαιμόνια θα εξαφανισθούν. Εάν όμως καταληφθής υπό φόβου, δεν θα αποφύγης βλάβην  τινα.  Έσο  ανδρείος.  Ενθυμού  ότι  ο  Κύριος  σε  βλέπει  εάν αναθέτης την ελπίδα εις Αυτόν.
Ίνα  αποκτήση  όμως  η  ψυχή  ανάπαυσιν  εκ  των  δαιμόνων,  πρέπει  να
ταπεινούται  και  να  λέγη:  «Είμαι  χείρων  πάντων,  είμαι  αθλιωτέρα  παντός κτήνους και θηρίου».


Όπως οι άνθρωποι εισέρχονται εις τον οίκον και εξέρχονται, ούτω και οι λογισμοί έρχονται εκ των δαιμόνων και πάλιν δύνανται να απέλθουν, εάν δεν δεχώμεθα αυτούς.
Εάν ο λογισμός λέγη, «κλέψον», και συ υπακούσης, δι’ αυτού τούτου δίδεις εις το δαιμόνιον εξουσίαν κατά σου. Εάν ο λογισμός λέγη εις σε, «φάγε πολύ, έως κόρου», και συ φάγης πολύ, τότε πάλιν το δαιμόνιον έλαβεν εξουσίαν επί σου. Και ούτως, εάν ο λογισμός εκάστου πάθους σε νικά, θα αποβής κατοικητήριον

δαιμόνων.  Εάν  όμως  αναλάβης  την  πρέπουσαν  μετάνοιαν,  τότε  εκείνοι  θα
καταληφθούν υπό τρόμου και θα αναγκασθούν [//557] να αποχωρήσουν.


Όταν πενθώμεν δια τας αμαρτίας ημών και ταπεινούμεν την ψυχήν, τότε δεν έχομεν οράσεις, και η ψυχή δεν επιθυμεί αυτάς. Όταν όμως εγκαταλείψωμεν τα δάκρυα και την ταπείνωσιν, τότε είναι δυνατόν να δελεασθώμεν υπ’ αυτών.
Επί  μακρόν  δεν  εγνώριζον  δια  τί  πρέπει  να  συντριβώμεθα,  εφ’ όσον ο Κύριος συνεχώρησε τας αμαρτίας. Ύστερον όμως κατενόησα ότι, όστις δεν έχει συντριβήν, δεν δύναται να σταθή εν τη ταπεινώσει, διότι τα πονηρά πνεύματα της υπερηφανίας και εις ημάς εμπνέουν υπερηφανίαν, ενώ ο Κύριος διδάσκει πραότητα, ταπείνωσιν και αγάπην, δι’ αυτών δε η ψυχή ευρίσκει ανάπαυσιν.
Εν τω αγώνι ημών πρέπει να είμεθα ανδρείοι. Ο Κύριος είπεν εις τον Προφήτην Ιερεμίαν: «Ανάστηθι και ειπόν προς αυτούς πάντα όσα αν εντείλωμαι σοι· μη φοβηθής από προσώπου αυτών, μηδέ πτοηθής εναντίον αυτών, ότι μετά σου Εγώ ειμι του εξαιρείσθαι σε, λέγει Κύριος» (Ιερ. α’ 17).
Αγαπά ο Κύριος την ανδρείαν και σώφρονα ψυχήν, και εάν δεν έχωμεν
ούτε το έν ούτε το άλλο, τότε πρέπει να ζητώμεν αυτά παρά του Θεού και να υπακούωμεν εις τους πνευματικούς, διότι εν αυτοίς ζη η χάρις του Αγίου Πνεύματος.  Ιδίως  ο  άνθρωπος,  ο  νους  του  οποίου  εβλάβη  εκ  δαιμονικής ενεργείας, πρέπει εν πάσι να υπακούη εις τον πνευματικόν και ουδεμίαν πίστιν να δίδη εις εαυτόν.
Αι ψυχικαί συμφοραί έρχονται εις ημάς εκ της υπερηφανίας, αι δε σωματικαί πολλάκις παραχωρούνται υπό του Θεού εξ αγάπης προς ημάς, καθώς τούτο εγένετο εις τον πολύαθλον Ιώβ.
Να  διαγνώσης  εντός  σου  την  υπερηφανίαν  είναι  πολύ  δύσκολον.  Ιδού όμως συμπτώματα τινα: Εάν έχης προσβολάς εχθρών (δαιμονίων) ή σε βασανίζουν κακοί [//558] λογισμοί, τούτο σημαίνει ότι δεν έχεις ταπείνωσιν, και δια τούτο, έστω και αν δεν αντελήφθης την υπερηφανίαν σου, ταπεινού.
Εάν είσαι θυμώδης, ή, ως λέγουν, νευρικός, τούτο είναι αληθινή συμφορά. Εάν τις πάσχη εκ παροξυσμών ή φοβίας, αι ασθένειαι αύται ιατρεύονται δια της μετανοίας και του ταπεινού πνεύματος και δια της αγάπης προς τον αδελφόν σου, προσέτι και προς τους εχθρούς.

[//559]
ΙΗ’ ΑΔΑΜΙΑΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ
Ο Αδάμ, ο πατήρ της οικουμένης, εν τω Παραδείσω εγνώριζε την ηδύτητα της θείας αγάπης. Ούτω, μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου δια το αμάρτημα αυτού, εγκαταλελειμμένος υπό της αγάπης του Θεού, ώδινε πικρώς και μετά βαθέων στεναγμών ωδύρετο. Πάσα η έρημος αντήχει εκ των λυγμών αυτού. Η ψυχή   αυτού   εβασανίζετο   υπό   της   σκέψεως:   «Τον   ηγαπημένον   μου   Θεόν ελύπησα». Δεν μετεμελείτο τοσούτον περί της Εδέμ ή του κάλλους αυτής, όσον περί της απωλείας της θείας αγάπης, ήτις ακορέστως έλκει την ψυχήν προς τον Θεόν.
Ούτω πάσα ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Θεόν εν Πνεύματι Αγίω, ύστερον δε απώλεσε την χάριν, δοκιμάζει αδαμιαίον πένθος. Οδυνάται η ψυχή και μεταμελείται σφοδρώς, όταν προσβάλη τον ηγαπημένον Κύριον.
Έπληττεν ο Αδάμ επί της γης οδυρόμενος πικρώς, και η γη δεν εχαροποίει αυτόν· ενοστάλγει τον Θεόν και έκραζε:
«Διψά η ψυχή μου τον Κύριον και μετά δακρύων αναζητώ Αυτόν.
»Πώς να μη ζητώ Αυτόν; Ότε ήμην μετ’ Αυτού, η ψυχή μου εν ειρήνη ηγάλλετο, και απρόσιτος ήμην εις τους εχθρούς.
[//560] »Νυν δε το πονηρόν πνεύμα έλαβεν εξουσίαν επ’ εμού και κλονίζει
και τυραννεί την ψυχήν μου. Διο και εκλείπει η ψυχή μου δια τον Κύριον έως θανάτου και ορμά το πνεύμα μου προς τον Θεόν, και ουδέν γήϊνον με παρηγορεί και η ψυχή μου υπ’ ουδενός δέχεται παραμυθίαν, αλλ’ επιποθεί διψαλέως πάλιν να βλέπη Αυτόν και απολαύη Αυτού έως κόρου.
»Δεν δύναμαι να επιλησθώ Αυτού ουδέ επί στιγμήν, και εκ πλήθους πόνου στενάζω οδυνηρώς: “Ελέησον με, ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα”».
Ούτως ωδύρετο ο Αδάμ και πλήθος δακρύων έρρεεν από του προσώπου αυτού και έπιπτεν επί το στήθος αυτού και επί την γην. Πάσα η έρημος ήκουε μετά δέους τους στεναγμούς αυτού. Θηρία και πετεινά εσίγων εν θλίψει. Ο δε Αδάμ ωδύρετο, διότι δια το αμάρτημα αυτού οι πάντες εστερήθησαν ειρήνης και αγάπης.
Μεγάλη υπήρξεν η οδύνη του Αδάμ μετά την εξορίαν εκ του Παραδείσου, αλλά, ότε είδεν τον υιόν αυτού Άβελ φονευθέντα υπό του Κάϊν, η θλίψις του Αδάμ έτι μάλλον ηυξήθη, και δεινώς οδυνώμενος έκλαιε προβλέπων: «Εξ εμού λαοί εξελεύσονται και πληθυνθήσονται επί της γης, και πάντες θα πάσχουν, ζώντες εν έχθρα και αλλήλους φονεύοντες». Και ήτο η θλίψις αυτού ως ωκεανός μεγάλη, και εννοούν αυτήν μόνον αι ψυχαί αι γνωρίσασαι τον Κύριον και το άμετρον της αγάπης Αυτού.
Και εγώ απώλεσα την χάριν και μετά του Αδάμ βοώ: «Ίλεως γενού μοι,
Κύριε. Δος μοι πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης».
Ώ, η αγάπη του Κυρίου! Όστις σε εγνώρισεν, εκείνος ακαμάτως σε ζητεί και κράζει ημέρας και νυκτός:
«Ποθώ Σε, Κύριε, και Σε αναζητώ μετά δακρύων. Πώς να μη Σε ζητώ; Συ
έδωκας εις εμέ να Σε γνωρίσω εν Πνεύματι Αγίω, και η θεία αύτη γνώσις έλκει την ψυχήν προς Σε αδιαλείπτως».

[//561] Θρηνεί ο Αδάμ.
«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου.
»Δεν με ελκύουν των ορέων τα ύψη.
»Δεν αναπαύει με των δασών και λειμώνων το κάλλος.
»Δεν καταπραΰνει τον πόνον μου των πτηνών το κελάδημα.
»Ουδέν, ουδέν χαροποιεί με νυν.
»Η ψυχή μου ερράγη εκ της πολλής θλίψεως:
»Τον ηγαπημένον Θεόν μου προσέβαλον.
»Και εάν πάλιν προσελάμβανε με ο Κύριος εις τον παράδεισον, και εκεί πάλιν αλγεινώς θα εθρήνουν:
“Ίνα τί τον ηγαπημένον μου Θεόν παρεπίκρανα”»;


Ο Αδάμ, απελαθείς του Παραδείσου, εξέβλυζεν εκ της τετρωμένης αυτού καρδίας πηγάς δακρύων. Ούτω πάσα ψυχή, γνωρίσασα τον Κύριον, θρηνεί δι’ Αυτόν και λέγει:
«Πού εί Συ Κύριε;
»Πού έδυ το κάλλος του Προσώπου Σου;
»Η ψυχή μου επί τοσούτον χρόνον δεν θεωρεί το Φως Σου και οδυνωμένη
Σε ζητεί μετά δακρύων».
«Πού εκρύβη ο Κύριος μου;
»Ίνα τί δεν βλέπω Αυτόν εν τη ψυχή μου;
»Τί κωλύει Αυτόν να κατοική εντός μου;
»Δεν υπάρχει άρα εν εμοί η του Χριστού ταπείνωσις και η προς τους εχθρούς αγάπη».
Ο Θεός γαρ αγάπη εστίν, άπειρος και ανερμήνευτος.


Επορεύετο ο Αδάμ επί της γης και εδάκρυεν εκ της συνοχής της καρδίας, δια  δε  του  νοός  αυτού  απαύστως  ελογίζετο  τον  Θεόν.  Ότε  δε  το καταπεπονημένον σώμα αυτού εστερείτο δακρύων, τότε εφλέγετο προς τον Θεόν το πνεύμα αυτού, μη δυνάμενον να επιλησθή του παραδείσου το κάλλος. Αλλ’ έτι μάλλον τον Θεόν ηγάπα η ψυχή του Αδάμ, και δυνάμει της αγάπης ταύτης διηνεκώς [//562] ωρμάτο προς Αυτόν.
Ώ Αδάμ, γράφω περί σου, αλλά συ βλέπεις ότι ο ασθενής νους μου δεν
δύναται να συλλάβη πόσον συ έπασχες δια τον Θεόν και πώς έφερες τον κόπον της μετάνοιας.
Ώ Αδάμ, συ βλέπεις εμέ το τέκνον σου, πάσχω επί της γης. Ολίγον το πυρ της αγάπης εν εμοί, και μόλις δεν σβέννυται η αγάπη μου.
Ώ Αδάμ, ψάλλε ημίν του Κυρίου το άσμα, ίνα ευφρανθή η ψυχή μου επί τω
Κυρίω και εγερθή προς ύμνον και δοξολογίαν Αυτού, καθώς δοξάζουν Αυτόν εν ουρανοίς τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ και πάσαι αι επουράνιοι δυνάμεις.
Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, άσον ημίν την ωδήν του Κυρίου, όπως ακούση αυτήν πάσα η γη, και πάντα τα τέκνα σου υψώσουν τον νουν αυτών προς τον Θεόν και ηδυνθούν υπό των ήχων του ουρανίου ύμνου, επιλανθανόμενοι των οδυνών της γης.



Το Πνεύμα το Άγιον είναι αγάπη και ηδύτης της ψυχής, του νου και του
σώματος.  Και  όστις  εγνώρισε  τον  Θεόν  Πνεύματι  Αγίω,  ούτος  ακορέστως εκλείπει δια τον ζώντα Θεόν ημέρας και νυκτός, διότι η αγάπη του Θεού είναι γλυκεία σφόδρα. Όταν όμως η ψυχή απολέση την χάριν, τότε και πάλιν μετά δακρύων ζητεί το Πνεύμα το Άγιον.
Όστις δεν εγνώρισε τον Θεόν Πνεύματι Αγίω, ούτος δεν δύναται μετά δακρύων να αναζητή Αυτόν, και η ψυχή αυτού μένει πάντοτε προσβαλλομένη υπό των παθών· ο νους αυτού λογίζεται τα γήϊνα και δεν δύναται να αναβή εις την θεωρίαν και γνωρίση τον Ιησούν Χριστόν. Ούτος γνωρίζεται Πνεύματι Αγίω.
Ο Αδάμ εγνώριζε τον Θεόν και τον Παράδεισον και μετά την πτώσιν μετά δακρύων εζήτει Αυτόν.
–  «Ώ  Αδάμ,  ο  πατήρ  ημών,  λέγε  ημίν,  τοις  τέκνοις  [//563]  σου,  περί  του Κυρίου. Η ψυχή σου εγνώριζε τον Κύριον, εγνώριζε και την Εδέμ, την γλυκύτητα αυτής  και  την  αγαλλίασιν·  νυν  δε  κατοικείς  εν  ουρανοίς  και  εποπτεύεις  την δόξαν του Κυρίου.
»Ειπέ ημίν πώς δοξάζεται ο Κύριος ημών δια τα Πάθη Αυτού, και πώς ψάλλονται αι ωδαί εν τοις ουρανοίς και πόσον γλυκείαι είναι αι  ωδαί αύται, αίτινες άδονται εν Πνεύματι Αγίω.
»Ειπέ ημίν περί της δόξης του Κυρίου, και πόσον ελεήμων είναι Ούτος.
»Ειπέ ημίν πώς αγάλλονται εκεί οι Άγιοι και πώς καταυγάζονται ούτοι υπό
της χάριτος· πώς αγαπούν ούτοι τον Κύριον και εν ποία αγία ταπεινώσει παρίστανται ενώπιον του Θρόνου Αυτού.
»Ώ Αδάμ, παρηγόρησον και χαροποίησον τας τεθλιμμμένας ημών ψυχάς.
»Διηγήθητι ημίν: Τί θεωρείς συ εν ουρανοίς; …
»Δεν αποκρίνεσαι; … Ίνα τί η σιγή αύτη;
»Ιδού οδυνάται πάσα η γη …
»Ή εκ της Θείας αγάπη ουδέ να μνησθής ημών δύνασαι;
»Ή θεωρείς την Θεομήτορα εν δόξη, και δεν δύνασαι να χωρισθής της ουρανίου οπτασίας ταύτης, διό και εγκαταλείπεις τα τεθλιμμένα τέκνα σου άνευ λόγου στοργής, ίνα επιλαθώμεθα των δεινών του επιγείου ημών βίου;
»Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, δεν αποκρίνεσαι;
»Συ βλέπεις την οδύνην των επί γης υιών σου.
»Ίνα τί άρα γε η σιγή αύτη;».
Λέγει ο Αδάμ:
– «Άφετε με εν ειρήνη, τεκνία μου αγαπητά. Δεν δύναμαι να χωρισθώ της θεωρίας του Θεού. Η ψυχή μου ετρώθη υπό της αγάπης του Κυρίου και σκιρτά επί τη [//564] αγαθότητι Αυτού. Οι ζώντες εν τω Φωτί του Προσώπου του Δεσπότου δεν δύνανται να μνησθούν των επί γης».
–  «Ώ  Αδάμ,  ο  πατήρ  ημών,  εγκατέλιπες  ημάς,  τα  ορφανά  σου  τέκνα,
βυθιζόμενα εν τη αβύσσω των δεινών της γης;
»Αλλ’  επί  τέλους,  ειπέ  ημίν  πώς  δυνάμεθα  να  ευαρεστήσωμεν  εις  τον
Θεόν;

»Άκουε  τα  τέκνα  σου,  τα  διεσπαρμένα  ανά  την  γην.  Ο  νους  αυτών,
διακεχυμένος, δεν δύναται να συλλάβη το Θείον, και πολλοί απέστησαν από του
Θεού, και εν σκότει ζώντες πορεύονται εις τας αβύσσους του άδου».
– «Μη διακόπτετε την έκστασιν μου. Θεωρώ την Θεομήτορα εν δόξη και
δεν δύναμαι να αποσπάσω τον νουν μου από της θείας ταύτης θεωρίας και να ομιλήσω προς υμάς. Βλέπω και τους Αγίους Προφήτας και Αποστόλους και εκπλήττομαι πώς ούτοι πάντες ομοιάζουν προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού.
»Περιπατώ εν τη Εδέμ, και ιδού, απανταχού η δόξα του Κυρίου, επειδή Αυτός ζη εν εμοί και εποίησεν εμέ όμοιον προς Αυτόν. Ούτω δοξάζει ο Κύριος τον άνθρωπον».
– «Ώ Αδάμ, ομίλει προς ημάς – είμεθα τέκνα σου και πάσχομεν επί της γης. Ειπέ ημίν πώς δυνάμεθα να κληρονομήσωμεν τον παράδεισον, ίνα και ημείς ομοίως προς σε θεωρώμεν την δόξαν του Κυρίου. Αι ψυχαί ημών φλέγονται δια τον Κύριον, συ δε εν ουρανοίς χαίρεις και αγάλλεσαι επί τη θεία δόξη.
»Ικετεύομεν σε· παραμύθησον ημάς».
– «Τί βοάτε προς με, τεκνία μου; Ο Κύριος αγαπά υμάς και έδωκεν υμίν προστάγματα σωτηρίας. Ταύτα τηρήσατε και αγαπάτε αλλήλους, και ούτω θα εύρητε την ανάπαυσιν εν τω Θεώ. Μετανοείτε καθ’ εκάστην ώραν δια τα παραπτώματα υμών, ίνα καταξιωθήτε να υπαντήσητε τον Χριστόν. Ο Κύριος είπε: “Τους αγαπώντας Με αγαπώ και τους δοξάζοντας Με δοξάσω”».
– «Ώ Αδάμ, πρέσβευε υπέρ ημών, των τέκνων σου. Εκ πλήθους οδυνών περίλυπος είναι η ψυχή ημών».


– «Ώ Αδάμ, ο πατήρ ημών, συ μένεις εν τοις ουρανοίς και θεωρείς τον Κύριον καθήμενον εν δόξη εκ δεξιών του Πατρός. Συ βλέπεις τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ και πάντας τους Αγίους. Συ ακούεις τα ουράνια άσματα, υπό της γλυκύτητος των οποίων απερροφήθη η ψυχή σου. Ημείς δε κατηφείς και εστερημένοι της χάριτος απαύστως επιποθούμεν τον Θεόν. Άσον ημίν εκ των ωδών, τας οποίας ακούεις εν τοις ουρανοίς, όπως ακούση αυτάς πάσα η γη και οι πάντες ανανήψουν εκ της θανατηφόρου ακηδίας».
Απαντά ο Αδάμ:
–  «Μη  μοι  κόπους  παρέχετε,  τεκνία  μου.  Ο  καιρός  των  εμών  θλίψεων
παρήλθεν. Από της ηδύτητος του Αγίου Πνεύματος και της τρυφής του Παραδείσου δεν δύναμαι να προσβλέψω προς την γην. Αλλά και πάλιν θα είπω υμίν:
»Αγαπά υμάς ο Κύριος, και υμείς εν αγάπη ζήσατε· πείθεσθε τοις προεστώσιν υμών, ταπεινούτε τας καρδίας υμών, και τότε Πνεύμα Θεού θα σκηνώση εν υμίν. Τούτο έρχεται ηρέμα και δίδει ειρήνην εις την ψυχήν, και μαρτυρεί την σωτηρίαν αυτής άνευ λόγων.
»Ψάλατε τω Θεώ εν αγάπη και ταπεινώσει πνεύματος, ότι ο Κύριος χαίρει επ’ αυτώ».
– «Ώ Αδάμ, ψάλλομεν ημείς, αλλά δεν έχομεν εν ημίν ούτε αγάπην ούτε ταπείνωσιν».

–   «Μετανοείτε   και   προσεύχεσθε.   Και   εγώ   επί   πολύ   μετενόουν   και
εθλιβόμην, ότι τον Θεόν προσέβαλον, ότι δια το αμάρτημα μου αφηρέθη η ειρήνη και η αγάπη από του προσώπου της γης. Τα δάκρυα μου έρρεον κατά πρόσωπον και ήρδευον το στήθος και έπιπτον επί την γην· και πάσα η έρημος ήκουε των στεναγμών μου.
»Υμείς δεν δύνασθε να εννοήσητε το βάθος της θλίψεως [//566] μου, ούτε πώς ωδυρόμην δια τον Θεόν και τον Παράδεισον. Εν τω Παραδείσω ήμην αγαλλόμενος. Πνεύμα Θεού ηύφραινε με και ελεύθερος ήμην παθημάτων. Ότε όμως εξεβλήθην εκ του Παραδείσου, τότε θηρία και πετεινά, άτινα το πρότερον με ηγάπων, ήρξαντο να φοβώνται εμέ και να φεύγουν απ’ εμού· αι κακαί σκέψεις εσπάρασσον την καρδίαν μου· ψύχος και λιμός με εβασάνιζον· ο ήλιος με έκαιε και άνεμοι εμάστιζον με· οι υετοί με κατέβρεχον, και αι ασθένειαι κατεπόνουν με· ως και τα λοιπά δεινά της γης. Εγώ δε τα πάντα έφερον μετ’ ακλονήτου ελπίδος εις τον Θεόν.
»Και υμείς, τεκνία μου, φέρετε τους πόνους της μετανοίας· αγαπάτε τας θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματα υμών δι’ ασκήσεως εγκρατείας, ταπεινούτε εαυτούς και αγαπάτε τους εχθρούς, όπως ενοικήση εν υμίν το Άγιον Πνεύμα.
»Τότε θα γνωρίσητε και θα εύρητε την Βασιλείαν των Ουρανών.
»Μη ταράττετε δε την ειρήνην μου: Νυν εκ της Θείας αγάπης αδυνατώ να στραφώ  προς  την  γην.  Επελαθόμην  πάντων  των  επιγείων.  Επελαθόμην  και αυτού τούτου του απολεσθέντος υπ’ εμού Παραδείσου, διότι βλέπω την αιώνιον δόξαν του Κυρίου και την δόξαν των Αγίων, οίτινες εκ του Φωτός του Προσώπου του Θεού και οι ίδιοι λάμπουν ομοίως προς Αυτόν».
– «Ώ Αδάμ, ψάλλε, ψάλλε ημίν τον ουράνιον ύμνον, ίνα ακούη πάσα η γη και  ηδυνθή  δια  της  θείας  αγάπης.  Επιποθούμεν  να  ακούωμεν  τους  γλυκείς αυτούς ύμνους, διότι ψάλλονται εν Πνεύματι Αγίω».


Ο  Αδάμ  απώλεσε  τον  επίγειον  παράδεισον  και  θρηνών  εζήτει  αυτόν:
«Παράδεισε μου, παράδεισε, θαυμαστέ μου παράδεισε». Ο δε Κύριος δια της αγάπης Αυτού επί του σταυρού εχαρίσατο εις αυτόν άλλον Παράδεισον, [//567] κρείττονα του απολεσθέντος, εν τοις ουρανοίς, όπου το άκτιστον Φως της Αγίας Τριάδος.
«Τί ανταποδώσωμεν τω Κυρίω δια την αγάπην Αυτού προς ημάς»;

[//568]
ΙΘ’ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ
Εκ της παιδικής μου ηλικίας η ψυχή μου ηγάπα να σκέπτηται πώς ανελήφθη ο Κύριος εις τον ουρανόν επί των νεφελών και πώς η Θεομήτωρ και οι Άγιοι Απόστολοι εθεάσαντο την ανάληψιν ταύτην. Ότε όμως απώλεσα την χάριν του Θεού (ήμην έτι νεαρός), η ψυχή μου εγένετο αγρία και εγοητεύθην υπό της αμαρτίας, και σπανίως πλέον ενεθυμούμην την άναληψιν του Κυρίου. Ύστερον όμως κατενόησα την αμαρτίαν μου και ελυπήθην πολύ, διότι προσέβαλον τον Κύριον  και  εστερήθην  της  θείας  παρρησίας  ενώπιον  του  Κυρίου  και   της Θεοτόκου. Ησθάνθην βαθείαν αποστροφήν προς την αμαρτίαν και απεφάσισα να εισέλθω εις Μοναστήριον, ίνα εκλιπαρήσω τον Θεόν να συγχωρήση εμέ, και έθεσα εν τη καρδία μου να εκδυσωπήσω τον Θεόν, όπως επιτύχω της αφέσεως του πλήθους των αμαρτιών μου.
Ευθύς ως ετελείωσα την στρατιωτικήν μου θητείαν, εισήλθον εις την Μονήν και μετά τινα χρόνον επέπεσον επ’ εμέ σαρκικοί λογισμοί και εδίωκον εμέ πάλιν προς τον κόσμον, όπως νυμφευθώ· τότε είπον εις εαυτόν: «Ενταύθα θα αποθάνω δια τας αμαρτίας μου». Και ήρχισα να προσεύχωμαι εκτενώς, όπως συγχωρήση ο Κύριος το πλήθος των αμαρτιών μου.
Ημέραν τινα κατέλαβεν εμέ πνεύμα απογνώσεως. Εφαίνετο ότι ο Θεός
απέστρεψε το πρόσωπον Αυτού απ’ [//569] εμού έως τέλους και ότι δεν υπάρχει πλέον σωτηρία δι’ εμέ· και έβλεπον εναργώς εν τη ψυχή την αιώνιον απώλειαν· και είχον αίσθησιν ότι ο Θεός είναι άσπλαγχνος και αδυσώπητος. Κατειχόμην υπό του πνεύματος τούτου επί μίαν ώραν ή και πλέον. Το πνεύμα τούτο είναι τοσούτον απαίσιον και βασανιστικόν, ώστε είναι φοβερόν και να επαναφέρης αυτό εις την μνήμην. Είναι αδύνατον να βαστάση τούτο η ψυχή επί πολύ. Εις τοιαύτας στιγμάς υπάρχει δυνατότης αιωνίου απωλείας. Ο Ελεήμων Κύριος παρεχώρησεν εις το πνεύμα της καταχθονίου κακίας να πολεμήση την ψυχήν μου.
Παρήλθεν ολίγη ώρα· μετέβην εις τον ναόν δια τον εσπερινόν και ατενίσας εις την εικόνα του Σωτήρος είπον:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με, τον αμαρτωλόν».
Και ευθύς είδον εις την θέσιν της εικόνος τον ζώντα Κύριον, και η χάρις του Αγίου Πνεύματος επλήρωσε την ψυχήν και όλον το σώμα μου. Και ούτως εν Πνεύματι Αγίω εγνώρισα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός· και η θεϊκή αύτη ηδονή εγέννησεν εν εμοί τον πόθον να πάσχω δια τον Χριστόν.


Έκτοτε η ψυχή μου έλκεται προς Αυτόν και ουδέν άλλο πλέον ευφραίνει εμέ επί της γης, αλλ’ η μόνη δι’ εμέ αγαλλίασις είναι ο Θεός. Αυτός χαρά μου, Αυτός δύναμίς μου, Αυτός σοφία μου, Αυτός πλούτος μου.


Ο Θεός, φώτισον ημάς τω Πνεύματι Σου τω Αγίω, όπως οι πάντες έλθωμεν εις την επίγνωσιν της αγάπης Σου.
Δια του ληστού και του ασώτου υιού, ο Κύριος έδωκεν εις ημάς υπόδειγμα,
μετά  πόσης  αγάπης  έρχεται  εις  συνάντησιν  του  μετανοούντος  αμαρτωλού.

Λέγεται ότι μακρόθεν «είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού και εσπλαγχνίσθη και δραμών
επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν», και δεν επέπληξεν αυτόν δι’ ουδέν, αλλ’ [//570] έθυσε τον μόσχον τον σιτευτόν και προσέταξεν όπως ευφρανθούν πάντες. Τοσούτον είναι το έλεος και τοιαύτη η αγάπη του Θεού. Αλλ’ εις τον αμαρτωλόν άνθρωπον φαίνεται ότι ο Κύριος είναι άσπλαγχνος, και τούτο, επειδή ούτος εις την ψυχήν αυτού δεν έχει χάριν.


Δόκιμός τις μοναχός εν τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος συνήθιζε να προσεύχηται αδιαλείπτως, όπως συγχωρήση εις αυτόν ο Θεός τας αμαρτίας. Και ήρχισε να διαλογίζηται περί της Ουρανίου Βασιλείας, και εσκέπτετο: «Εγώ ίσως, θα σωθώ, εάν παρακαλώ θερμώς τον Θεόν, όπως συγχωρήση εις εμέ τας αμαρτίας μου· εάν όμως εις τον παράδεισον δεν ίδω τους γονείς μου, τότε θα θλίβωμαι δι’ αυτούς, διότι αγαπώ αυτούς. Ποία λοιπόν δύναται να είναι εις εμέ η χαρά εν τω παραδείσω, εάν εγώ θα θλίβωμαι δια τους ηγαπημένους μου, οίτινες ίσως θα ευρίσκωνται εν τω άδη;».
Ο  αμαρτωλός  ούτος  υποτακτικός  εσκέπτετο  περί  της  Βασιλείας  των
Ουρανών: «Όπως επί της γης, όταν απουσιάζουν οι γονείς ή οι συγγενείς, η εορτή δεν είναι χαρμόσυνος, ούτω και εν τω παραδείσω, εάν δεν βλέπω τους ηγαπημένους μου συγγενείς, θα θλίβωμαι».
Ούτως εσκέπτετο επί έξ μήνας. Και ιδού, ημέραν τινά, κατά την ώραν του εσπερινού, ο υποτακτικός εκείνος ητένισε προς την εικόνα του Σωτήρος και προέφερε την προσευχήν, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με, τον αμαρτωλόν», και είδεν ότι η εικών εγένετο ο ζων Σωτήρ, και επληρώθη η ψυχή και το σώμα του υποτακτικού αφάτου γλυκύτητος, και η ψυχή αυτού εν Πνεύματι Αγίω εγνώρισε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εγνώρισεν ότι ο Κύριος είναι ελεήμων και αρρήτου κάλλους και πραότητος, και κατενόησεν η ψυχή ότι, πεπληρωμένη ούσα της θείας αγάπης, δεν δύναται να ενθυμήται ουδενός, και έκτοτε καίεται η ψυχή αυτού υπό του πυρός της αγάπης προς τον Κύριον.


[//571] Δόξα τη ευσπλαγχνία Σου, Κύριε! Συ δίδεις εις την ψυχήν να γνωρίση πόσον Συ αγαπάς το ποίημα Σου, και η ψυχή εγνώρισε τον Δεσπότην και Κτίστην αυτής.
Ο Κύριος έδωκεν εις την ψυχήν επαρκή γνώσιν περί Εαυτού και η ψυχή
ηγάπησε τον Ποιητήν αυτής και χαίρει χαρά μεγάλη.
«Ελεήμων ο Κύριος ημών»! Και εις το  όριον τούτο παύει η σκέψις, και βεβυθισμένη εν τω Θεώ η ψυχή επιλανθάνεται της γης και αγαπά μόνον τον Κύριον, και εις ουδέν άλλο πλην του Ποιητού ευρίσκει ανάπαυσιν, και κατά καιρούς χέει θερμά δάκρυα: «Ίνα τι τον τοσούτον Ελεήμονα Θεόν εγώ προσέβαλον»;


Εκάλεσεν ο Κύριος αμαρτωλόν ψυχήν εις μετάνοιαν και αύτη επέστρεψε προς τον Κύριον, και Αυτός εν ελέει προσεδέξατο αυτήν και ενεφάνισεν Εαυτόν εις αυτήν.

Και η ψυχή του ανθρώπου εκείνου εγνώρισε τον Θεόν, τον ελεήμονα Θεόν
και οικτίρμονα και γλυκύτατον, και ηγάπησεν Αυτόν έως τέλους, και επιποθεί Αυτόν άνευ κόρου κατά το πλήθος της φλογερής αγάπης, και δεν δύναται να χωρισθή απ’ Αυτού ούτε ημέραν, ούτε νύκτα, ούτε μίαν στιγμήν.
Και όταν ελαττούται η χάρις, τότε αγνοώ προς τί να παραβάλω την λύπην της ψυχής. Ώ, πώς παρακαλεί τον Θεόν, όπως έλθη πάλιν επ’ αυτήν εκείνη η χάρις, της οποίας εγεύθη!


Παράδοξον  είναι  δι’  εμέ  ότι  ο  Κύριος  δεν  παρέβλεψε  το  παραπεσόν πλάσμα
Αυτού. Τινές απελπίζονται, σκεπτόμενοι ότι ο Κύριος δεν θα συγχωρήση εις αυτούς τας αμαρτίας. Τοιαύται σκέψεις έρχονται εκ του εχθρού. Ο Κύριος επί τοσούτον είναι ελεήμων, ώστε ουδόλως δυνάμεθα να συλλάβωμεν τούτο. Ψυχή, ήτις επληρώθη δια Πνεύματος Αγίου της αγάπης του Θεού, γνωρίζει οπόσον αγαπά ο Κύριος τον άνθρωπον. Όταν όμως απολέση [//572] την αγάπην ταύτην, τότε αδημονεί και πλήττει, ο δε νους εις ουδέν άλλο προσηλούται, ζητεί δε μόνον τον Θεόν.


Διάκονος τις διηγήθη εις εμέ:
«Ενεφανίσθη εις εμέ ο Σατανάς εν είδει αγγέλου φωτός και κολακευτικώς έλεγεν: “Αγαπώ τους υπερηφάνους, και ούτοι θα είναι μετ’ εμού. Συ είσαι υπερήφανος, και ως εκ τούτου ανήκεις εις εμέ”. Εγώ δε απεκρίθην: “Είμαι χείριστος πάντων”. Και ο Σατανάς εγένετο άφαντος».
Και   εις   εμέ   συνέβη   παρόμοιον   τι,   ότε   ενεφανίσθησαν   οι   δαίμονες.
Εφοβήθην ολίγον, αλλ’ είπα:
– Κύριε, Συ βλέπεις ότι τα δαιμόνια δεν με αφίνουν να προσεύχωμαι. Ειπέ εις εμέ τί οφείλω να πράξω, ίνα απέλθουν απ’ εμού οι δαίμονες.
Και ο Κύριος λέγει εις την ψύχην μου:
– Κράττει  τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου.
Έκτοτε ήρχισα να πράττω ούτω, και η ψυχή μου εύρεν ανάπαυσιν εν τω
Θεώ.


Η ψυχή μου μανθάνει την ταπείνωσιν παρά του Κυρίου. Ακατάληπτον πράγμα. Ο Κύριος ενεφανίσθη εις εμέ και έτρωσεν την καρδίαν μου δι’ αγάπης, ύστερον  όμως  εκρύβη,  και  νυν  η  ψυχή  μου  έλκεται  προς  Αυτόν  ημέρας  και νυκτός. Ελεήμων Αυτός και Καλός Ποιμήν ανεζήτησέ με, το πρόβατον Αυτού, τραυματισθέν ήδη υπό των λύκων, και ιάσατο με.
[//573]  Γνωρίζει  η  ψυχή  μου  το  έλεος  του  Κυρίου  προς  τον  αμαρτωλόν
άνθρωπον,  και  γράφω  την  αλήθειαν  ενώπιον  του  προσώπου  του  Θεού,  ότι πάντες ημείς οι αμαρτωλοί θα σωθώμεν, και ούτε μία ψυχή θα απολεσθή, εάν μετανοήση, διότι ο Κύριος είναι φύσει τοσούτον αγαθός, ώστε αδύνατον είναι να περιγραφή τούτο δι’ οιουδήποτε λόγου.
Επίστρεψον εκ ψυχής προς τον Κύριον και ειπέ, «Κύριε, συγχώρησον μοι»,
και μη σκέπτου ότι ο Κύριος δεν θα συγχωρήση. Το έλεος Αυτού δεν δύναται να

μη  συγχωρή,  αλλ’  ευθύς  συγχωρεί  και  αγιάζει.  Ούτω  διδάσκει  το  Πνεύμα  το
Άγιον εν τη Εκκλησία ημών.
Ο Κύριος είναι αγάπη. «Γεύσασθε και ίδετε, ότι χρηστός ο Κύριος», λέγει η Γραφή (Ψαλμ. λγ’ 8). Η ψυχή μου εγεύθη αυτής της χρηστότητος του Κυρίου και ορμά το πνεύμα μου προς τον Θεόν άνευ κόρου ημέρας και νυκτός. Γράφω περί της αγάπης του Θεού, και δεν γνωρίζω κόρον εις τούτο, διότι αιχμαλωτίζεται η ψυχή μου υπό της μνήμης του Θεού του Παντοκράτορος.


Εκ του Αγίου Πνεύματος αναβλύζει αγάπη, και χωρίς αυτής της αγάπης ουδείς δύναται να γνωρίση περί του Θεού, «καθώς δει γνώναι». Αγίω Πνεύματι γνωρίζεται η θεία προς ημάς αγάπη, την οποίαν εκχέει ο Κύριος επί τους δούλους Αυτού, ίνα προσεύχωνται υπέρ του λαού.
Και εγώ δεν θα εγνώριζον τούτο, εάν δεν εδίδασκεν εμέ η χάρις. Μη νομίζετε όμως ότι ευρίσκομαι εν καταστάσει μεγάλης χάριτος ή εν πλάνη. Ουχί. Εγώ  εγνώρισα  μόνον  το  πλήρωμα  της  χάριτος,  αλλά  ζω  χείρον  και  του τελευταίου   αγραμμάτου   χωρικού.   Είμαι   μεγαλόσχημος,   αλλ’   ανάξιος   της κλήσεως ταύτης. Έχω μόνον επιθυμίαν να σωθώ, αλλ’ ουχί άσκησιν. Ο Κύριος όμως έδωκεν εις εμέ να γευθώ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ήτις δίδει εις την ψυχήν την γνώσιν της οδού του [//574] Θεού και οδηγεί εις την Βασιλείαν των Ουρανών.


Θλίβομαι, επειδή ραθύμως ζω, δυστυχώς όμως καλύτερον δεν δύναμαι. Γνωρίζω ότι είμαι άφρων, ενδεής παιδεύσεως, πτωχός και αμαρτωλός, αλλ’ ιδού ο Κύριος αγαπά και τους τοιούτους, και δια τούτο εξ όλης της δυνάμεως έλκεται η ψυχή μου, όπως εργάζηται δι’ Αυτόν.
Ώ, οποίον το έλεος του Θεού! Εγώ είμαι βδελυκτός και αχρείος άνθρωπος, και όμως ο Κύριος τοσούτον αγαπά εμέ. Αυτός είναι η Αυτοαγάπη, και πάντας ομοίως αγαπά και εν ελέει καλεί προς Εαυτόν: «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Αυτήν την ανάπαυσιν λαμβάνει η ταπεινή ψυχή εν Αγίω Πνεύματι δια την μετάνοιαν αυτής.
Ημείς νυν είμεθα οι τελευταίοι μοναχοί. Αλλά και νυν υπάρχουν εισέτι ουχί ολίγοι ασκηταί, τους οποίους έκρυψεν ο Κύριος, διο και δεν ποιούν εμφανή θαύματα, αλλά εν ταις ψυχαίς αυτών καθ’ εκάστην τελούνται θαυμάσια μεγάλα, άτινα παραμένουν απαρατήρητα εις τους πολλούς. Ιδού θαύμα: Όταν η ψυχή κλίνη προς υπερηφανίαν, τότε εμπίπτει εις σκοτισμόν και ακηδίαν· όταν όμως ταπεινούται, τότε έρχεται χαρά, κατάνυξις και φως.


Όταν εγκαταλείπη εμέ η χάρις, τότε θλίβεται πολύ η ψυχή μου και λέγω:
– Διά της παρακοής μου απώλεσα τον Κύριον. Ώ, πότε θα χορτασθή πάλιν η ψυχή μου της αγάπης του Θεού; Πότε θα αγαλλιασθή επί τω Κυρίω; Πότε πάλιν θα ευφρανθή η καρδία μου και θα πληρωθή της σοφίας του Θεού, ώστε να αγαπά εμέ Αυτός, καθώς ηγάπησε τον Προφήτην Δαβίδ δια την πραότητα αυτού, ή τον Μωϋσήν δια το είναι αυτόν πιστόν εν όλω τω οίκω Κυρίου; (βλ. Εβρ. γ’ 5).

Ο Κύριος αγαπά ημάς απείρως. Τούτο είναι φανερόν [//575]  εκ της Αγίας
Γραφής και της προσωπικής πείρας. Η ψυχή μου αμαρτάνει ημέρας και νυκτός δια του λογισμού, αλλ’ ευθύς ως είπω, «άφες μοι, Κύριε, ότι ασθενής ειμι εγώ σφόδρα, και δώρησαι εις εμέ την ειρήνην Σου, την οποίαν δίδεις εις τους δούλους Σου», πάραυτα η ψυχή μου ευρίσκει ειρήνην.


Ο Κύριος λέγει: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί». Και εγώ εσκέφθην: Εν μέρει θα ησυχάζω και εν μέρει θα ειρηνεύω τους ανθρώπους. Και έλαβον κελλίον πλησίον ενός θυμώδους αδελφού μοναχού και συνωμίλουν μετ’ αυτού και προσεπάθουν να πείσω αυτόν όπως ζη εν ειρήνη μετά των άλλων και συγχωρή τους πάντας. Επ’ ολίγον υπέμεινεν εμέ και κατόπιν τοσούτον εξηγέρθη εναντίον μου, ώστε και το κελλίον αφήκα και μετά δυσκολίας εξέφυγον απ’ αυτού και έκλαιον πολύ ενώπιον του Θεού, διότι δεν επετεύχθη η ειρήνη. Και κατενόησα ότι πρέπει να αναζητώ το θέλημα του Θεού και να ζω, όπως θέλει ο Κύριος, και να μη επινοώ ο ίδιος ασκητικούς αγώνας. Και πολλάκις έσφαλλον εις το σημείον τούτο. Αναγινώσκω, και φαίνεται ότι καλόν είναι να πράττω ούτως, αλλ’ εν τη πράξει αποβαίνει το εναντίον.
Είναι δύσκολον να ζης άνευ πνευματικού. Η αδόκιμος ψυχή δεν διακρίνει το  θέλημα  του  Θεού,  και  θα  υποφέρη πολλάς  δοκιμασίας,  πριν  ή  μάθη  την ταπείνωσιν.


Ότε ήμην αρχάριος, είπον εις τον πνευματικόν ότι εδέχθην λογισμόν πορνείας. Ο δε πνευματικός απήντησε: «Ποτέ μη δέχου». Και έκτοτε παρήλθον τεσσαράκοντα και πέντε έτη, και ουδέ άπαξ εδέχθην σαρκικόν λογισμόν, ουδέ άπαξ ωργίσθην εναντίον τινος, διότι η ψυχή μου ενθυμείται την αγάπην του Κυρίου και την ηδύτητα του Αγίου Πνεύματος, και επιλανθάνομαι των προσβολών.


[//576] Προ δεκαπέντε περίπου ετών, ο Ηγούμενος Αρχιμανδρίτης Μισαήλ έστελλε τον πατέρα Σ. εις εργασίαν επί του ιστιοφόρου πλοίου της Μονής, αλλ’ εκείνος ηρνήθη και είπε: «Δεν υπάγω». Τότε ο Ηγούμενος ηρώτησεν αυτόν: «Και πού θέλεις να υπάγης;». Ο πατήρ Σ. απήντησεν: «Εις το δάσος, ίνα κόπτω ξύλα». Και ότε μετέβη εις το δάσος, μετ’ ολίγον έπεσεν επ’ αυτόν έν δένδρον, και επί πολύν χρόνον παρέμενεν εν τω νοσοκομείω και μετενόει δια την ανυπακοήν αυτού.
Ομοίως και εγώ επί τι χρονικόν διάστημα επέτυχον, όπως δοθή εις εμέ διακόνημα κατά το θέλημα μου. Ήμην οικονόμος και ήθελον να ησυχάζω εν τω Παλαιώ Ρωσικώ. Εκεί εκρατείτο πάντοτε νηστεία· καθ’ όλην την εβδομάδα οι πατέρες έτρωγαν άνευ ελαίου, εκτός του Σαββάτου και της Κυριακής, και ένεκα της νηστείας πολύ ολίγοι επεσκέπτοντο αυτούς. Αρχοντάρης (ξενοδόχος) ήτο ο π. Σεραπίων, όστις έτρωγε μόνον άρτον και έπινεν ύδωρ· βραδύτερον αντικατέστησεν αυτόν ο π. Ονησιφόρος. Ούτος δια της πραότητος και της ταπεινώσεως και του χαρίσματος του λόγου είλκυε προς αυτόν πολλούς ανθρώπους. Ήτο τοσούτον πράος και ταπεινός, ώστε και χωρίς λόγων, μόνον δια

της  παρουσίας  αυτού,  ωφέλει  τους  ανθρώπους.  Παρέμεινα  μετ’  αυτού  επί
αρκετόν καιρόν, χαίρων επί τη συνέσει και τω ηρέμω χαρακτήρι αυτού. Ο Γέρων Σαβίνος  επί  επτά  έτη  δεν  εκοιμήθη  επί  κλίνης.  Ο  Γέρων  Δοσίθεος  ήτο  κατά πάντα υποδειγματικός μοναχός. Ο Γέρων Ανατόλιος είχε το χάρισμα της μετανοίας. Ούτος είπεν εις εμέ: «Πολύν καιρόν δεν εγνώριζον πώς ενεργεί η χάρις, νυν όμως γνωρίζω». Εδέχθη την χάριν κατά την ώραν της τραπέζης.
Εκεί ωσαύτως ήτο ο ησυχαστής Ισραήλ. Ούτος είδε την Θεομήτορα. Ήτο πολύ γέρων και, ότε έζη εισέτι εν τη Ρωσία, επεσκέφθη τον Όσιον Σεραφείμ του Σαρώφ και είδεν αυτόν έτι ζώντα. Έμενεν ο Γέρων Ισραήλ εν εκείνη τη καλύβη, ήτις κατόπιν εγένετο η κατοικία του [//577] κηπουρού· εβλάστανον πολλά χόρτα, τα οποία ημείς εκόπτομεν. Ήλθον ποτε προς αυτόν. Εκάθητο επί σκαμνίου υποκάτω μιας μεγάλης πρασίνης δρυός. Ήτο υψηλός, πολύ ισχνός, και εκράτει κομβοσχοίνιον ανά χείρας. Εγώ ήμην νεαρός μοναχός, επλησίασα αυτόν, έβαλον μετ’ ευλαβείας μετάνοιαν και είπον: «Ευλόγησον, πάτερ». Και εκείνος ηπίως απήντησεν: «Ο Θεός να σε ευλογήση, τέκνον του Χριστού». Τότε πάλιν είπον:
«Γέροντα, ενταύθα είσθε μόνος, και έχετε ευκολίαν να εργάζησθε την νοεράν
προσευχήν». Και ούτος απήντησε: «Προσευχή άνους δεν υπάρχει, αλλ’ ημείς είμεθα α‐νόητοι». Ησθάνθην εντροπήν και δεν ετόλμησα να ερωτήσω αυτόν πλείον τι, αλλά και την έννοιαν των λόγων αυτού δεν κατενόησα. Ύστερον όμως εννόησα ότι «ημείς μόνον είμεθα ανόητοι», διότι δεν γνωρίζομεν αν ζώμεν και να δουλεύωμεν τω Κυρίω όπως πρέπει.
Εκτός του Γέροντος Ισραήλ είχομεν εν τη Μονή άλλους δύο, οίτινες επεσκέφθησαν τον Όσιον Σεραφείμ: τον Γέροντα Σαβίνον και τον Γέροντα Σεραφείμ· και οι δύο ήσαν εκ της επαρχίας του Ταμπώφ.
Προς αυτούς λοιπόν τους ασκητάς ήθελον να απέλθω και μετ’ αυτών να ζω, και εζήτουν τούτο επιμόνως παρά του Ηγουμένου, εγκαταλείψας το διακόνημα του οικονόμου. Εις τούτο όμως δεν ηυδόκησεν ο Θεός, και μετά έν και ήμισυ έτος ανεκάλεσαν εμέ πάλιν εις το παλαιόν διακόνημα, διότι είχον πείραν επί των οικοδομών. Ένεκα όμως της αυθαιρεσίας μου με ετιμώρησεν ο Κύριος, και εν τω Παλαιώ Ρωσικώ έπαθον σοβαράν ψύξιν της κεφαλής, και έκτοτε έχω συνεχώς κεφαλαλγίαν.
Ούτω   πρέπει   να   αναγνωρίζωμεν   το   θέλημα   του   Θεού   μέσω   του
Ηγουμένου, και εις ουδέν να επιμένωμεν.


Η αγάπη του Θεού δίδει τας δυνάμεις, ίνα μένωμεν εις ολονύκτιον προσευχήν, αλλ’ ιδού εγώ, ασθενής ών, απέκαμον εκ της κεφαλαλγίας και αναγκάζομαι να αναπαύωμαι. Έπαθον τούτο, επειδή επέμενον εις την επιθυμίαν μου να ησυχάζω εν τη ερήμω, εγκαταλείψας το έργον του οικονόμου. Ο Κύριος όμως ήθελε να είμαι εις όλην μου την ζωήν οικονόμος εις το Μοναστήριον.
Δις διώρισαν εμέ επίτροπον οικοδομών, αλλ’ εγώ ηρνήθην, και ένεκα τούτου ετιμωρήθην. Ύστερον κατενόησα ότι έκαστος είναι αναγκαίος εις την θέσιν αυτού και οι πάντες σώζονται ανεξαρτήτως βαθμού ή υπουργήματος.

Ότε η Σύναξις των Γερόντων της Μονής ώρισεν εμέ οικονόμον εις την
θέσιν  του  πατρός  Σεβηριανού,  ήλθον  εις  το  κελλίον  μου  και  ήρχισα  να προσεύχωμαι:
«Κύριε, Συ εμπιστεύεσαι εις εμέ μέριμναν δια την μεγάλην ημών Μονήν.
Βοήθει μοι, όπως κατοθρώσω το έργον τούτο».
Και λαμβάνω εν τη ψυχή απάντησιν: «Ενθυμού της χάριτος του Αγίου
Πνεύματος και αγωνίζου να αποκτήσης αυτήν».


Περίλυπος είναι η ψυχή μου. Εκ της ασθενείας δεν δύναμαι να υπηρετώ τον Κύριον. Η κεφαλαλγία καταπονεί εμέ, και εκείνη η χάρις, ήτις υπερνικά την ασθένειαν, δεν είναι μετ’ εμού. Όταν έρχηται η μεγάλη χάρις, τότε η ψυχή επιθυμεί τα παθήματα. Ούτως οι μάρτυρες είχον μεγάλην χάριν, και το σώμα αυτών έχαιρε μετά της ψυχής, ότε εβασάνιζον αυτούς χάριν του ηγαπημένου Κυρίου. Όστις εγεύθη της χάριτος αυτής, γνωρίζει τούτο, ημείς δε οφείλομεν να υπομένωμεν τας ασθενείας.
Η ασθένεια και η πενία ταπεινούν τον άνθρωπον έως τέλους. Επεσκέφθην
τον άρρωστον πατέρα Σ. και είπον εις αυτόν: «Πώς ζης»; Και ούτος βεβαρημένος εκ της αρρωστίας, αντί απαντήσεως έρριψε τον σκούφον αυτού εις το πάτωμα. Τότε  εγώ  είπον:  «Ευχαρίστει  τον  Θεόν  δια  την  ασθένειαν,  άλλως  θα  έχης άσχημον τέλος. Ιδού [//579] θα δώσουν εις σε το σχήμα, θα έλθη η χάρις και θα σε παρηγορήση εις τας θλίψεις σου».
Έλαβεν ούτος το σχήμα, και την επαύριον, ελθών ίνα συγχαρώ αυτόν,
ηρώτησα: «Πώς διάγεις»; Και ούτος μετά χαράς απήντησεν:
– Ως εν τω αγίω βαπτίσματι, ο Κύριος έδωκεν εις εμέ δωρεάν την χάριν
Αυτού.
Και έφερε πλέον ευκόλως την ασθένειαν και ετελειώθη εν βαθεία ειρήνη,
διότι η γλυκύτης του Αγίου Πνεύματος υπερβαίνει όλην την ηδονήν του κόσμου.


Ο Κύριος δίδει εις τους αμαρτωλούς την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και δια τούτο η πίστις ημών είναι ακράδαντος. Και δια τίνος τρόπου θα ηδυνάμεθα να ευχαριστήσωμεν τον  Κύριον  δια  την  τοιαύτην  αγάπην Αυτού,  την  οποίαν αισθανόμεθα καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν;
Ηρώτησα νεαρόν τινα μοναχόν, εάν δεν απώλεσε την χάριν, ήτις δίδεται
κατά την ένδυσιν του σχήματος. Έλαβε δε το μέγα σχήμα προ δώδεκα ημερών.
Και είπεν εις εμέ:
– Αν και είμαι άρρωστος, όμως ακούω την χάριν του Θεού να ηχή εις την ψυχήν μου.
Παρήλθον  άλλαι  δέκα  περίπου  ημέραι,  και  πάλιν  ηρώτησα  αυτόν,  και
απήντησε μετά χαράς:
–    Δόξα τω Θεώ, αισθάνομαι το έλεος του Κυρίου!


Εδόθη εις εμέ το εξής βίωμα: Ότε η ψυχή μου απώλεσε την ταπείνωσιν, εγενόμην ευερέθιστος. Ενεθυμούμην όμως την ταπείνωσιν του Χριστού και εδίψων αυτήν και ανέλαβον το πένθος της μετανοίας, καθικετεύων τον Θεόν,

όπως   συγχωρήση   και   καθαρίση   εμέ   εκ   του   Πνεύματος   της   υπεροψίας,
χαριζόμενος εις εμέ την Αγίαν Αυτού ειρήνην. Και ότε η ψυχή μου εμίσησε τας αμαρτίας, τότε το Άγιον Πνεύμα εδίδαξεν εις εμέ την αδιάλειπτον [//580] προσευχήν  και  την  αγάπην.  Γνωρίζων  δε  οπόσον  αγαπά  ο  Κύριος  τον  λαόν Αυτού, ιδίως τους νεκρούς, καθ’ εκάστην νύκτα έχεον δι’ αυτούς δάκρυα. Επόνει η καρδία μου δια το ότι οι άνθρωποι στερούνται τοιούτου Ελεήμονος Θεού. Και ημέραν τινα είπον εις τον πνευματικόν:
– Λυπούμαι τους οδυνωμένους εν τω άδη και καθ’ εκάστην νύκτα κλαίω δι’ αυτούς, και τοσούτον καταπονείται η ψυχή μου, ώστε λυπούμαι προσέτι και τους δαίμονας.
Ο δε πνευματικός απήντησεν εις εμέ ότι η τοιαύτη προσευχή είναι εκ της χάριτος του Θεού.
Ασκητής  τις  ηρώτησεν  εμέ:  «Κλαίεις  δια  τας  αμαρτίας  σου»;  Λέγω  εις αυτόν: «Μάλλον ολίγον· πολύ όμως οδύρομαι δια τους νεκρούς». Τότε λέγει εκείνος: «Κλαίε δια τον εαυτόν σου, τους δε άλλους ο Κύριος θα ελεήση. Έτσι είπεν  ο  Ηγούμενος  Μακάριος».  Υπήκουσα  και  έπραττον,  ως  είπεν  εκείνος· έπαυσα να κλαίω δια τους νεκρούς, αλλά τότε εξέλιπον τα δάκρυα και δι’ εμαυτόν.
Είπα περί τούτου εις άλλον τινά ασκητήν, όστις είχε το χάρισμα των δακρύων. Ηγάπα να σκέπτηται τα πάθη του Σωτήρος, πώς ο Κύριος, ο Βασιλεύς της δόξης, έπαθε τοσαύτα δι’ ημάς, και έχεεν άφθονα δάκρυα καθ’ ημέραν. Ηρώτησα τον ασκητήν αυτόν: «Θα ήτο άρα γε καλόν να προσεύχωμαι δια τους νεκρούς»; Εστέναξε και είπεν: «Εγώ, αν θα ήτο δυνατόν, τους πάντας θα εξήγον εκ του άδου, και μόνον τότε η ψυχή μου θα ανεπαύετο και θα έχαιρε».
Και εν ταυτώ έδειξε δια κινήσεως των χειρών αυτού, ως να συνήγε δράγματα εις θερισμόν, και εκ των οφθαλμών αυτού έρρεον δάκρυα.
Έκτοτε έπαυσα πλέον να αναχαιτίζω τα δάκρυα εν ταις προσευχαίς μου
υπέρ των νεκρών, και επέστρεψαν εις εμέ τα δάκρυα, και πολύ ωδυρόμην προσευχόμενος [//581] δι’ αυτούς.


Την ζωήν μου διήλθον και εν τω αγαθώ και εν τη αμαρτία, και εις τα εξήκοντα έτη κατενόησα οποίαν δύναμιν έχει η έξις. Και η ψυχή και ο νους δύνανται να αποκτήσουν έξιν. Και εις ό,τι συνηθίση ο άνθρωπος, τούτο και θα πράττη. Εάν συνηθίση εις την αμαρτίαν, τότε θα έλκηται συνεχώς προς την αμαρτίαν, και προς τούτο βοηθούν οι δαίμονες.
Εάν πάλιν συνηθίση εις το αγαθόν, τότε ο Θεός συνεργεί δια της χάριτος Αυτού. ούτως, εάν συνηθίσης να προσεύχησαι συνεχώς, να αγαπάς τον πλησίον σου και να κλαίης εν τη προσευχή δι’ όλον τον κόσμον, η ψυχή σου θα έλκηται εις την προσευχήν, εις τα δάκρυα και εις την αγάπην. Και εάν συνηθίσης να δίδης ελεημοσύνην, να είσαι υπήκοος, ειλικρινής εις την εξομολόγησιν ενώπιον του πνευματικού, ούτω θα πράττης πάντοτε, και εν τούτω θα εύρης ανάπαυσιν εν τω Θεώ.

Ευαρεστείται  ο  Κύριος  ημών,  όταν  ημείς  εις  την  προσευχήν  δια  τους
ανθρώπους χέωμεν δάκρυα εξ αγάπης, και πλήρης ελέους εισακούει ημών.
«Ώ Κύριε, δος μοι δάκρυα, ίνα κλαίη η ψυχή μου εκ της αγάπης προς τον αδελφόν ημέρας και νυκτός».
Και ιδού ο Θεός εισακούει της προσευχής και δίδει εις την ψυχήν μεγάλα δάκρυα υπέρ όλου του κόσμου.


Ημέραν τινα επορευόμην δια της πεδιάδος εκ της Ουστιζόρσκ κατασκηνώσεως, όπου κατά τους θερινούς μήνας εστρατοπέδευε το μηχανικόν ημών  τάγμα,  εις  το  χωρίον  Κόλπινο,  ίναι  παραδώσω  εις  το  ταχυδρομείον χρήματα, άτινα ήθελον να αποστείλω εις το Άγιον Όρος. Και ιδού, λυσσαλέος κύων έτρεχε κατ’ εμού· και ότε επλησίασε τελείως, προέφερον μόνον, «Κύριε, ελέησον», και ευθύς δύναμις τις απώθησε τον κύνα απ’ εμού, ως να [//582] προσέκρουε προς τι, και εστράφη προς το Κόλπινο. Εκεί έδηξε πολλούς, και πολλήν ζημίαν προεξένησεν εις ανθρώπους και κτήνη.
Έκτοτε  εγνώρισα  πόσον  πλησίον  είναι  ο  Κύριος  προς  τον  αμαρτωλόν
άνθρωπον και πόσον ταχέως εισακούει των προσευχών αυτού.


Συνέβη να πατήσω μυίαν τινα άνευ ανάγκης, και εκείνη, η ταλαίπωρος, έσυρε κατά γης τα εκκεχυμένα εντόσθια αυτής, και τρία ημερονύκτια έκλαιον δια την σκληρότητα μου προς την κτίσιν, και έως του νυν ενθυμούμαι τούτο.
Άλλοτε εις τον εξώστην του καταστήματος ενεφανίσθησαν νυκτερίδες, και εγώ έρριψα επ’ αυτάς βραστόν ύδωρ, και πάλιν πολλά δάκρυα έχυδα δια τούτο, και έκτοτε ουδέποτε προσβάλλω την κτίσιν.
Άλλοτε επορευόμην από του Μοναστηρίου προς το Παλαιόν Ρωσικόν, και είδον εν τη οδώ τετεμαχισμένον όφιν και έκαστον τεμάχιον αυτού εσφάδαζε, και ελυπήθην άπασαν την κτίσιν και παν πάσχον κτίσμα, και έκλαιον πολύ ενώπιον του Θεού.
Το Πνεύμα του Θεού διδάσκει την ψυχήν να αγαπά παν ό,τι ζη, ούτως ώστε και έν πράσινον φύλλον του δένδρου δεν θέλει να κόψη, ούτε να πατήση έν άνθος του αγρού. Ούτω το Άγιον Πνεύμα διδάσκει την αγάπην προς πάντα, και η ψυχή συμπάσχει προς πάσαν ύπαρξιν, αγαπά προσέτι και τους εχθρούς και λυπείται εισέτι και τα δαιμόνια, διότι εξέπεσον του αγαθού.
Δια τούτο ο Κύριος ενετείλατο εις ημάς να αγαπώμεν και τους εχθρούς, και το Πνεύμα του Θεού δίδει την δύναμιν της αγάπης ταύτης. Και εάν είμεθα ανίκανοι και δεν έχωμεν αγάπην εντός ημών, τότε πρέπει να ζητώμεν θερμώς παρά του Κυρίου και της παναχράντου Αυτού Μητρός και πάντων των Αγίων, και θα βοηθήση εν πάσιν ο Κύριος, Όστις τοσούτον αγαπά ημάς. Και όταν άπτηται [//583] Αυτός της ψυχής και του σώματος, τότε το παν αλλάσσει εν ημίν, και γίνεται χαρά μεγάλη εν τη ψυχή, διότι γνωρίζει τον Δημιουργόν αυτής και την ακατάληπτον Αυτού ευσπλαγχνίαν.


Υπάρχουν  άνθρωποι  οίτινες  έχουν  «προσπάθειαν»  (τ.ε.  προσκόλλησιν)
προς τα ζώα, και θωπεύουν ταύτα και συνομιλούν μετ’ αυτών, εγκαταλείποντες

την  αγάπην  του  Θεού,  και  ως  εκ  τούτου  αφανίζεται  η  αγάπη  μεταξύ  των
αδελφών, δια την οποίαν απέθανεν ο Χριστός εν μέσω μεγάλων οδυνών. Ασύνετος είναι η τοιαύτη διαγωγή. Εις τα ζώα και τα κτήνη δίδε τροφήν και μη κακοποιής ταύτα, και τούτο είναι το έλεος του ανθρώπου προς αυτά. Αλλά να προσκολλάται τις προς αυτά, να θωπεύη αυτά, να ομιλή προς αυτά, είναι αφροσύνη ψυχής.
Ψυχή, ήτις εγνώρισε τον Κύριον, πάντοτε εν φόβω και αγάπη παρίσταται ενώπιον Αυτού· και πώς είναι δυνατόν να έχη αύτη «προσπάθειαν» και να ομιλή προς τα κτήνη, προς τας γαλάς και τους κύνας; Τούτο σημαίνει ότι επελήσθη ο άνθρωπος της εντολής του Θεού, να αγαπά Αυτόν εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της διανοίας αυτού.
Τα θηρία, τα κτήνη και εν γένει παν ζώον είναι γη, ημείς δε οφείλομεν να φυλάττωμεν τον νουν ημών ελεύθερον από της «προσπαθείας» προς τα γήϊνα, αλλά μεθ’ όλης της δυνάμεως του νου να αγαπώμεν τον Κύριον, την Άχραντον Αυτού Μητέρα, την Προστάτιδα ημών, τους Αγίους και να ευλαβώμεθα αυτούς· ούτοι  πρεσβεύουν  υπέρ  ημών  και  λυπούνται,  όταν  ημείς  καταφρονώμεν της εντολής του Θεού.


Ήλθε ποτέ εις εμέ ο λογισμός όπως αγοράσω ολίγους ασπαίροντας ιχθύς. Προσωπικά χρήματα δεν είχον, [//584] είχον όμως τα χρήματα της Μονής και θα ηδυνάμην να αγοράσω, αλλά δεν ήθελον να παραβώ την τάξιν της ζωής μου. Ο λογισμός όμως παρέσυρεν εμέ μέχρι σημείου, ώστε και εν τω ναώ, κατά την ώραν της λειτουργίας, να έχω τους ιχθύς εν τω νοΐ μου. Τότε κατενόησα δια του ελέους του Θεού ότι τούτο ήτο του εχθρού ενέργεια και ότι η χάρις βοηθεί να τρώγωμεν ολίγον, το δε δαιμόνιον ωθεί ημάς εις πολυφαγίαν και ηδυφαγίαν.
Τρεις   ημέρας   εβασανιζόμην   υπ’   αυτού   του   λογισμού,   και   μόλις κατώρθωσα να απελευθερωθώ δια της προσευχής και των δακρύων. Τοσούτον δύσκολον είναι να παλαίσης προσέτι και προς τοιούτους μηδαμινούς λογισμούς.
Εν τω μετοχίω δε συνέβη εις εμέ το εξής: Έτρωγον μέχρι να χορτάσω, και μετά  δύο  ώρας  ηδυνάμην  να  φάγω  εκ  νέου  την  αυτήν  ποσότητα. Παρηκολούθησα το βάρος μου και παραδόξως είδον ότι εις τρεις ημέρας προσέθηκα τρεις οκάδας. Κατενόησα ότι τούτο ήτο πειρασμός, διότι ημείς οι μοναχοί οφείλομεν να αποξηραίνωμεν το σώμα ημών, ίνα μη υπάρχουν εν αυτώ οιαιδήποτε εμπαθείς κινήσεις, αίτινες παρεμποδίζουν την προσευχήν. Το κεχορτασμένον σώμα δυσχεραίνει την καθαράν προσευχήν, και το Πνεύμα του Θεού δεν έρχεται εις κεκορεσμένην γαστέρα. Πάντως πρέπει να γνωρίζωμεν δια της πείρας το κατάλληλον δι’ ημάς μέτρον της νηστείας, ίνα μη εξασθενήσωμεν ακαίρως, ώστε να μη δυνάμεθα να εκτελώμεν το διακόνημα. Εγνώρισα υποτακτικόν τινα, όστις εξήρανεν εαυτόν δια της νηστείας, αλλ’ εξησθένησε και απέθανε προώρως.


Ενθυμούμαι ότι ήμην εν τω ναώ της Αγίας Σκέπης δια τον εσπερινόν, και ο πνευματικός, πατήρ Ν. ανεγίνωσκε τον Ακάθιστον. Βλέπων αυτόν εσκέφθην: «Ο Ιερομόναχος  είναι  παχύς,  δεν  δύναται  να  ποιή  βαθείας  μετανοίας.  Την  ιδίαν

στιγμήν, κατά την οποίαν ήθελον [//585] να βάλω μετάνοιαν, παρευθύς αοράτως
με  εκτύπησε  τι  εις  την  μέσην·  ήθελον  να  φωνάξω,  «βοήθεια»,  αλλά  εκ  του δυνατού πόνου δεν ηδυνήθην.
Ούτως ο Κύριος εν ελέει ετιμώρησεν εμέ, ούτω με ενουθέτησεν, ίνα μη
κρίνω ουδένα.


Άλλοτε μετά την προσευχήν εκάθισα σκεπτόμενος: «Δεν επιθυμώ να αποθάνω». Και λέγω: «Κύριε, Συ βλέπεις την καρδίαν μου, δεν θα ήθελον να αποθάνω». Όταν δεν βλέπη τις επί πολύν χρόνον τους γονείς αυτού, μετά χαράς έρχεται προς αυτούς, ενώ Σε, Ελεήμον Κύριε, η ψυχή μου γνωρίζει, και όμως δεν έχει  επιθυμίαν  να  αποθάνη.  Και  λαμβάνω  απάντησιν  εις  την  ψυχήν:  «Διότι ολίγον αγαπάς Εμέ».
Και όντως ολίγον αγαπώ τον Κύριον.


Διηγήθη ο πατήρ Λάζαρος, ο παλαιός κυβερνήτης του ιστιοφόρου της Μονής: Χωρικός τις μετέβη εις το δάσος, ίνα κόψη ξύλα. Κεκοπιακώς εκ της εργασίας κατεκλίθη υπό τινα μεγάλην δρυν, ίνα αναπαυθή. Ατενίζων δε τους κλάδους της δρυός και βλέπων επ’ αυτής το πλήθος των μεγάλων βαλάνων εσκέφθη: «Θα ήτο καλύτερον, εάν εις την δρυν εβλάστανον κολοκυνθίδες». Δι’ αυτής της σκέψεως έκλεισε τους οφθαλμούς και αίφνης πίπτει μία βάλανος και κτυπά αυτόν ισχυρώς εις τα χείλη. Τότε λέγει ο χωρικός: «Έσφαλα. Ο Θεός είναι σοφώτερος εμού και καλώς εποίησεν, όπως εις την δρυν βλαστάνουν βάλανοι και ουχί κολοκυνθίδες. Εάν τούτο ήτο κολοκυνθίς, θα εφόνευεν εμέ δια του βάρους αυτής».
Ούτω κρίνομεν ημείς πολλάκις την δημιουργίαν του Θεού, αντί να παραδιδώμεθα εις το θέλημα του Θεού. Όστις παρεδόθη εις το άγιον Αυτού θέλημα, ούτος είναι αναπεπαυμένος.


Προ τινος καιρού εξερράγη πυρκαϊά εις το κελλίον [//586] του Αγίου Στεφάνου. Ότε εκαίετο η οικοδομή, μοναχός τις του κελλίου τούτου ήτο έξω και, ίνα σώση πράγματα τινα, ώρμησεν εντός αυτής και εκάη και ο ίδιος. Εάν όμως προσηύχετο εις τον Κύριον και έλεγε: «Κύριε, θέλω να σώσω εκείνο το πράγμα, ειπέ μοι, δύναμαι να πράξω τούτο;», τότε ο Κύριος βεβαίως θα εφώτιζεν αυτόν και θα έλεγεν «ύπαγε», εάν ήτο δυνατόν, ή «μη υπάγης», εάν ήτο επικίνδυνον. Τοσούτον πλησίον ημών είναι ο Κύριος, και τοσούτον αγαπά ημάς.
Εν τη ζωή μου πολλάκις εν ώρα ανάγκης ηρώτων τον Κύριον και ελάμβανον πάντοτε απάντησιν. Την αγάπην αυτήν εγνωρίσαμεν ουχί δια του νοός ημών, αλλά δια της ευσπλαγχνίας του Θεού εκ της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ίσως είπη τις ότι τούτο γίνεται μόνον εις τους αγίους. Εγώ όμως λέγω ότι ο Κύριος αγαπά και τους πλέον αμαρτωλούς και παρέχει τα αγαθά Αυτού, ευθύς ως αποστραφή η ψυχή την αμαρτίαν, και μετά χαράς μεγάλης προσλαμβάνει αυτήν ο Κύριος εν ταις αγκάλαις Αυτού και προσάγει αυτήν εις τον Πατέρα, και χαίρουν τότε δι’ αυτήν όλοι οι ουρανοί.

Τη  14η    Σεπτεμβρίου  1932  εγένετο  εν  τω  Αγίω  Όρει  δυνατός  σεισμός.
Συνέβη κατά την τετάρτην ώραν της νυκτός (κατά την ευρωπαϊκήν ώραν 10 μ.μ.) εν μέσω της αγρυπνίας της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Ήμην εις τους χορούς (αντιστοιχεί προς τον γυναικωνίτην των εν τω κόσμω ναών), πλησίον του εξομολογητηρίου. Εκ της οροφής του εξομολογητηρίου έπεσε πλίνθος μετ’ ασβέστου. Κατ’ αρχάς εφοβήθην ολίγον, αλλά ταχέως ησύχασα και λέγω εις τον Γέροντα Υφηγούμενον: «Ιδού, ο Ελεήμων Κύριος θέλει να μετανοήσωμεν». Και εβλέπομεν  τους  μοναχούς  και  εις  τον  ναόν  [//587]   και  εις  τους  χορούς,  και ελάχιστοι εξ αυτών εφοβήθησαν. Έξ περίπου εξ αυτών εξήλθον εκ του ναού, οι άλλοι όμως παρέμενον εις τα στασίδια αυτών και η αγρυπνία εσυνεχίζετο κατά την ωρισμένην τάξιν και τόσον ήρεμα, ως εάν ουδέν συνέβαινε. Και εσκέφθην: Πόσον μεγάλην χάριν Αγίου Πνεύματος έχουν οι μοναχοί, ώστε εις τοιούτον δυνατόν σεισμόν –ότε έτρεμον πάσαι αι τεράστιαι οικοδομαί της Μονής, έπιπτεν η άσβεστος, εσείοντο οι πολυέλαιοι, τα κανδήλια και τα μανουάλια, εν τω κωδωνοστασίω έκρουον οι κώδωνες, έκρουσε προσέτι και ο μεγαλύτερος (σχεδόν δώδεκα τόννων) κώδων– έμενον ήσυχοι. Και εσκεπτόμην: «Ψυχή ήτις εγνώρισε τον Κύριον ουδέν φοβείται, εκτός της αμαρτίας, και προ παντός την αμαρτίαν της υπερηφανίας. Γνωρίζει ο Κύριος αγαπά ημάς και, εάν Ούτος αγαπά ημάς, τότε τί να φοβηθώμεν; Ο Ελεήμων Κύριος συνετίζει ημάς: “Τεκνία μου, μετανοείτε και ζήτε  εν  αγάπη,  γίνεσθε  υπήκοοι  και  εγκρατείς,  και  μάθετε  απ’  Εμού  την πραότητα και την ταπείνωσιν, και θα εύρητε ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών”».


Ενθυμούμαι  επίσκεψιν  τινα  εις  το  Σερβικόν  Μοναστήριον  του Χιλανδαρίου. Μετ’ εμού ήλθε και ο πατήρ Νικόλαος, αρχοντάρης της σκήτης της Θηβαΐδος. Εβαδίζομεν κατά την νύκτα δια του πρασίνου δάσους. Η πορεία ήτο ευχάριστος και η συνομιλία ωσαύτως. Συνωμιλούμεν περί της αγάπης προς τον πλησίον, και ο πατήρ Νικόλαος διηγήθη εις εμέ το εξής αξιοσημείωτον γεγονός:
Εις τα νότια μέρη της Ρωσίας, ουχί μακράν του Ροστώφ, υπήρχε συνεταιρισμός τις εξ είκοσι ανθρώπων. Είς εξ αυτών, ονόματι Ανδρέας, ήτο άνθρωπος πολύ κακού χαρακτήρος και κακής διαγωγής, ούτως ώστε ήτο δύσκολος η συμβίωσις μετ’ αυτού. Είς άλλος, ο νεώτερος πάντων, ήτο λίαν καλός άνθρωπος, ηγάπα τον Θεόν και εφύλαττε τας εντολάς του Κυρίου. Εκαλείτο Νικόλαος. [//588] Επειδή ο Ανδρέας προεξένησε πολλά κακά και ζημίας εις τους συντρόφους αυτού, ήρχισαν ούτοι να σκέπτωνται πώς να φονεύσουν αυτόν, αλλ’ ο νεαρός Νικόλαος δεν συνεφώνει εις το κακόν και έπειθεν αυτούς όπως κατ’ ουδένα   τρόπον   διαπράξουν   το   έγκλημα   τούτο.   Δεν   υπήκουσαν   όμως   οι συνεταίροι του Νικολάου και εθανάτωσαν τον Ανδρέα. Το έγκλημα εγνώσθη. Η υπόθεσις έφθασε μέχρι της αστυνομίας. Τότε ο Νικόλαος, βλέπων την συμφοράν αυτών, έλεγεν εις αυτούς: «Πάντες υμείς έχετε γυναίκας και παιδία, ενώ εγώ μόνον είμαι ελεύθερος. Είπατε ότι εγώ εφόνευσα, και εγώ θα είπω ωσαύτως ότι είμαι ο φονεύς. Δι’ εμέ δεν είναι δύσκολον να υπάγω εις τα κάτεργα, και θα υπάγω   εγώ   μόνος,   ενώ   εάν   δικάσουν   υμάς,   τότε   θα   υποφέρουν   πολλοί άνθρωποι». Κατ’ αρχάς οι συνεταίροι δεν απήντων, διότι κατησχύνοντο ενώπιον του Νικολάου, όστις πρότερον προέτρεπεν αυτούς όπως μη φονεύσουν. Ύστερον

όμως ο Νικόλαος έπεισεν αυτούς, και συνεφώνησαν πάντες να είπουν ότι αυτός
εφόνευσεν.
Ήλθον  λοιπόν  εις  εκείνο  το  μέρος  οι  πρόκριτοι,  ο  εισαγγελεύς,  οι ανακριταί, οι χωροφύλακες. Ήρχισεν η ανάκρισις: Ποίος εφόνευσεν; «Εγώ», λέγει ο Νικόλαος. Ερωτούν τους άλλους, και εκείνοι ωσαύτως λέγουν ότι ο Νικόλαος εφόνευσε. Το πρόσωπον του Νικολάου ήτο πράον και ο χαρακτήρ αυτού ταπεινός και ωμίλει ηρέμα και ησύχως. Οι ανακριταί ηρώτων αυτούς επί πολύ. Δεν επίστευον ότι τοσούτον πράος και ταπεινός άνθρωπος είναι φονεύς. Η εκδίκασις όμως εσυνεχίσθη κατά τον νόμον. Εν τη δίκη οι πάντες εξεπλήττοντο πώς τοσούτον καλός και μειλίχιος άνθρωπος εθανάτωσε, και ουδείς εκ των δικαστών ήθελε να πιστεύση τούτο, καίτοι ο Νικόλαος έλεγεν ότι αυτός εφόνευσε. Και επί πολύν χρόνον οι δικασταί δεν ηδύναντο να εκδώσουν απόφασιν. Η χειρ αυτών δεν  εκινείτο  προς  υπογραφήν της  καταδίκης.  Και  πάλιν,  και  πάλιν  εξήταζον αυτόν  και  τους  άλλους,  [//589]  ίνα  διευκρινήσουν  το  μυστήριον,  και  εξώρκιζον αυτόν να είπη την αλήθειαν. Εν τέλει ο Νικόλαος, ο αθώος υπόδικος, είπεν ότι, εάν   δεν   καταδικάσουν   τον   πραγματικόν   φονέα,   τότε   θα   ομολογήση   την αλήθειαν. Κατά τον καιρόν της δίκης κατέστη φανερόν ότι ο φονευθείς Ανδρέας ήτο   δύστροπος   άνθρωπος,   και   ο   εισαγγελεύς   και   οι   δικασταί   πάντες συνεφώνησαν  να  θέσουν  τέλος  εις  την  υπόθεσιν,  εάν  ανακαλύψουν  την αλήθειαν. Και τότε ουχί ο Νικόλαος, αλλ’ οι άλλοι διηγήθησαν πώς εξειλίχθη το πράγμα και πώς ο Νικόλαος ανέλαβε την ενοχήν, ίναι σώση αυτούς εκ της καταδίκης. Ανέκοψαν λοιπόν την δίκην, είπον, ότι το έγκλημα του Νικολάου δεν απεδείχθη. Και είς μάλιστα εκ των προκρίτων είπεν: «Ο Ανδρέας ήτο κακός άνθρωπος και έπαθεν άξια των έργων αυτού, αλλ’ ούτοι οι άνθρωποι είναι καλοί και ας ζήσουν εν ειρήνη».
Και εκ του γεγονότος τούτου είναι φανερόν οποίαν δύναμιν έχει η αγάπη προς τον πλησίον. Η χάρις του Θεού ήτο εν τη καρδία του νεαρού Νικολάου και αντηνακλάτο εις το πρόσωπον αυτού και επηρέαζεν όλους τους άλλους.


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Μετάφρασις εκ του ρωσικού υπό του ιδίου του συγγραφέως και του Ιερομ. Ζαχαρίου
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας1999
Τίτλος πρωτοτύπου:
СТАРЕЦ СИЛУАН, ИЕРОМОН СОФРОНИЙ, Paris 1952.

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |