ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 80. Εφραίμ ο Σύρος (306-373)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

80. Εφραίμ ο Σύρος (306-373)


stylianos

Πρώτος μεγάλος ποιητής τής ’Εκκλησίας
Γενική θεώρηση 
'Ο διάκονος Έφραίμ, πού χαρακτηρίστηκε όρθά «κιθάρα τοΰ Πνεύματος», θεμελίωσε την συριακή έκκλησιαστική γραμματεία καί δη τήν έξηγητική, πρόβαλε τόν άσκητικό βίο θεολογικά, πολέμησε τούς αίρετικούς, εθνικούς καί χριστιανίζοντες γνωστικούς καί άναδείχτηκε ό μεγαλύτερος μέχρι των ημερών του χριστιανός ποιητής. Μέ τήν βοήθεια τής γνήσιας καί πληθωρικής λαϊκής του γλώσσας επηρέασε άποφασιστικά τούς συμπατριώτες του μέχρι τόν Ζ' αιώνα, όπό τε ή άραβική γλώσσα άρχισε νά εκτοπίζει τήν συριακή.
Έδρασε στά σύνορα τής ρωμαϊκής αύτοκρατορίας καί του περσικού κράτους, στήν συρόφωνη Νίσιβη καί τήν ’Έδεσσα, όταν  στήν όλη Εκκλησία κυριαρχούσε ή μορφή τού Μεγάλου ’Αθανασίου, στήν Καππαδοκία ό Μ. Βασίλειος, στήν Παλαιστίνη καί τήν Κύπρο oi Κύριλλος καί Έπιφάνιος, στήν Δύση ό 'Ιλάριος, στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν Μικρασία ό Εύνόμιος καί στόν έλληνόφωνο συριακό χώρο ό Άπολινάριος Λαοδικείας. Ό Έφραίμ δημιούργησε τό έργο του έρήμην τών ανωτέρω θεολόγων, τούς όποίους γνώριζε έμμεσα καί λίγο.
Αναπτύχτηκε στό πνευματικό περιβάλλον τής Νισΐβεως, όπου κυριαρχούσαν ή άσκητική μορφή τού έπισκόπου τής πόλεως Ιακώβου (308-338), ό πρώτος σύρος έκκλησιαστικός συγγραφέας Άφραάτης (+ λίγο μετά τό 345), τό ελληνιστικό χρώμα τών σπουδών καί τής ρητορικής, ή πλούσια λαϊκομυθική παράδοση τής Μεσοποταμίας καί προπαντός τό ίουδαιοραββινικό κλίμα, πού επηρέαζε έντονα την νοοτροπία καί μάλιστα τήν έρμηνεία.
Χειροτονήθηκε διάκονος κι έζησε στις δύο πόλειςπατρΐδες του ώς αύστηρός ασκητής, ihidaia. Ό όρος σημαίνει κατά λέξη μοναχός ή έρημίτης, αλλά ή άποψη τών έλληνικών πηγών, πού έμφανΐζουν τόν Έφραίμ ώς έρημίτη ή μονάζοντα μέ άλλους έξω άπό τις πόλεις, δέν έχουν έρείσματα στά γνήσια έργα του. ’Αναμφίβολα γνώρισε άσκη τές, αλλά πρόκειται γιά τούς «υιούς τής διαθήκης», γιά ίδιάζουσα στήν Νίσιβη τάξη παρθενευόντων ασκητών, πού πραγμάτωναν ό,τι ό ίδιος θαυμάζει στά έργα του: άφιέρωση στήν Εκκλησία καί τό έργο της, παρθενία, πτωχία, εγκράτεια, ταπεινοφροσύνη, πλούσια παιδεία, διδασκαλία στόν λαό τής πίστεως καί τής αρετής, καί άν χρειαστεί διακονία κοινωνική.
Είναι σαφές ότι ό Έφραίμ υπήρξε μεγάλος ποιητής, διδάσκαλος καί ασκητής. Προσπάθησε μέ διάθεση προσδιοριστικά ποιητική νά διδάξει τόν πνευματικοασκητικό άγώνα καί νά έκφράσει τήν κατάνυξη τής καρδίας του.
Ερμηνευτής, ασκητής καί διδάσκαλος
'Ως χαρισματοΰχος διδάσκαλος συνέλαβε τήν ανάγκη τών συρό φωνων χριστιανών γιά ευρύτερη κατήχηση καί μάλιστα γιά εμπλουτισμό τής πτωχότατης γραμματείας τους μέ κείμενα έρμηνευτικά καί διδακτικοοικοδομητίκά. "Αλλως οί πιστοί κινδύνευαν άπό τήν έντονη παρουσία τού σημιτικού, τού επιτόπιου έθνικού καί τού γνωστικού κόσμου τής περιοχής. "Εγραψε λοιπόν απέραντο αριθμό έργων καί διά βίου δίδασκε τήν πίστη καί τήν άρετή μέσω κυρίως τής Γραφής. ’Έτσι έγινε καί ό σπουδαιότερος συρόφωνος ερμηνευτής, διατηρώντας μάλιστα καί ιδιοτυπία, πού κατανοεΐται άπό τήν ποιητική του διάθεση, τήν μόνο έμμεση γνώση τής ελληνόφωνης πατερικής γραμματείας, τήν έλλειψη φιλοσοφικής παιδείας, τήν άγνοια τής έλ ληνικής γλώσσας καί προπαντός άπό τήν πληθωρική χρήση τού συμβολισμού καί τού παραλληλισμού.
Τό σύμβολο καί ό παραλληλισμός, ταυτόσημα ενίοτε, άποτελοΰν τήν θεμελιώδη μέθοδο έκφράσεως τού Έφραίμ, τό κλειδί κατανοή σεως τής θεολογίας καί τής έρμηνευτικής του. ’Αντίθετα μέ τούς αιρετικούς, πού φιλοσοφικά ζητούσαν νά κατανοήσουν τήν φύση τού
Θεοΰ, αυτός έκτίμοΰσε τά σύμβολα ώς μοναδική δυνατότητα φανε ρώσεως τού Θεού στόν άνθρωπο. Σύμβολα είναι πρόσωπα, λέξεις καί γεγονότα τής ένιαίας Βίβλου, πού εκφράζουν άλήθειες ή πρότυπά) νουν μέλλοντα γεγονότα είναι όχι μόνο τύποι, αλλά καί εικόνες, παραδείγματα, ένέργειες τού Θεοΰ στην φύση καί στοιχεία φυσικά, όπως ήλιος (γιά τόν Πατέρα), ακτίνες ήλιου (γιά τόν Υιό) καί θερμότητα (γιά τό Πνεύμα). Τό βιβλίο τής φύσεως ή τά φυσικά φαινόμενα μαρτυρούν περί τού Χριστού ή λαμβάνονται σάν άφορμές γιά νά μιλήσει γιά τήν αλήθεια, τόν Θεό, τήν θεία οικονομία. ’Ακολουθώντας καί τό παράδειγμα τού Άφραάτη, ξεκινάει από τήν ιστορικότητα τής Γραφής, επιχειρεί πνευματική ruhana it έρμηνεία της καί αποφεύγει νά φορτίζει ό ίδιος τίς βιβλικές λέξεις μέ νέες αλήθειες, όπως κάνουν οί άλληγοριστές. Ή έρμηνεία του έτσι γίνεται περισσότερο τυπολογική. Χρησιμοποιώντας έπΐσης πληθωρικά τόν παραλληλισμό, γνωστόν από τόν ιουδαϊσμό, καί δή άπό τήν ρηχή ραββινική εξηγητική, ζωντανεύει τόν λόγο του καί αποφεύγει τήν ξηρότητα τής ίστορικογραμματικής ερμηνείας. Τήν έρμηνευτική του άσκησε κυρίως στούς κόλπους τής «σχολής των Περσών», όπως χαρακτηρίστηκε ή έρμηνευτικοθεολογική προσπάθεια στήν Νίσιβη (μέχρι τό 363) καί στήν "Εδεσσα μικρού άριθμοΰ θεολόγων, κορυφαίος των όποιων ύπήρξε άσφαλώς ό Έφραΐμ.
'Ως ασκητής ό Έφραΐμ επόμενο ήταν νά δώσει στό έργο του άνά λογο χαρακτήρα. ’Ασχολήθηκε περισσότερο μέ τόν πνευματικό αγώνα γιά τελείωση καί λιγότερο μέ τά θεολογικά ζητήματα τής έπο χής. Είναι χαρακτηριστικό πώς ή έρμηνεία τής Γραφής διευκολύνεται άπό τήν πνευματική του ζωή καί αυτή πάλι θεμελιώνεται μέ τήν έρμηνεία. Ό λόγος του είναι προτρεπτικός, διδακτικός καί περιγραφικός των άρετών τού πιστού, άλλά λίγες φορές άποβαίνει βαθιά νηπτική θεολογία. Προσκαλεΐ καί προτρέπει μέ τρόπο ενίοτε σαγηνευτικό, άλλά σπάνια επιχειρεί άναλύσεις τού πνευματικού βίου, όπως τίς γνωρίζουμε στόν ελληνικό χώρο. Ή άσκηση, εμποτισμένη μέ αγάπη έμπρακτη γιά τούς συμπολίτες του, γινόταν συνεχώς ή πυξίδα πού θεματικά προσανατόλιζε τήν ποίησή του καί όριοθετοΰσε τήν όλη δραστηριότητά του.
Ή ποίησή του
'Ως ποιητής ό Έφραίμ δημιούργησε τό έπιβλητικότερο εκκλησιαστικό ποιητικό έργο μέχρι τήν έποχή τού Ρωμανού τού Μελωδού. Εκτός άπό τά ύπομνήματά του, όλος ό κύριος όγκος τού έργου του, όμιλίες καί ύμνοι, είναι σε λόγο ποιητικό, ρυθμικό καί ατροφικό, κάτι πού άποβαίνει μοναδικό στήν έκκλησιαστική γραμματεία, δεδομένης τής έκτάσεώς του καί τής αυστηρής χρήσεως μέτρου άκόμα καί σέ έξηγητίκοοικοδομητικές όμιλΐες του. Βέβαια ό ρυθμός, τό έφύ μνιο καί ή ποιητική γενικά διάθεση σέ πεζά κείμενα, είναι πολύ γνωστά από την ελληνική έκκλησιαστική γραμματεία ήδη άπό την άρχή της, άπό τόν Κλήμη Ρώμης δηλαδή, τόν ’Ιγνάτιο, τόν Μελίτωνα Σάρ δεων (σέ ισοσύλλαβους στίχους), τόν Ευσέβιο Έμέσης, κ.ά. πολλούς. ’Αλλά ό συνδυασμός των στοιχείων αύτών, μέ διάταξη όλων των στίχων σέ στροφές, γίνεται γιά πρώτη φορά άπό τόν Έφραίμ. Τό ποιητικό έργο του διακρίνεται σέ madrase όπου ισοσύλλαβοι στίχοι διαρθρώνονται σέ στροφές, δηλαδή ομάδες άπό ισάριθμους στίχους, καί aimemrS, όπου τό κείμενο άποτελεΐται πάλι άπό ισοσύλλαβους στίχους, άλλά αυτοί δέν σχηματίζουν στροφές. MadraVe έχουμε π.χ. στούς 15 "ΥμνουςΕίς τόν παράδεισον, στάΠοιήματα Νισιβιανά κ.ά. Memr6 έχουμε στίς περισσότερες οίκοδομητικές πρακτικές ομιλίες. Ή τήρηση τού μέτρου είναι αύστηρή. Τό ποιητικό λοιπόν κείμενο τού Έφραίμ διαρθρώνεται σέ στροφές, πού έχουν στίχους πάντα ισοσύλλαβους, εκτός άπό έναν, γιά νά διασπάται ή μονοτονία. Ό ένας αύτός στίχος μπορεί νά βρίσκεται σέ όποιαδήποτε σειρά τής στροφής. Στά ποιήματα του Έφραίμ υπάρχει συνήθως ή ψαλμικής καταγωγής τομή, ώστε ό στίχος νά εμφανίζεται ώς δύο ισοσύλλαβα ήμιστΐχια. Έτσι π.χ. στόΕΐς τήν Γέννησιν II 1 έχουμε τήν εξής διάταξη σέ άριθμούς συλλαβών: 5 + 5. 5 + 5. 5 + 5. 5 + 3. 8. 8. 8.
"Η άπλούστερα:
Στά Ποιήματα Νισιβιανά I 1 έχουμε τήν εξής διάταξη: 7 + 7. 7 + 8. 7 + 7. 7 + 4. 7 + 7. 7 + 7. 7 + 7. Οί συνδυασμοί διατάξεως είναι ποικίλοι, άλλά ή ίσοσυλλαβΐα ισχύει πάντα άπό στίχο (ή ήμιστΐχιο) σέ στίχο, κάτι πού συνδέει άμεσα τήν ποίηση αύτή μέ τό έργο τού Μελίτωνα Σάρδεων Περί Πάσχα (β' ήμισυ Β' αί.), στό όποίο τό έντονότερο στοιχείο είναι ή ίσοσυλλαβΐα. ’Αξιοπρόσεκτο είναι ότι ό Έφραίμ έχει στήν ποίησή του, μετά τήν στροφή (bayta), κι ένα έφύμνιο, πού έπαναλαμβάνεται σέ κάθε στροφή. Αύτό μάλιστα ένΐοτε συνιστού σε τήν τελευταία στροφή τού όλου ύμνου.
Στόν ποιητικό του λόγο άφομοίωσε ό Έφραίμ καί λαϊκά πολιτιστικά στοιχεία, τά όποια, σέ συνδυασμό μέ τήν «δημοτική» γλώσσα πού χρησιμοποιούσε, σαγήνευαν τούς πιστούς κι έξασφάλιζαν τήν άμεσότητα του κηρύγματος. Αύτό εύκόλυνε πολύ καί τό ψάλσιμο μερικών άπό τά έργα του (έξω άπό τούς ναούς, άλλα καί στην διάρκεια των άκολουθιών καί τής Λειτουργίας άντί κηρύγματος) άπό χορούς, στούς όποίους την μουσική δίδασκε ό ίδιος, άφοϋ ήταν έπΐσης καί δεινός μουσικός καί έκτελεστής. Ή μουσική, τό είδος ή ό τρόπος της δηλωνόταν συνθηματικά στήν άρχή ή στόν πρώτο ύμνο (π.χ. dina dsarbata, πού κατά λέξη σημαίνει «κρίση εθνών»), σύμφωνα μέ την μουσική του όποίου ψάλλονταν καί οί λοιποί.
'Η ποιητικότητα του Έφραΐμ στηρίζεται κυρίως στήν αύστηρή ί σοσυλλαβΐα, τήν άπαράμιλλη παρήχηση καί στόν πλούσιο παραλληλισμό. Οί εκφραστικοί τρόποι καί τά σχήματά του είναι άπλά: άποστροφή, προτροπή, εξομολόγηση, ικεσία, αύτοκατάκριση, άν τίθεση, δέηση, συγνώμη άπό Θεό καί άνθρώπους. Κατορθώνει νά δημιουργεί σαγηνευτική μουσική μέ τόν λόγο του, άλλά πολύ συχνά παρασύρεται σε πολυλογία κι έπαναλήψεις, πού κατανοοϋνται μόνο στό πλαίσιο ποιμαντικών επιδιώξεων.
Στήν Συρία είχαν δημιουργήσει ποιητική παράδοση οί γνωστικοί Βαρδεσάνης (+ 222) καί' Αρμόνιος. Ό Σωζομενός βεβαιώνει ότι τόν 'Αρμόνιο, πού γνώρισε τήν ποίηση στήν Αθήνα, μιμήθηκε ό Έφραίμ, χρησιμοποιώντας τά στιχουργικά του μέτρα (Έκκλησ. ίστ., Γ' 16). Αύτό δέν άληθεύει άπόλυτα, διότι ή στιχουργική παράδοση δεν ήταν άγνωστη καί στόν εκκλησιαστικό συριακό χώρο. Ή παρουσία όμως τού ταλαντούχου ποιητή Έφραίμ βάθυνε, τελειοποίησε, διηύ ρυνε καί κορύφωσε ό,τι σε μικρό βαθμό ύπήρχε ήδη.
Ή σχέση του μέ τήν έλληνική έκκλησιαστική ποίηση
Ή έπιβλητικότητα τής ποιήσεως του Έφραίμ οδήγησε άπό τόν περασμένο αιώνα στήν άποψη ότι αυτή άποτελει τήν πηγή καί τό πρότυπο τής έλληνικής έκκλησιαστικής ποιήσεως καί μάλιστα τών κοντακίων τού Ρωμανού. Ή άποψη στηρίζεται στό ότι πριν άπό τό τέλος τού Ε' αιώνα δέν έχουμε στά έλληνικά εύρεΐα καί οργανωμένη ύμνογραφΐα, στό ότι ό πρώτος μεγάλος έλληνας ύμνογράφος, ό Ρωμανός, καταγόταν άπό τήν ’Έμεσα τής Συρίας, όπου θά είχε γνωρίσει κείμενα τού Έφραίμ, καί στό ότι οί ποιητικές όμιλίες τού Έφραίμ μεταφράζονταν στήν έλληνική όσο άκόμα ζοΰσε ό συντάκτης τους. Ή άλήθεια όμως είναι ότι στούς κόλπους τής έλληνικής εκκλησιαστικής γραμματείας έχει διαπιστωθεί μεγάλος άριθμός ρυθμικών κειμένων πού συνεχώς αυξάνει. ’Ιδιαίτερη σημασία έχουν μερικά προεφραίμεια, πολύ όργανωμένα, λειτουργικά ή άπλώς έκκλη σιαστικά ποιήματα, στά όποια βρίσκουμε τά γνωρίσματα τού Κοντακίου, δηλαδή τήν ισοσυλλαβΐα, τήν διάταξη σέ στροφές, τό ένδιαφέρον γιά τόν τόνο (παροξυτονισμό κ.ά.), τό έφύμνιο, την ό μοιοκαταληξία καί τήν άκροστιχίδα. Π.χ. άναφέρουμε τόν λυχνικό ύμνο «Φώς ιλαρόν», τόν 'Υμνο του παπύρου RAINER 542, τά δύο ποιήματα των «Πράξεων τον Ίωάννου», τό «ΠερίΠάσχα» τοϋ Με λίτωνα καί τό «Παρθένιον» τού Μεθοδίου Όλύμπου (βλ. σχετικά λήμματα στήν Πατρολογία Α' καί Β'). ’Ακόμα καί ή τομή (χωρισμός τοϋ στίχου σέ δύο ήμιστΐχια) είναι γνωστή σέ προεφραίμεια έλληνι κά κείμενα με τήν μορφή κυρίως δίστιχων, όπως τά βλέπουμε π.χ. στόν ’Ιγνάτιο ’Αντιόχειας, στόν Θεόφιλο ’Αντιόχειας, στόν Μεθόδιο Όλύμπου, στόν Ευσέβιο Έμέσης καί στόν Σεραπίωνα Θμούεως (δείγματα σχετικά: Δ. Δρΐτσας).
Στά ποιήματα αυτά έχουμε έλευθερΐα συνθέσεως, τήν όποια βρίσκουμε στά Κοντάκια καί ή όποια λείπει από τόν Έφραΐμ. ’Επίσης ό Έφραίμ έχει άπόλυτη ίσοσυλλαβία από στίχο σέ στίχο (φαινόμενο συχνό σέ προεφραίμεια ελληνικά ρυθμικά κείμενα), ένώ στό όργα νωμένο κοντάκιο (καί τού Ρωμανού) ύπάρχει ίσοσυλλαβία καί όμο τονΐα μόνο από στροφή σέ στροφή. Δηλαδή οί στίχοι π.χ. 1,2,3,4 τής τρίτης στροφής έχουν όσες συλλαβές καί οί στίχοι 1,2,3,4 τής πρώτης στροφής (Είρμοΰ). ’Αλλά οί στίχοι 1,2,3,4 τής τρίτης στροφής δέν έχουν τίς ίδιες συλλαβές, όπως συμβαίνει πάντα στόν Έφραίμ. Αύτό συνιστά θεμελιώδη διαφορά στήν τεχνική καί τήν στιχοπλο κία, πού δέν έχει προσεχτεί στήν έρευνα καί πού μέ άλλα στοιχεία ύπογραμμίζει ότι ό Ρωμανός συνέχισε καί κορύφωσε τήν έλληνική ύμνογραφική παράδοση καί όχι τήν συριακή, τήν όποια δέν μπορούμε νά άποδείξουμε ότι γνώριζε πολύ καί άμεσα. Έμμεσα όμως πρέπει νά τήν γνώριζε, γι’ αύτό θεωρούμε πιθανό ότι ό γενικός θαυμασμός πρός τήν έπιβλητική έφραιμική ποίηση ίσως ένθάρρυνε τόν Ρωμανό στήν δική του δημιουργία, ή όποια πάντως, έκτος άπό έλάχιστα ΐ χνη θεματικής μόνο συγγένειας, δέν έχει καμία αποφασιστική ομοιότητα μέ τήν γνήσια madrase ή τήν memre τού Έφραίμ.
Ό «"Ελληνας» Έφραίμ
Μέ τόν δρο «έλληνας» Έφραίμ χαρακτηρίζουμε τήν μεγάλη σειρά έλληνικών κειμένων, πού είναι ή έμφανίζονται ώς μεταφράσεις έργων τοϋ Έφραίμ. Ή έρευνα των κειμένων αύτών, έκδεδομένων καί άνεκδότων, πού βρίσκεται στήν αρχή της, έδειξε τά έξής: α) Βάσει τού έλληναΈφραίμ έγιναν οί λατινικές, άρμενικές, γεωργιανές, αί θιοπικές, συροαραμαϊκές, άραβικές, κοπτικές, σλαβικές μεταφράσεις. β) Γνωρίζουμε μόνο τρία κείμενα ώς πιστές μεταφράσεις γνήσιων συριακών έφραιμικών έργων, γ) Τά περισσότερα κείμενα τού έλληνα πολλαπλές), παραφράσεις, συμπιλήσεις, αύθαΐρετες συνενώσεις έ φραιμείων κειμένων μέ έλληνικά. δ) Ή άναγωγή στό πρωτότυπο συ ριακό κείμενο γίνεται δύσκολα καί συχνά είναι άδύνατη. ε) Τό πρόβλημα του έλληναΈφραΐμ γίνεται δυσκολότερο, διότι άγνοού με τούς ταλαντούχους διασκευαστές του, πού σπάνια διατήρησαν τήν Ισοσυλλαβΐα τού συριακοΰ Έφραίμ, ενώ διέσωσαν τήν ποιητική διάθεση τού πρωτοτύπου τους. Αυτό ισχύει άκόμα περισσότερο στίς περιπτώσεις πού ένας ή πολλοί έμπνεύστηκαν άπλώς άπό τόν Έφραίμ ή έγραψαν άσχετα πρός έκεΐνον έργα καί τά κυκλοφόρησαν μέ τό δνομά του. στ) Τήν μεγάλη άγάπη καί των μή σύρων χριστιανών στό άσκητικοποιητικό έργο τού Έφραίμ, πού μέ τόν τρόπο αύ τό επηρέασε τούς μοναστικούς κυρίως κύκλους τού Βυζαντίου πρώτα καί τών λοιπών περιοχών μετά, άπό τόν Δ' αιώνα μέχρι σήμερα. Έτσι μπορούμε νά πούμε ότι ό Σύρος Έφραίμ διαβάστηκε περισσότερο στό Βυζάντιο καί λιγότερο στήν Συρία, όπου άπό τόν Η' αί. σχεδόν λησμονήθηκε.
ΒΙΟΣ
Γιά τήν ζωή καί τήν δράση τού Έφραίμ ασφαλή στοιχεία έχουμε πολύ λίγα. Στούς μεταγενέστερους σχετικά «Βίους» του καί στίς πληροφορίες τών έλληνικών πηγών παρατηρεΐται έντονη άνάμιξη ιστορικών καί μυθικών ειδήσεων, πού ακόμη έρευνώνται. Ή διασταύρωση τών πηγών αύτών κατέληξε στά έξης λίγα άλλα σίγουρα συμπεράσματα:
Ό Έφραίμ γεννήθηκε άπό σύρους χριστιανούς γονείς περί τό 306 στήν Νίσιβη τής Μεσοποταμίας. ’Αναπτύχτηκε στό περιβάλλον του Ιακώβου Νισίβεως (308338), δέχτηκε τήν έπίδραση τού ασκητικότατου αυτού επισκόπου, άνήκε στήν άσκητική τάξη τών «υιών τής διαθήκης» καί προφανώς τού ανατέθηκε νά διδάσκει στό πλαίσιο τής κατηχήσεως, πού όργάνωνε ή Εκκλησία καί πού μετά ονομάστηκε «Σχολή τών Περσών». 'Η παιδεία του κάλυπτε γενικά τόν μεσοποταμιακό χώρο, τόν συριακό χριστιανισμό καί μερικώς τήν ραββινική παράδοση. Ή γνωριμία του μέ έλληνες Πατέρες καί δή μέ τόν Μέγα Βασίλειο, άπό τόν όποίο δήθεν χειροτονήθηκε διάκονος, είναι μυθοπλασία. ’Αφιερώθηκε στό ποιμαντικοδιδακτικό έργο τής Εκκλησίας καί ζοϋσε άσκητικό βίο χωρίς νά άπομακρυνθεΐ γιά μεγάλο τουλάχιστον χρονικό διάστημα άπό τήν πόλη χάριν τού έρημιτισμού.
Τήν ίδια δραστηριότητα συνέχισε καί κατά τήν έπισκοπεία τού Vologe ses (346361), τόν όποίο παρουσίασε στά έργα του ώς πρότυπο ένάρετου μορφωμένου χριστιανού, ποιμένα καί ασκητή. Έπεξέτεινε όμως τήν δραστη ριότητά του στήν γνωστή άπό τούς αιρετικούς όργάνωση χορών, πού τραγουδούσαν σέ άνοικτούς χώρους (καί ένίοτε έψελναν σέ ναούς) ύμνους του μέ μουσική πού έγραφε ό ίδιος. Τό 363, όταν ό αύτοκράτορας Ίοβιανός άναγκάστ κε ν’ άφήσει τήν Νίσιβη στούς Πέοσες καί ιιένα ιιέοος τών χοι στιανών κατοίκων κατέφυγαν στην Έδεσσα, ό Έφραίμ ακολούθησε τούς φυγάδες. Ιτήν "Εδεσσα κορύφωσε την δράση του, έγινε ό σπουδαιότερος ιδρυτής τής νέας κατηχητικής «Σχολής των Περσών» καί ό σεβαστότερος διδάσκαλος, τόν όποίο συμβουλεύονταν όλοι καί δή οί έπίσκοποι Βάρσης Εδέσσης (361371) καί Βίτος Haran. Κατά τήν παράδοση τοΰ προτάθηκε νά γίνει επίσκοπος, άλλ’ αύτός προτίμησε νά έργάζεται ώς απλός διάκονος. Σύμφωνα μέ τό Χρονικόν τής Εδέσσης (CSCO Syr. 3,4) κοιμήθηκε στίς 9 Ιουνίου τοΰ 373. 'Η ’Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τήν μνήμη του στίς 25 ’Ιανουάριου καί ή Ρωμαϊκή άπό τό 1920 στίς 18 ’Ιουνίου.
Ειδήσεις Ιστορικές ή φανταστικές γιά τήν ζωή τοΰ Έφραίμ αντλούμε κυρίως άπό τήν δήθεν Διαθήκη του τόν συριακό τρίμορφο Βίο του, πού αποδίδεται στόν μαθητή του Συμεών Σαμοσάτων (Assemani, Bibl. Orientalis, I, σσ. 2655 καί Lamy, Π, σσ. 389, καί IV, σσ. 11 έξ.), τό ελληνικό «Έγκώμιονεις τόν όσιον Έφραίμ» πού κακώς αποδόθηκε στόν Γρηγόριο Νύσσης (PG 46, 820849. Βλ. καί τόν ανώνυμο έλλ. Βίο: Assemani graec. I, ΧΧΙΧΧΧΧΙΙΙ), τόν Ιερώνυμο (De viris ill. 115), τόν Παλλάδιο (Λαυσαϊκόν 40), τίς Εκκλησιαστικές ιστορίες των Σωζομε νοΰ (Γ' 16) καί Θεοδωρήτου (Β' 11 Δ' 29) καί άπό τά πλούσια γενικά σέ ιστορικές ειδήσεις «Νισιβιανά ποιήματά» του.
ΕΡΓΑ
Γ ενικά
Ό Έφραίμ ύπήρξε πληθωρικός ποιητής καί πολυγράφος εξηγητής. Τά έργα του γνώρισαν μέχρι τόν Ζ' αιώνα τεράστια διάδοση. Διαβάστηκαν καί μεταφράστηκαν στήν ελληνική καί άπό αύτήν κυρίως μεταγλωττίστηκαν στήν λατινική, τήν κοπτική, τήν άρμενική, τήν γεωργιανή, τήν άραβι κή, τήν αίθιοπική, τήν σλαβική καί τήν συροαραμαϊκή. Δυστυχώς όμως ή έπικράτηση τής άραβικής σήμανεήδη άπό τόν Η' αΐ. τήν έξαφάνιση τής συριακής γλώσσας, μέ άποτέλεσμα τά έργα του νά μήν άντιγράφονται πλέον καί σχεδόν νά λησμονηθούν καί αύτά καί ό ίδιος. ’Αλλά καί πρίν άπό τόν Η' αι. είχε δημιουργηθεΐ κλίμα συγχύσεως, ώστε αύθαίρετα νά του άποδί δονται μεταγενέστερα κείμενα ή νεώτεροι νά διασκευάζουν έργα του πού τά κυκλοφορούσαν ώς δικά τους. Τό φαινόμενο αύτό ϊσχυσε καί γιά τίς πολυπληθείς μεταφράσεις, οί όποιες πολλαπλασιάστηκαν βάσει νόθων ή άμφιβαλλόμενων έργων του. "Ετσι οί πρώτοι εκδότες (Assemani, Lamy, Ο verbeck) συριακών καί ελληνικών κειμένων τοΰ Έφραίμ συγχέουν σέ άπελ πιστικό βαθμό γνήσια καί νόθα έργα, ένώ πολύ συχνά επανεκδίδουν τά ίδια κείμενα μέ διαφορετικούς τίτλους ή εκδίδουν ώς αυτοτελή έργα κείμενα, πού συνιστοϋν άπλώς τμήματα ή κεφάλαια μεγαλύτερων έργων, όπως έπί σης έκδίδουν καί άπλά συμπιλήματα γνήσιων ή νόθων έργων.
Τίς τελευταίες δεκαετίες γίνεται καρποφόρα έρευνα τών συριακών κειμένων τοΰ Έφραίμ πρός διακρίβωση τής γνησιότητάς τους καί κριτική έκδοση μέρους τους. Δέν ισχύει όμως τό ίδιο καί γιά τήν έρευνα τοΰ «"Ελληνα
Έφραίμ», πού βρίσκεται στην άρχή της. Είναι όμως πολύ σημαντικό τό σχετικό έργο τής Δημοκρατίας Ήλιάδου, πού λίγο Τφίν πεθάνει (1976) δημοσίευσε τά συμπεράσματα τών έρευνών της στην χειρόγραφη παράδοση. Έπισήμανε διαφορετικά μεταξύ τους corpus έφραιμικών έργων πού άνή κουν στην προεικονομαχική έποχή, στόν Θ' αί. καί στην μεταεικονομαχι κή έποχή. Βάσει αύτών καί τών μεμονωμένων όμιλιών σέ ποικίλου περιεχομένου χειρόγραφα, πρέπει νά γίνει προσπάθεια κριτικής έκδόσεως τών σχετικών κειμένων. Σπουδαία βοήθεια στήν γνώση τοϋ "Ελληνα Έφραίμ Αποτελούν οί σλαβικές μεταφράσεις, γιατί έγιναν τόν Θ' αί. καί προϋποθέτουν τίς παλαιότερες συλλογές έλληνικώνέφραιμείων έργων, πρίν αύτά πολλαπλασιαστοΰν στό έπακρο. Τό ίδιο περίπου ισχύει καί μέ τό άρχαΐο corpus τών λατινικών μεταφράσεων, πού όμως αγνοούσε ό πρώτος εκδότης τού Έφραίμ Assemani.
Τά προβλήματα γνησιότητας καί χρονολογήσεως όσων συριακών έργων — καί πολύ περισσότερο όσων ελληνικών έργων — αποδίδονται στόν Έφραίμ έχουν μερικώς μόνο λυθεί καί γι’ αύτό ή παρουσίασή τους μεταξύ τών γνησίων ή τών νόθων είναι συχνά δυσχερής. "Ετσι τά συριακά του έργα προσπαθήσαμε νά τά κατατάξουμε σέ δύο περιόδους: στήν περίοδο μέχρι τό 363, όταν ακόμα ζοΰσε στήν Νίσιβη, καί στήν περίοδο 363373, όταν ζούσε στήν Έδεσσα.
Τά προβλήματα τών μεταφράσεων είναι πολυπλοκότερα. Είπαμε ήδη ότι οί λατινικές, σλαβικές, άρμενικές καί λοιπές μεταφράσεις προήλθαν άπό τίς έλληνικές. Συμβαίνει όμως νά έχουμε καί κάποιες λατινικές, άρμενικές, κοπτικές, γεωργιανές, σλαβικές καί αραβικές μεταφράσεις, πού δέν έχουν άντιστοιχία στίς έλληνικές. Γι’ αύτό παρουσιάζουμε τίς έλληνικές μεταφράσεις (διακρίνοντας αύτές πού είναι πιστές στό συριακό πρωτότυπο, αυτές πού συνιστοΰν επεξεργασία τού συριακοΰ κειμένου καί αύτές πού δέν έχουν άντιστοιχία σέ συριακό κείμενο) καί αύτές μόνο άπό τίς λατινικές, άρμενικές, κ.λπ., πού δέν φαίνονται νά προέρχονται άπό τίς έλληνικές καί πού ή άντιστοιχία τους σέ συριακό πρωτότυπο είναι δυσεξακρίβωτη. Δέν Αναφέρουμε καθόλου τά πολλά καί ποικίλα κείμενα, πού αποδίδονται συχνά ή πάντα στόν Έφραίμ καί πού ή έρευνα τά θεωρεί σαφώς μεταγενέστερα ή τά Αποδίδει σέ έλληνες έκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως στόν Χρυσόστομο, τόν Μάξιμο, τόν συντάκτη τών Μακαριανικών έργων κ.ά.
Άπό άποψη μορφής τά έργα τού Έφραίμ είναι: madras6 = "Υμνοι, όπως τά Περί πιο τέως, Κατά αιρέσεων, Εις τόν παράδεισον, Ποιήματα νισιβια νά, Εις τήν γέννησιν τοϋ Κυρίου, Εις τό Πάσχα, Περί ’Εκκλησίας καί Περί παρθενίας’ Memre  Λόγοι, όπως Περί πίστεως, Εις τόν Κύριον ήμών, Παραινετικοί, Περί μετάνοιας, Εις βιβλικά χωρία, Περί ματαιότητος, Εις έ ορτάς, Εις μάρτυρας, Περί πάθους, Περί προνοίας κ.ά.· πεζά, όπως Πρός Ύπάτιον, Πρός Δόμνον, Υπόμνημα εις τήν Γένεσιν καί τήν "Εξοδον, Εις τό Διατεσσάρων καί άποσπάσματα έξηγητικά σέ «Σειρές».
Δυστυχώς ή αύστηρή ποιητική μορφή τών madrase καί memre δέν διατηρήθηκε στίς έλληνικές μεταφράσεις , μολονότι σέ μερικές ύπάρχει ό. τίτλος «Λόγος έπτασύλλαβος» ή «Λόγος τετρασύλλαβος» (Ass. gr. I 181, 182). Οί περισσότερες όμως όμιλίες έχουν σαφώς διάθεση ποιητική καί σέ όρισμέ νες περιπτώσεις (π.χ. όμιλίες ΕΙς τό πάθος καί Εις τόν Σταυρόν: Β. Ψευ τογκα, Όμιλίαι εις τό πάθος..., σσ. 126, 206-208) τμήμα τοϋ κειμένου τους μπορεί νά διαρρυθμιστεί σε ισοσύλλαβους στίχους, έπτασύλλαβους κυρίως, κάτι πού ύπενθυμίζει ρυθμικές όμιλίες έλλήνων έκκλησιαστικών συγγραφέων.
Οί εκδόσεις τών έργων τοϋ Έφραίμ, στά συριακά καί τά έλληνικά, διακρίνονται σέ γενικές, πού είναι παλαιές, καί σέ τμηματικές, πού είναι κυρίως νέες καί δή κριτικές. Οί πρώτες, στις όποιες παραπέμπουμε συντετμημένα, είναι οί έξης:
(τρεις τόμοι συρολατινικοϋ κειμένου).
Overbeck: J. J. Overbeck, S. Ephraemi Syri, Rabulae episcopi Edesseni, Balaei..., Oxford 1865 (συριακό κείμενο χωρίς μετάφραση).
Lamy: Th. Lamy, Sancti Ephraem Syri Hymni et Sermones, I1V, Mechliniae 1882, 1886, 1889, 1902 (συριακό κείμενο μέ λατινική μετάφραση).
Τοϋ έν άγΐοις πατρός ήμών Έφραίμ τοϋ Σύρου τά εύρισκόμενα πάντα, ΙΙΙΙ, Roma 1732, 1743, 1746 (ό «έλληνας Έφραίμ» καί λατινική του μετάφραση, έκτος λίγων λατινικών κειμένων στό τέλος τοϋ III τόμου χωρίς άντίστοιχο έλληνικό. 'Υπάρχει καί μεταγλώττιση τοϋ «έλληνα Έφραίμ» σέ άπλούστερα έλληνικά: Λόγοι καί παραινέσεις τοϋ οσίου... Έφραίμ τοϋ Σύρου. Εις άπλήν φράσιν μεταγλωττισθέντες... παρ’ 'Ιεροθέου ίερομονάχου Ίβηρήτου, Ένετίησι 1720 Μ. Δ. Σακκορρά φου, Τά τοϋ όσιου... Έφραίμ τοϋ Σύρου άσκητικά, εις τήν καθομιλουμένην μετενεχτέντα νϋν τό δεύτερον..., ’Αθήνα 1935. Κυκλοφόρησαν έπίσης καί συνόψεις τών έργων αύτών).
Γιά τίς κάθε είδους μεταφράσεις τοϋ «έλληνα Έφραίμ» λεπτομερείς αναγραφές καί έκδόσεις
Εϊς τόν Κύριον ήμών λόγος. Χριστολογικοΰ αλλά καί τριαδολογικοϋ περιεχομένου.
Ποιήματα Νισιβιανά (77 ύμνοι, από τούς οποίους χάθηκαν οί ύμνοι 8 καί 22-24). Ίστορικοοικοδομητικοϋ περιεχομένου. Περιγράφουν (121) τόν περ σορωμαϊκό πόλεμο γιά την Νίσιβη καί τά των έπισκόπων αύτής Ιακώβου καί  Οί λοιποί ύμνοι, πού γράφηκαν μετά τό 363, άναφέρονται στίς πόλεις "Εδεσσα καί Haran (2534) καί σέ θέματα έσχατολογικά (35-77).
Κατά Ίουλιανοϋ ύμνοι 4. Περιέργως επαινείται ό άρειανόφρων αύτοκράτορας Κωνστάντιος.
Εις τήν Γέννησιν καί τά Επιφάνεια τού Κυρίου ύμνοι 16.
Εις τήν νηστείαν ύμνοι. Εκφωνήθηκαν κατά τήν μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Περί Πάσχα: Είς τά "ΑζυμαΕίς τήν ΣταύρωσινΕίς τήν Άνάστασιν ύμνοι.
8 Λόγοι: Παραινετικοί 3,
 Περί ματαιότητος,
Νουθεσίας,
Είς Ήσαΐου 26, 10,
Περί μετάνοιας 2.
4 Λόγοι: Περί Νινευΐ καί Ιωνά, Νουθεσία,
Είς τήν έορτήν τού Ώσαννά,
Περί τής άμαρτωλοϋ γυναικός. Ή γνησιότητά τους καί μάλιστα τής τελευταίας δέν είναι άπόλυτα βεβαιωμένη.
'Υπόμνημα εις τό Διατεσσάρων (Εύαγγέλιον του Τατιανού). Έργο μεγάλης σημασίας γιά τήν Ιστορία των ευαγγελικών κειμένων.
'Υπομνήματα εις τήν Γένεσιν καί τήν ’Έξοδον (μέχρι κεφ. 32, 26). ’Αποδίδει απόλυτη ιστορικότητα στην διήγηση τής δημιουργίας καί χρησιμοποιεί ευρύτατα συμβολισμό.
Περί Εκκλησίας ύμνοι. Σώζονται oi ύμνοι 832 πού άναφέρονται σέ διάφορα θέματα: έλευθέρα βούληση, δικαιοσύνη καί έλεος τού Θεού, θεία πρόνοια, νέκρωση παθών, Γένεση 3, 6 καί θαύματα, πάθος καί ανάσταση Κυρίου. Περιλαμβάνονται έπίσης προσευχές καί παραινέσεις.
Περί παρθενίας ύμνοι. Συλλογή 52 ύμνων καί λόγων περί διαφόρων ασκητικών θεμάτων κυρίως γιά μοναχούς, αλλά καί γιά λειτουργική χρήση.
Υμνοι 13 εις όμολογητάς καί μάρτυρας.
Sermones Rogationum.
Επιστολή πρός Πούβλιον. Μάλλον γνήσιο κείμενο πού έκδόθηκε πρόσφατα. 
Λόγος εις τόν ’Αβραάμ καί τόν ’Ισαάκ
Λόγος εις τόν Σταυρόν καί περί μετάνοιας καί τής δευτέρας... παρουσίας:
Αί περί Σταυρου καί Πάθους τοϋ Κυρίου όμιλίαι.
Λόγος εις τόν Σταυρόν καί εις τήν δευτέραν παρουσίαν καί περί άγάπης καί έλεημοσύνης
Λόγος έτερος είς τούς κεκοιμημένους πατέρας
Λόγος περί κατανύξεως
Λόγος είς τήν Μεταμόρφωσιν
'Ομιλία είς τήν πόρνην
Ελεγχος αυτού καί έξομολόγησις
Ανέκδοτα (άδιερεύνητης άντιστοιχίας πρός τά συριακά): "Εχουν έπισημανθεΐ ’Επιτίμια 36, Βίος τοϋ άγ. ’Ανδρονίκου, Λόγος έν τω Σταυρω έπί των έγκαινίων καί περί τοϋ άγ. ξύλου τοϋ Σταυρού, Περί τής κτίσεως καί τοϋ τίμιου Σταυρού, Εις τόν τίμιον καί ζωοποιόν Σταυρόν, Περί Ύψώσεως τοϋ Σταυρού, "Οτεοΐμάγοι παρεγένοντο είς Ιεροσόλυμα, Είς τόν ’Αβραάμ καί τόν Ισαάκ, Περί τοϋΚάιν καί τοϋ Άβελ τής άναιρέσεως, Δέησις, Περί κατανύξεως, Πώς ό ληστής πρό τής Άναστάσεως είσήλθεν είς τόν Παράδεισον, Λόγος έπί τοϊς έγκαινίοις τής Άναστάσεως καί περί τοϋ τόπου τοϋ μνήματος, Λόγος τή άγ. καί Μεγάλη Παρασκευή (κακώς αποδίδεται καί στόν Χρυσόστομο), Προσευχή εις τά Φώτα, Είς τό μαρτύριαν τοΰ άγ. Βονιφατίου, καί μερικά άποσπάσματα
γ. Χωρίς άντιστοιχία σέ συριακό κείμενο:
Περί όρετών καί κακιών
"Ελεγχος αύτώ καί έξομολόγησις
Λόγος κατανυκτικός
Περί των παθών
Περί μετάνοιας
Λόγος κατανυκτικός
Λόγος είς τούς κεκοιμημένους πατέρας
"Οτι ού δει γελάν... άλλά μάλλον κλαίειν καί πενθεΐν έαυτούς
Μακαρισμοί. Κεφάλαια ΝΕ'
Μακαρισμοί έτεροι. Κεφάλαια Κ'
Εις τόν πάγκαλον ’Ιωσήφ
Περί όρθοΰ βίου
Έγκώμιον εις τούς Τεσσαράκοντα μάρτυρας
Ερωτήσεις καί άποκρίσεις
Περί παρθενίας
Περί μετανοίας
Περί τοΰ σημείου τοϋ Σταυρού τοϋ μέλλοντος φανήναι εν τώ ούρανώ
Περί κρίσεως καί άναστάσεως
Περί άποταγής έρωτήσεις Ε'
Περί πανοπλίας πρός τούς μοναχούς
Είς Ήλίαν τόν Προφήτην
Λόγος περί τοΰ πάθους του Σωτήρος
Έγκώμιον εις Μάρτυρας
’Αμφίβολης γνησιότητας. Π.χ.:
Είς δευτέραν παρουσίαν τοΰ Κυρίου.
Περί φόβου ψυχών
Περί ψυχής όταν πειράζηται υπό τοΰ έχθροΰ
Περί μακαρισμών καί ταλανισμών
Τό «δύο έσονται εν τφ άγρώ»
Περί θείας χάριτος
Κατήχησις περί έργασίας αγαθών έργων
2. Μη έλληνικές μεταφράσεις χωρίς (ή μέ έλάχιστη) άντιστοιχία πρός τόν « "Ελληνα Έφραίμ »:
α) Λατινικές:
Sermo de resurrectione et iuditio el de regno caelorum
Sermo de sanctissimae dei genitricis virginis Mariae laudibus
De die iudicii
Dicta (ρητά) sancti Ephraemi
Έργο έντονα συμπιληματικό
Admonitio de oratione vel sermonibus otiosis
Liber de paenitentia
In nativitate Domini canticum
De Maria et Magis canticum
Oratio in nativitate Domini
Hymnus
Precatio I et II
De sanctissimis et vivificantibus christianis sacramentis
β) 3Αρμενικές:
Υπομνήματα είς τάς έπιστολάς τού Παύλου (καί τής Γ' Πρός Κορινθίονς, πού την θεωρεί γνήσια)
'Υπομνήματα είς τάς Πράξεις ’Αποστόλων: W. Akinian, Wien 1921. «Σειραί» εις Πεντάτευχον, Ίησοΰν του Ναυή, ’Ιουδίθ, Σαμουήλ, Βασιλειών, Αριθμούς: Mechitaristae, Ephraem. Opera armenica, IV, Βενετία 1836.
Υπομνήματα είς Ίώβ (Αποσπάσματα): A. Vardanian: Handes Ams. 26 (1912) 617626, 666671.
Λόγος είς τόν Ένώχ καί τόν Ήλίαν: Mechitaristae, Ephraem. Opera armenica, IV, Βενετία 1836
Προσευχή (Precatio): 252255.
Λόγος είς τήν τοϋ Χριστού γέννησιν: 58.
Λόγος πανηγυρικός είς τόν Τίμιον Σταυρόν: 6978.
Λόγος περί νηστείας: 179183 (καί Απόσπασμα: 224).
Περί προσευχής (Απόσπασμα): 224225.
Κανόνες 8: V. Hakovian, Kanonagirkc Hayokc, II, Erevan 1971, σσ. 5558.
γ) Κοπτικές:
 Επιστολή πρός μαθητήν: Ε. A. W. Budge, Coptic Martyrdoms in the Dialect of Upper Egypt, London 1914, σσ. 179183 καί 431453 (μετάφρ.).
Περί τούΑντίχριστου  Κατηχήσεις  Αποσπάσματα: Τ. Orlandi, Element! di lingua e letteratura copta, Milano 1970, σ. 118 καί είς CSCO 150, σσ. 121138 καί 151, σσ. 99110 (μετάφρ.).
δ) Γεωργιανικές:
Περί τοϋ θανάτου τού Σωτήρος καί τού Διαβόλου: I. Imnaisvili, K‘ art uli enis istoriuli k‘restomat’ia, II, Tiflis 1971, σσ. 2532.
Ρητόν περί νηστείας καί μετάνοιας: Β. Outier: Bedi kartlisa 32 (1974) 112117.
Λόγος είς τούς κεκοιμημένους: A. Sanidze, Sinuri, mravalt‘avi 864 clisa, Tiflis 1959, σσ. 263265.
Μετάνοια τού άγ. Έφραίμ: I. Abuladze, Mamat'a scavlani X da XI s.t‘a xelnacerebis mixedvit, Tiflis 1955, σσ. 183187.
Διδασκαλία πρός μοναχούς διαβιοϋντας κατά μόνας
Έξήγησις τού ΣΤ' Ψαλμοϋ (περί νηστείας καί μετάνοιας)
Λόγος περί θανάτου καί εξόδου τής ψυχής έκ τοϋ σώματος
Λόγος περί κοινωνίας: I. Imnaisvili, Sakit'havi cignijval kart‘ul enasi, I, Tiflis 1963, σσ. 4445.
Περί Άδάμ, Περί νηστείας καί μετανοίας, Διδασκαλία, Έξήγησις περί τοϋ Άδάμ
Είς τό άγ. Σάββατον..., Είς τήν δευτέραν παρουσίαν..., Είς τόν προφήτην Ήλίαν καί τόν ’Αρχάγγελον Μιχαήλ: Βλ. G. Peradze
ε) ’Αραβικές:
Εις τήν αποδημίαν του 'Αβραάμ καί τής Σάρρας  Εύχαί διάφοροι Εις τήν αγάπην, τήν μετάνοιαν καί τήν τελικήν κρίσιν  Εις τόν άγιον Ήλίαν
Περί άγάπης καί νηστείας  Εις τήν γέννησιν τής Παρθένου Μαρίας  Είς τόν μισοΰντα τόν κόσμον  Πανηγυρικός είς τήν Παρθένον Μαρίαν  Περί διακρΐσεως καλοϋ καί κακού  Περί νηστείας καί μετανοίας — Περί βαπτί σματος Εις τά Βάΐα —Περί των παθών τού Κυρίου —Περί του Τυφλού
Περί τής λαμπράς ημέρας τοΰ Πάσχα (όλα Ανέκδοτα): G. Graf, Geschichte der christlichen arabischen Literatur, I, Vaticano 1944, σσ. 421433. G. Troupeau, Catalogue des manuscrits arabes, I, Paris 1972 (κατά τόν πίνακα όνομάτων). J. Μ. Sauget
στ) Σλαβικές:
Λόγος περί κρίσεωςΛόγος περί αγώνων  Περί σωτηρίας τής ψυχής καί κατανύξεως Παραίνεσις περί δικαίων καί αμαρτωλών Λόγος ψυχωφελής καί περί ταπεινοφροσύνης (Ανέκδοτα): D. HemmerdingerIliadou, L’ £phrem slave et sa tradition manuscrite: Geschichte der Ostund Westkirche in ihren wechselseitigen Beziehungen, Wiesbaden 1968, σσ. 9296. C. Bojkovsky, Die altbulgarische LJbersetzung von Werken Ephraims des Syrers (κείμενο έλλην., σλαβικό καί γερμανική μετάφρ.), Freiburg 1984. 
81. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΑΓΚΥΡΑΣ ( + περίπου 374)
ΓΕΝΙΚΑ
Ό έπίσκοπος Άγκύρας Μάρκελλος έδρασε άπό τό 325 καί δοκίμασε μάταια νά επηρεάσει την θεολογική πορεία τής εποχής του. Είχε μικρή θεολογική καί φιλοσοφική παιδεία, έπισκόπευσε στήν μικρασιατική Άγκυρα, έλαβε μέρος στήν A' Οικουμενική Σύνοδο καί μετά, όταν  οί ορθόδοξοι διώκονταν, έμεινε στό πλευρό του ’Αθανασίου, γεγονός πού τοΰ στοίχισε τήν έξορΐα περί τό 335/6, άν όχι ένωρίτε ρα. Εξόριστος στήν Ρώμη, αθωώθηκε άπό τήν έκεΐ σύνοδο τού 341, όπως καί άπό τήν σύνοδο τής Σαρδικής (343), κάτι πού όφειλόταν στήν κάπως άκΐνδυνη "Εκθεσιν πίστεως, πού ύπέβαλε στόν ’Ιούλιο Ρώμης, καί στήν συμπαράσταση τού ’Αθανασίου. Ό τελευταίος ύ πήρξε πολύ εφεκτικός έναντι τού Μαρκέλλου, ίσως διότι άγνοούσε άρχικά τις κακοδοξίες του ή στηρίχτηκε πολύ στήν παραπάνω έκθεση, άλλά κυρίως διότι στήν έποχή τής άρειανικής λαίλαπας καί των διωγμών των ορθοδόξων ό Μάρκελλος όχι μόνο έδειξε θάρρος κι έμμονή στήν ορθοδοξία, άλλά έγραψε περί τό 335 κατά του Σοφιστή ’Αστεριού καί των άρειανών, οί όποίοι θεωρούσαν τόν Μάρκελ λο σαβελλιανό καί τόν καταδίκασαν πάλι, με διάταγμα τού Κωνσταντίου (347).
’Έκτοτε οί άπόψεις του γνώστηκαν εύρύτατα καί ό ’Αθανάσιος έπαυσε νά τόν ύποστηρίζει, ενώ άργότερα ό Μ. Βασίλειος ζητούσε τήν προσωπική καταδίκη του. Διδασκαλίες του είχαν ήδη καταδικαστεί στήν σύνοδο τών ’Εγκαινίων (341), τό επίσημο σύμβολο τής οποίας είχε χαρακτήρα άντισαβελλιανικό καί άντιμαρκελλιανικό, διότι τόνιζε τρεις πραγματικές θείες ύποστάσεις καί υιοθετούσε τόν χαρακτηρισμό τού Υίοΰ ώς εικόνας τού Πατέρα, άποψη πού είχε καταπολεμήσει ό Μάρκελλος. ’Αλλά καί στόν λεγόμενο τέταρτο τύπο συμβόλου τής ίδιας συνόδου τονίζεται ιδιαίτερα ή συνέχιση τής βασιλείας τού Κυρίου, γιά τήν όποια ό Μάρκελλος δίδασκε ότι τελειώνει μέ τήν έπΐγεια παρουσία τοΰ Λόγου. Τό άντιμαρκελλιανικό κλίμα συνεχίστηκε μέχρίς ότου τόν καταδίκασε οριστικά ή Β' Οικουμενική Σύνοδος (381).
Ή συγγραφική σταδιοδρομία τού Μαρκέλλου άρχισε μάλλον περί τό 335, ένώ στό μεταξύ ό ’Αθανάσιος άγωνίζόταν νά στηρίξει τό κύρος τής Νίκαιας καί νά δικαιώσει τό όμοούσιος μέ τήν θεολογία ότι ό Υίός είναι φυσικός Υιός. Τότε λοιπόν ό Μάρκελλος διαπίστωσε όρθά ότι έπρεπε νά δοθεί έξήγηση καί στό πώς ύπάρχουν ό Πατήρ, ό Υιός καί τό Πνεύμα, δηλαδή πώς τά τρία, πού έχουν την ίδια φύση, είναι ένας Θεός. Τό πρόβλημα τούτο, πού δέν έλυσε ούτε ό ’Αθανάσιος, λύθηκε από τό 364 καί μετέπείτα μέ την θεολογία τού Βασιλείου περί τών ιδιαιτέρων ιδιωμάτων κάθε ύποστάσεως καί τής άπόλυτα κοινής φύσεώς τους. Τήν απάντησή του ό Μάρκελλος οργάνωσε σ’ ένα φιλόδοξο έργο χωρίς εμποτισμό στήν θεολογική παράδοση καί μέ διάθεση βιβλικιστική, δηλαδή μέ στενή γραμματική έρμηνεία βιβλικών χωρίων πού άπομονώνει άπό τό πλαίσιό τους. ’Από τό πρώτο αύτό έργο του, τού όποίου αγνοούμε τόν τίτλο, σώθηκαν μόνο άποσπάσματα. Άπό αύτά συνάγουμε τίς βασικές θέσεις τού συγγραφέα, πού άργότερα συνέταξε καί άλλα κείμενα μέ τόν ίδιο σκοπό καί τίς ίδιες ιδέες, ίσως λίγο καλυμμένες ή βελτιωμένες. Ό Μάρκελλος άντέκρουε τόν έπίσημο μέχρι τότε θεωρητικό τού άρειανισμοΰ, τόν Άστέριο, αλλά δέν έκκίνούσε άπό τήν Παράδοση τής Εκκλησίας. Αθέτησε διδασκαλίες (όπως π.χ. ότι ό Υιός είναι «είκών» τού Πατέρα, ότι ό Χριστός θά ύπάρχει καί θά βασιλεύει καί μετά τήν σταύρωσή του, ότι ένανθρώπησε κι έγινε θεάνθρωπος, διδασκαλίες όμως πού στήν "Εκθεσίν του δεχόταν, σύμφωνα μέ δήλωση τής συνόδου στήν Σαρδική: ’Αθανασίου, ’Απολογητικός Β' 45,1 κ.ά.) καί συγκρότησε ουσιαστικά δικό του θεολογικό σύστημα, πού εξωτερικά έμοιαζε σαβελλιανικό.
Σύμφωνα μέ τό σύστημα τού Μαρκέλλου στήν θεότητα έπικρατεΐ άρχικά είδος ήσυχίας, όσο άκόμα ό Λόγος βρίσκεται στόν Θεό. Ό Λόγος είναι άίδιος κι έχει τήν φύση τού Θεού. Ή κατάσταση αυτή ή τό είναι τού Θεού κατανοειται ώς άπόλυτα άδιαίρετη δόνα μις, πού εκδηλώνεται ώς ένέργεια. Μέ τόν όρο ενέργεια άντέκρουε τόν όρο ύπόσταση, πού γιά τούς άρειανούς προϋπέθετε άλλη φύση. Ό Λόγος, παραμένοντας ένα πρόσωπο {’Απόσπασμα. 76) μέ τόν Θεό, «έ νεργεΐα» δημιουργεί ώς Υιός τόν κόσμο καί μετά λαμβάνει σάρκα, χωρίς νά ένώνεται πραγματικά μέ αυτήν. ’Έχουμε, λοιπόν, «πλά τυνσιν» τού ένός Θεού, τού ένός προσώπου, σέ τριάδα (μέ τό άγ. Πνεύμα), πού δέν σημαίνει τρία όντα, διότι ή πλάτυνση είναι άποτέλεσμα ενέργειας τού μοναδικού θείου είναι, ή όποια μάλιστα πραγματώνεται ώς οικονομία (στήν ιστορία) γιά τήν σωτηρία τού άνθρώπου καί ή όποια γι’ αύτό θά έχει καί τέλος. Ή Τρίάς δηλαδή μέ τό τέλος τής θείας οικονομίας θά παύσει νά είναι Τριάς, διότι Λόγος καί Πνεύμα θά επιστρέφουν, θά άνακεφαλαιωθοΰν, στό ένα, στήν ήσνχία, άπό τήν όποια ώς ενέργεια εκκίνησαν. Ό Υιός, ώς Λόγος, θά έπανέλθει στούς κόλπους τού Θεού καί ή παρουσία του, όπως είχε άρχή καί όριο χρονικό, έτσι θά έχει καί τέλος. Η διδασκαλία του αυτή διαδόθηκε τόσο πολύ καί θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνη, ώστε κρΐθηκε ά ναγκαΐο νά καταδικαστεί στήν Β' Οικουμενική Σύνοδο (381) μέ τήν φράση «ού ( = τοΰ Κυρίου Ίησοΰ Χρίστου) τής βασιλείας ούκ έσται τέλος». 'Η βασιλεία μάλιστα του Κυρίου είναι γιά τόν Μάρκελλο όχι τοϋ θείου Λόγου, αλλά του ανθρώπου, τόν όποίον αυτός άνέλαβε. Ό άνθρωπος Ίησοΰς Χριστός άπλώς μέ την δύναμη τοΰ Λόγου θά βασιλεύσει γιά νά νικήσει τόν Διάβολο. Καί όταν τόν νικήσει δέν θά έχει λόγο ύπάρξεως. Είναι φανερό πώς έδώ ύπάρχει άπέραντη σύγχυση, διότι ούσιαστικά διακρίνονται τρία όντα:
α) ό Θεός Λόγος πού είναι άεί μέ τόν Πατέρα,
β) ό Υιός μέ τόν όποίο έν χρόνω δημιούργησε τά πάντα καί
γ) ό Ίησοΰς Χριστός τής Μαρίας (δηλαδή μόνο ή άνθρωπότητα του Λόγου), τόν όποίο άνέδειξε («έποίησεν») ό Θεός σέ Χριστό καί Κύριο. Ίησοΰς όμως καί Χριστός έγινε ό Υιός, πού δέν έχει δική του προσωπική υπόσταση, άφοΰ είναι άποτέλεσμα ένέργειας. Ενίοτε συγ χέεται ό Λόγος μέ τόν Υιό (διότι ό Ιδιος ό Μάρκελλος συνέβη νά χαρακτηρίσει τόν Υιό άΐδιο, άλλά καί νά τόν χρονίκοποιήσει σέ μεταγενέστερο έργο του: Περί πίστεως 34 καί 14) ή φαίνεται ό Υιός ώς περαιτέρω στάδιο ένέργειας τής θεότητας. Πάντως ή έλλειψη ύ ποστάσεως τοΰ Υίοΰ εξηγεί τό γιατί ό Χριστός δέν άποτελεΐ πραγματική ύποστατική ένωση θείου καί κτιστοΰ, γιατί δέν είναι θεάνθρωπος, κάτι πού σημαίνει άνατροπή των χρίστολογικών καί σωτηριο λογικών δεδομένων τής Παραδόσεως καί τής δυνατότητας γνώσεως τοΰ Λόγου (Περί πίστεως 17). Διδάσκει δηλαδή έμμεσα καί είδος ά γνωστικισμοΰ, άφοΰ τελικά τόν Πατέρα γνωρίζει μόνο ό άγνωστος γιά μάς Λόγος καί όχι ό Ίησοΰς Χριστός, τόν όποίο οί άνθρωποι γνωρίζουμε.
Μέ τίς προϋποθέσεις αυτές διατυπώνει άκόμα είδος άποκαταστά σεως τών πάντων, «άφανισμόν» κάθε άντίθετης ενέργειας (Άπόσπ. 121). Ό Λόγος καί ή καθόλου θεία οικονομία σκοπό έχουν τήν ύπο ταγή καί προσαγωγή τών πάντων στόν Θεό. Ή προσαγωγή επιτυγχάνεται μέ τήν πρόσληψη όλης τής άνθρωπότητας κατά τήν ενσάρκωση. Ή προσληφθεΐσα μάλιστα άνθρωπότητα ταυτίζεται σαφώς μέ τήν Ιδια τήν Εκκλησία ώς σώμα Χριστοΰ, άποψη πού καλλιέργησε μετά ό Γρηγόριος Νύσσης. ΓΗ ’Εκκλησία κατανοεΐται ώς συνέχεια τής βασιλείας μετά τήν Σταύρωση (Περί τής ένσάρκου έπιφανείας 21).
Στά μεταγενέστερα έργα του ό Μάρκελλος (Περί τής ένσάρκου έπιφανείας καί Περί πίστεως λόγος μείζων, πού είχαν έκδοθεΐ ώς ά θανασιανά καί πού πρόσφατα ή έρευνα τά έπαναποδίδει, έστω μέ κάποιο δισταγμό, στόν Μάρκελλο) φαίνεται ότι προσπαθεί νά μειώσει κάπως τήν άρνητική εντύπωση πού είχε προκαλέσει τό πρώτο κείμενό του. Τελικά όμως καμμία θεμελιώδης αντίληψη δέν άλλά ζει στό σύστημά του, τό όποίο κατασκεύασε γιά νά καταπολεμήσει τούς άρειανούς καί νά ένισχύσει τις όρθόδοξες θέσεις, άλλα μάταια. Ό αρειανισμός εύκολα άνέτρεπε τό παράδοξο σύστημά του καί οί όρθόδοξοι δφειλαν στό πρόσωπό του νά καταπολεμήσουν έναν αιρετικό, πού όμως έμφανίζόταν στό πλευρό τους, γεγονός πού καθυστέρησε τόν άντιμαρκελλιανικό άγώνα των όρθοδόξων.«πρό γάρ τής δημιουργίας άπάσης ήσυχία τις ήν, ώς εικός, δντος έν τφ Θεφ του Λόγου» (Απόσπασμα 103).
«άδύνατον γάρ τρεις ύποστάσεις οϋσας ένοϋσθαι μονάδι, εϊ μή πρό τερον ή τριάς την άρχήν άπό μονάδος έχοι» (’Απόσπασμα 66). «ού σαφώς καί φανερώς ένταΰθα, άπορρήτω <δέ> λόγω, ή μονός φαίνεται πλατυνομένη μέν εις Τριάδα, διαιρεΐσθαι δέ μηδαμώς;» (Απόσπασμα 67).
«ένεργείμ ή θεότης μόνη πλατύνεσθαι δοκεΐ, ώστε μονάς όντως έ στίν άδιαίρετος» (Απόσπασμα 71).
«εί μέν είκών (= ό Λόγος) ού Κύριος ουδέ Θεός, άλλ’ είκών Κυρίου καί Θεού» (Απόσπασμα 96).
«πώς έγχωρεΐ την έκ γης τε ούσαν ( = σάρκα) καί μηδέν ώφελοϋ σαν (= τόν Λόγον) καί έν τοΐς μέλλουσιν αΐώσιν ώς αύτφ λυσιτε λοϋσαν συνεΐναι τφ Λόγω;... Ένεργεία μόνη διά την άνθρωπίνην σάρκα χωρίζειν αύτόν ( = τόν Λόγον) δοκών καί ώσπερ ρητόν τινα χρόνον όρίζων αύτφ τής έν δεξιά καθέδρας, οϋτω φησί πρός αύτόν 'έως &ν θώ τούς έχθρούς σου ύποπόδιον τών ποδών σου’ (Ψαλμ. 109, 1). Ούκοϋν ό ρ ο ν τινά έ χ ε ι ν δοκεΐ ή κατά άνθρωπον αύτοϋ οικονομία τε καί βασιλεία... Ούδέ γάρ αύτός καθ’ έαυτόν ό Λόγος άρχήν βασιλείας εΐληφεν, άλλ’ ό άπατηθείς ύπό τοϋ διαβόλου άνθρωπος διά τής τοΰ Λόγου δυνάμεως βασιλεύς γέ γονεν, ϊνα, βασιλεύς γενόμενος, τόν πρότερον άπατήσαντα νικήσει διάβολον... Τί γάρ έτερον βούλεται τό 'άχρι χρόνων άποκαταστάσεως’ (Πράξ. 3, 21) ή αιώνα μέλλοντα σημαίνειν, έν φ δει πάντα τής τελείας τυχεΐν άποκαταστάσεως;» (’Απόσπασμα 117).
«"Οταν λέγη ό Πέτρος '...τόν Ίησοϋν, δν ύμεΐς έσταυρώσατε’ (Πράξ. 5, 36), ού περί τής θεότητος αύτοϋ λέγει, ότι καί Κύριον αύτόν καί Χριστόν έποίησεν, άλλά περί τής άνθρωπότητος αύτοϋ, ή τις έστί πάσα ή Εκκλησία, ή έν αύτφ κυριεύουσα καί βασιλεύουσα μετά τό αύτόν σταυρωθήναι» (Περί τής ένσάρκον έπιφανείας 21). «τόν Ίησοϋν Χριστόν καί Κύριον έποίησεν ό Θεός. Αύτός φανερώς ό τοϋ Κυρίου άνθρωπος καί άρχή όδών έκτίσθη... καί Κύριος Τησοϋς Χριστός ό ποιηθείς καί σταυρωθείς» (Περί πίστεως 22). «Ίησοΰς ό Υιός τοϋ Θεού έχρημάτισε καί έστι διά τόν έν αύτφ κρυ βέντα Λόγον» (αύτόθι 32).
ΕΥΓΕΝΙΟΣ Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Υπέρβαση του μαρκελλιανισμον
Τό 371 ή μαρκελλιανική εκκλησία τής "Αγκυρας, όπου ζούσε ά κόμη ό Μάρκελλος, συνέταξε μέ τήν ευθύνη του άγνωστου άλλοθεν διακόνου Εύγενίου (ή Ύγΐνου) «"Εκθεσιν πίστεως όρθης». Ειδική πρεσβεία παρουσίασε τό σύντομο κείμενο στόν Μ. Αθανάσιο, γιά νά άπαλλάξει αυτός τήν μαρκελλιανική εκκλησία άπό τίς κατηγορίες γιά κακοδοξία. Είναι πολυσήμαντο τό γεγονός ότι στην «"Εκθεσιν» άμεσα καταδικάζονται δοξασίες τού Μαρκέλλου. "Ετσι τώρα ό Λόγος ταυτίζεται μέ τόν Υιό, καταδικάζονται οί φρονοΰντες ότι «ήν ποτέ μονάς μή όντος Υιού καί ήν ποτέ δυάς μή όντος άγιου Πνεύματος» καί ότι «τελεία καί άίδιός έστίν ή Τριάς». Όμολογεΐται ότι υπήρχε άιδίως «ένυπόστατος ή Τριάς», ότι «ό Χριστός ούχ ώσπερ εις τούς προφήτας έγένετο», άλλ’ ότι «γεννηθείς έκ Μαρίας άνθρωπος δΓ ημάς» «έγένετο». Ή πρεσβεία καί ό συντάκτης τής «Έκθέσεως» Ευγένιος μετέφεραν καί ύποστήριξαν αύτά μέ έντολή τής Εκκλησίας τους τήν εποχή πού ό Βασίλειος (Έπιστ. 69, 2 80 82) ζητούσε τήν καταδίκη τού Μαρκέλλου, τόν όποίο τελικά ό ’Αθανάσιος δέν καταδίκασε. Τήν στάση τού ’Αθανασίου θά κατανοούσαμε ίσως, άν ό Ευγένιος πληροφόρησε ότι ή «’Έκθεσις» είχε τήν σύμφωνη γνώμη τού Μαρκέλλου. ’Αλλά εκεί δέν σημειώνεται κάτι τέτοιο. Πάντως, αφού δέν άναφέρεται τό όνομα τού Μαρκέλλου, συνετό είναι νά δεχτούμε ή ότι αύτός δέν είχε πλέον γνώμη (ένεκα γήρατος ή παραμερισμού) ή ότι δέν είχε τό θάρρος νά διαδηλώσει τήν αλλαγή τών φρονημάτων του. "Αλλωστε, έάν είχε όντως αλλάξει φρόνημα, εάν είχε έξέλιξη δηλωμένη καί αποφασιστική στήν θεολογία του, όπως νομίζει ό τελευταίος έρευνητής τού θέματος Μ. Tetz (ZNW 64 [1973] 73121), θά ήταν πολύ δύσκολο νά έρμηνεύσουμε τήν προσωπική καταδίκη του στήν Β' Οικουμενική Σύνοδο (381).
ΕΡΓΑ ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ
Ό Μάρκελλος έγραψε άντιαρειανικά έργα καί Επιστολές.
Κατά ’Αστεριού. Γράφηκε περί τό 335/6 γιά νά άναιρέσει τίς απόψεις τοϋ ’Αστεριού, θεωρητικού τότε τοϋ άρειανισιιοϋ. Ό τίτλος τού έργου δέν σώθηκε. Άπό τά Κατά Μαρκέλλου καί Περί έκκλησιαστικής θεολογίας τοϋ Ευσεβίου Καισαρείας καί άπό άντιμαρκελλιανικό έργο τού ’Ακακίου Καισαρείας διασώθηκαν 129 άποσπάσματα.
Επιστολή πρός Ιούλιον Ρώμης.
Έκθεσις πίστεως. Συντάχτηκε τό 340 γιά νά έπιτευχτεΐ ή άθώωσή του άπό την σύνοδο τής Ρώμης (341). Πάντως τό γεγονός ότι στό κείμενο δεν άναφέρονται οί όρθόδοξες διδασκαλίες, πού ώς έκθεσιν υπέβαλε ό Μάρ κελλος γιά την Σύνοδο τής Ρώμης καί πού μνημονεύει ή σύνοδος τής Σαρ δικής, δημιουργεί πρόβλημα γνησιότητας γιά τό σύντομο αύτό έργο. Εκτός έάνή Σαρδική (’Αθανασίου, 5Απολογητικός Β' 45, 1) είχε νεώτερη έκθεση του Μαρκέλλου. Έκδόθηκε ώς έργο τοΰ ’Αθανασίου.
Περί τής ένσάρκου έπιφανείας του Θεού Λόγου καί κατά άρειανών. Έκδόθηκε ώς έργο τοΰ ’Αθανασίου. Σώθηκαν μεταφράσεις στην λατινική, την αρμένική καί τήν συριακή. Ό Simonetti  άρνεΐται τήν μαρκελλιανική προέλευση τοΰ έργου τούτου, όπως καί τοϋ έπόμενου.
Περί πίστεως λόγος μείζων. Έκδόθηκε ώς έργο τοΰ ’Αθανασίου καί ό Scheidweiler τό άποδίδει στόν Μάρκελλο, ένώ ό Simonetti προτιμά ώς συντάκτη του τόν Δίδυμο. Μεταφράστηκε στήν άρμενική καί τήν συριακή.
Επιστολή πρός Λιβέριον Ρώμης. Έκδόθηκε ώς έργο τοϋ ’Αθανασίου. Ό Μ. Tetz τήν άποδίδει πειστικά στόν Μάρκελλο. Ταυτίζεται μέ τό ψευδο άθανασιανό κατά θεοπασχιτών κείμενο.
Περί Εκκλησίας. Έκδόθηκε άπό τόν G. Mercati ώς έργο τοϋ μάρτυρα ’Ανθίμου Νικομήδειας ( + 302). Ό Μ. Richard τό προσγράφει στόν Μάρκελλο ένώ ό R. Hanson αναζητεί άλλον συγγραφέα στήν δεκαετία τοϋ 370.
ΕΡΓΟ ΕΥΓΕΝΙΟΥ
"Εκθεσις πίστεως όρθής πρός ’Αθανάσιον. Κείμενο 85 άράδων, γραμμένο τό 371 ώς απολογητική ομολογία των μαρκελλιανών, πού άπέρριπταν θεμελιώδεις κακοδοξίες τοΰ Μαρκέλλου.
82.       ΣΥΝΟΔΟΣ VALENCE (VALENTINUM) (374)
Στην Valence (Valentia) τής Γαλλίας συνήλθαν, στις 12 Ιουλίου τοΰ 374, είκοσι δύο γαλάτες επίσκοποι πρός άντιμετώπιση τοϋ σχίσματος, πού είχε προκαλέσειό αρειανισμός στούς κόλπους τής Εκκλησίας, καί πρός λύση άπολύτως πρακτικών θεμάτων. Τό πρώτο θέμα είχε ούσιαστικά λήξει. Μέ πρόεδρο μάλλον τόν Phaebadius Agen συνέταξαν στην συνέχεια Epistula ad Foroivlienses (έπνστολή πρός τούς κατοίκους τής Frejus) καί Statuta synodi apud Ecclesiam Valentinam, δηλαδή 4 Κανόνες. Ό πρώτος άπό τούς κανόνες απέκλειε τής ίερωσύνης τούς δίγαμους ό δεύτερος συμβούλευε τήν συγχώρηση τών γυναικών έκείνων, πού ένώ είχαν γίνει μοναχές Αποφάσισαν νά παντρευτούν ό τρίτος συμβούλευε συγχώρηση έκείνων, πού είχαν περι πέσει σέ ειδωλολατρία ή αίρεση ό τέταρτος αφορά στόν πρεσβύτερο Ac ceptus, έκλεγμένο έπίσκοπο Frejus, τόν όποίο ένεκα θανάσιμου Αμαρτήματος έμπόδιζαν νά χειροτονηθεί έπίσκοπος, όπως πληροφορούν οί συνοδικοί μέ τήν Epistula πρός τούς κατοίκους τής πόλεως αύτής.
83.ΣΥΝΟΔΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ (376)
Στό ’Ικόνιο τής Γαλατίας (Μικρασία) συνήλθε τό 376 ολιγομελής σύνοδος, τής όποιας πρόεδρος ήταν ό έπίσκοπος τής πόλεως Άμφιλόχιος ( + 396/400). Συγκλήθηκε μέ άφορμή κυρίως τήν δράση τών πνευματομά χων, γιά τήν Αντιμετώπιση τών όποιων ό Άμφιλόχιος είχε ζητήσει τήν βοήθεια τού Μ. Βασιλείου, πού τό προηγούμενο έτος τού έστειλε τό περίφημο έργο του Περί τοΰ άγ. Πνεύματος. Στήν σύνοδο θά παρίστατο καί ό Βασίλειος, εάν δέν τόν έμπόδιζε ή Αρρώστια. Οι συζητήσεις καί οί αποφάσεις πάντως στηρίχτηκαν στό έργο τούτο τού Βασιλείου.
Σώζεται μόνο «’Επιστολή συνοδική», στήν όποια έχουμε τά καίρια στοιχεία τής βασιλειανής θεολογίας περί άγ. Πνεύματος καί περί τών τριών υποστάσεων, πού έχουν μία φύση. ’Εδώ προδιαγράφεται ο,τι θ’ Ακολουθήσει στίς συνόδους ’Αντιόχειας (379) καί Κωνσταντινουπόλεως (381 καί 382). Γιά πρώτη φορά έπισημαίνεται συνοδικά ότιή Νίκαια δέν περιέλαβε «πλα τύτερον» .περί άγ. Πνεύματος, διότι τότε δέν είχε κινηθεί τό ζήτημα. Επίσης γιά πρώτη φορά έπικυρώνεται συνοδικά ή θεολογία τής μιας φύσεως καί τών τριών ύποστάσεων: «τών τριών ύποστάσεων καθαρώς ήμΐν παραδοθεισών... τής δέ φύσεως καί τής θεότητος μιας όμολογηθείσης» (PG 39, 96CD).
84.ΑΝΩΝΥΜΟΥ
 Carmen contra paganos
Στον κώδικα Paris, lat. 8084 παραδίδεται καί κείμενο από 122 στίχους, γνωστό μέ τόν τίτλο Carmen contra paganos. ’Ανώνυμος καί άτάλαντος ποιητής γράφει στην Ρώμη μέ πάθος κατά τής ειδωλολατρίας καί κατά γνω στοϋ την έποχή εκείνη εθνικού, πού διαδραμάτιζε ρόλο στην δημόσια ζωή. 'Η χρονολόγηση τοϋ ποιήματος έξαρτάται άπό τόν εντοπισμό τοϋ έθνικοΰ αύτοΰ, πού γιά τόν S. Mazzarino είναι ό Σύμμαχος (πατέρας) ( + 376), ένώ παλαιότεροι ερευνητές τοποθετούσαν τό έρ/ο στην τελευταία δεκαετία τοϋ Δ' αί. Γράφηκε στην Ρώμη τήν έποχή αύτή.
85.       ΣΥΝΟΔΟΣ ΡΩΜΗΣ (378)
Ή συνεχιζόμενη άντίδραση τοϋ άντίπαπα Ούρσίνου, ή μέ βία καί αίμα επικράτηση τοϋ Δαμάσου καί ή εναντίον τοϋ τελευταίου δίκη, τήν όποία κίνησε ό Ισαάκ, είχαν μειώσει τό κϋρος τοϋ Δαμάσου, μολονότι σέ σχετική δίκη άθωώθηκε. Γιά τήν ανάκτηση λοιπόν τοϋ κύρους του ό Δάμασος κάλεσε τό 378 στήν Ρώμη σύνοδο, ή όποία μέ κείμενό της, γραμμένο ά σφαλώς μέ πρωτοβουλία τοϋ ίδιου, ζήτησε άπό τόν αύτοκράτορα Γρατια νό νά δώσει μέ διάταγμα στόν έπίσκοπο Ρώμης προνόμια εκκλησιαστικά γιά τήν ’Ιταλία καί ΐσως γιά όλο  τό δυτικό κράτος.
Τής συνόδου σώθηκε Επιστολή (αίτηση) πρός τόν αύτοκράτορα, πού οφείλε νά καλύψει μέ διάταγμα τίς έξής δικαιοδοσίες: α) όποίος καταδικάζεται άπό τόν Δάμασο ή άπό τήν σύνοδο των καθολικών έπισκόπων νά θεωρείται καταδικασμένος· β) τούς κληρικούς πού αποφεύγουν τήν τοπική έκκλησιαστική δικαιοσύνη νά προσάγουν οί αρχές στήν Ρώμη, έάν είναι κοντινών περιοχών, ή στόν μητροπολίτη τής περιοχής, έάν είναι μακρινών περιοχών γ) έπίσκοποι, πού ύποψιάζονται γιά μεροληπτική κρίση τόν κριτή μητροπολίτη, έπιτρέπεται νά ζητήσουν κρίση συνόδου 15 επισκόπων δ) όταν άνακύπτει θέμα μέ μητροπολίτη, αύτός νά προσάγεται άπαραίτητα, γιά όριστικήδευτεροβάθμια κρίση, ή στήν Ρώμη ή όπου όρί σει ό Ρώμης ε) όταν άνακύπτει θέμα γιά τόν ίδιο τόν έπίσκοπο Ρώμης, αυτός νά κρΐνεται άπό τόν αύτοκράτορα ή άπό σύνοδο. Ό Γρατιανός μετέτρεψε σέ διάταγμα τά παραπάνω, έκτος άπό τήν τελευταία περίπτωση
Σχετικά μέ τό περιεχόμενο τής Επιστολής παρατηρούμε τά έξης: α) ό Ρώμης άπαιτειγίά τόν έαυτό του τήν δευτεροβάθμια κρίση των μητροπολιτών, κάτι περισσότερο δηλαδή άπ’ ό,τι τοΰ έδινε ή σύνοδος τής Σαρδικής τοΰ 343· β) τά προνόμια αύτά ισχύουν μόνο γιά τό δυτικό ρωμαϊκό κράτος, άν όχι μόνο γιά τήν ’Ιταλία· γ) ή σύνοδος είναι ύπεράνω τοΰ έπισκόπου Ρώμης, τόν όποίο μπορεί νά κρίνει, όπως τόν κρίνει καί ό αύτοκράτορας (!). Δέν έχει εμφανιστεί άκόμα ή άντΐληψη ότι τόν πρώτο θρόνο (Ρώμης) ούδείς κρίνει.

Πρώτη αποκλειστική  εισαγωγή και δημοσίευση  κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο :
ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β'
+ΣΤΥΛ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο

©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
 http://www.alavastron.net/

Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |