ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 1. Ησύχιος Αλεξανδρέας (Περί τό 300)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

1. Ησύχιος Αλεξανδρέας (Περί τό 300)





Τέταρτος Αιώνας

 

Κριτικός Εκδότης τoύ Βιβλικού κειμένου

Σπουδαίος κριτικός τοϋ κειμένου τής Γραφής περί τό 300. Δυστυ χώς ούτε γιά την ζωή ούτε γιά τό έργο του έχουμε αξιόλογες ειδήσεις. Ό Ιερώνυμος πληροφορεί (στήν Praefatio in Paralipomena, στήν Apologia adv. Rufinum II 27 καί στήν Praefatio in Evangelia) ότι 6 Ησύχιος άναθεώρησε (= νόθευσε) στήν Αλεξάνδρεια τό κείμενο των Ο' καί τής ΚΔ.  Στήν πραγματικότητα ό 'Ησύχιος επιχείρησε κριτική έκδοση των Ο' καί τής ΚΑ, αλλά τό εύρος καί τό βάθος των έπεμβάσεών του είναι άκρως δυσκαθόριστα. Τό κείμενό του, μάλιστα τής ΚΔ, επικράτησε περί τό 400 στήν ’Αλεξάνδρεια καί οί ειδικοί ερευνητές αναζητούν τήν προσφορά του στους κώδικες Βατικανό, Σιναϊτικό, ’Αλεξανδρινό καί Εύφραιμικό. Τό Decretum Gelasianum, επηρεασμένο Ισως άπό τόν Ιερώνυμο, χαρακτηρίζει τό ήσυχιανό κείμενο άπόκρυφο.
 Ό αίγύπτιος επίσκοπος Ησύχιος, πού μαρτύρησε μέ τόν Φιλέα ( + 307) κ.ά. (Εύσεβίου, Έκκλησ. ιστ. Η' 13,7) επί Διοκλητιανού, είναι μάλλον άλλο πρόσωπο.


2.ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ

Φήλικος, ’Αγάπης, Δασίου, Εύπλου, Ιουλίου, Κρισπίνης καί Ειρηναίου

Φήλικος, επισκόπου στην Βόρεια ’Αφρική. Τό λατινικό τούτο Μαρτύριο (Passio sancti Felicis) είναι σύντομο καί σύγχρονο τής συλλή ψεως, τής δίκης καί τού άποκεφαλισμού στην Καρθαγένη (15 Ιουλίου τοΰ 303) του επισκόπου Φήλικα.

Αγάπης, Ειρήνης, Χιόνης καί Άγάθωνος, Κασσίας, Φιλίππας καί Εύτυχίας. Παραστατικότατο κείμενο, σύγχρονο τού μαρτυρίου των νεαρών τούτων χριστιανών, πού συγκροτούν δύο διαφορετικές όμά δες, αλλά πού δικάστηκανάνακρίθηκαν μαζί άπό τόν έπαρχο Δουλκήτιο τό 304 στην Θεσσαλονίκη. Οί μάρτυρες, φεύγοντας τήν όργή τών διωκτών, κρύβονταν σε βουνό κοντά στήν Θεσσαλονίκη άπό τό 303, όταν ό Διοκλητιανός διέταξε (τόν Φεβρουάριο) τήν παράδοση καί καύση τών χριστιανικών βιβλίων. Τότε συνελήφθηκαν καί καταδικάστηκαν, διότι κατείχαν χριστιανικά βιβλία καί διότι άρνήθη καν νά θυσιάσουν (διάταγμα τού χειμώνα τοΰ 304) στά είδωλα. Τό κείμενο συνιστούν τά πρακτικά τής άνακρΐσεως μέ πρόλογο έκτενή καί επίλογο βραχύ ανώνυμου χριστιανού συντάκτη. Δασίου, στρατιώτη τής 11ης λεγεώνας Κλαυδίου, πού στρατοπέδευε στό Δορόστολο τής Κάτω Μοισίας, κοντά στόν Δούναβη. Τό Μαρτύριο τούτο βρέθηκε μόλις τό 1897 καί ένδιαφέρει πολύ τήν θρησκειολογία, διότι μιλάει γιά έθιμο πού ήρθε στόν ρωμαϊκό στρατό άπό τήν ’Ανατολή μέσω Ζήλων τοΰ Πόντου, όπου λατρευόταν ή περσική θεότητα Άστάρτη. "Ενας δηλαδή άπό τούς στρατιώτες ονομαζόταν κατά τήν έορτή τοΰ Κρόνου έκπρόσωπος τοΰ Κρόνου καί ζοΰσε μέ χλιδή καί παντός είδους ηδονές γιά τριάντα ήμέρες, στό τέλος τών όποιων θυσιαζόταν ό ίδιος στόν βωμό. 'Ο Δάσιος, πού έ τυχε νά ύποδειχτεΐ γιά τόν ρόλο αυτό, άρνήθηκε, όμολόγησε πίστη στόν Χριστό καί μάλιστα πίστη «έν τρισΐ μέν όνόμασι καί ύποστά σεσιν, έν μιφ δε ουσία» (§ 8). 'Η φράση αύτή μπορούσε θεολογικά νά λεχτεΐ μετά την θεολογία του Μ. Βασιλείου (370). "Αρα ή σημερινή μορφή τοϋ Μαρτυρίου είναι μεταγενέστερη των γεγονότων (304). 'Οπωσδήποτε ό συντάκτης στηρίχτηκε σέ παλαιότερο  σύγχρονο κείμενο (μάλλον στά πρακτικά τής δίκης), στό όποίο έδωσε χαρακτήρα οίκοδομητικό κι έγκωμιαστικό. "Ενεκα τής περιγραφής του παραπάνω έθίμου ή άξιοπιστία τοϋ κειμένου αμφισβητήθηκε από πολλούς έρευνητές.

Εΰπλου, εισπηδητή στό μαρτύριο, μάλλον κατά τό πρώτο διάταγμα τοϋ Διοκλητιανοϋ (Φεβρουάριος τοϋ 303), στήν Κατάνη τής Σικελίας. Τά πρακτικά τής δίκης του σώζονται στήν ελληνική καί την λατινική γλώσσα. Πολλοί θεωρούν τήν λατινική τους μορφή ώς πρωτότυπη. Ή έλληνικότητα όμως τής Κατάνης συνηγορεί μάλλον γιά τήν έλληνικότητα τοϋ πρωτοτύπου. Στό κείμενο τηρείται ό σκελετός των πρακτικών τής άνακρίσεως καί ό συντάκτης προσθέτει εξ όλοκλήρου μόνο τόν έγκωμιαστικό έπίλογο. Ό Εϋπλους αποτελεί σπάνια περίπτωση εισπηδητή μάρτυρα (χριστιανού δηλ. πού προκλητικά έπιζήτησε τό μαρτύριο), τόν όποίο ή Εκκλησία τίμησε, μολονότι ήδη άπό τόν Β' αιώνα τό είσπηδητικό μαρτύριο περιοριζόταν ατούς αιρετικούς κύκλους.

Ιουλίου. Βραχύ λατινικό Μαρτύριο πληροφορεί ότι στό Δορόστολο τής Κάτω Μοισΐας υποχρεώθηκε ό παλαίμαχος χριστιανός στρατιώτης (ύπηρετοϋσε 27 χρόνια) Ιούλιος νά θυσιάσει (304) στά είδωλα. Καί μολονότι έπικαλέστηκε τήν πολυχρόνια ύπηρεσία του μαρτύρησε μέ άποτομή τής κεφαλής, έφόσον δεν θυσίαζε.

Κρισπίνης. Τό λατινικό τοϋτο Μαρτύριο έχει τήν μορφή πρακτικών καί μιλάει γιά τήν Κρισπίνα, έπκρανή γυναίκα τής βορειοαφρι κανικής πόλεως Thacora (ή Tagora), πού μαρτύρησε στίς 5 Δεκεμβρίου τοϋ 304. Τοϋ β' καί γ' μέρους τοϋ κειμένου αμφισβητήθηκε ή γνησιότητα.

Ειρηναίου, έπισκόπου Σιρμίου.


 Σύντομο λατινικό Μαρτύριο καί σύγχρονο των γεγονότων, τά όποια περιγράφει. Ό Ειρηναίος ήταν επίσκοπος Σιρμίου στην Κάτω Παννονΐα (σημερινή Γιουγκοσλαβία). Συνελήφθη, βασανίστηκε ένώπζΟν των τέκνων του καί τής συζύγου του καί τελικά αποκεφαλίστηκε τό 304 έπί Διοκλητιανοϋ. Τό κύριο μέρος τοΰ κειμένου συνιστοΰν τά πρακτικά τής δίκης, την όποια έφερε σέ πέρας ό διοικητής Πρόβος.


3.ΒΙΚΤΩΡΙΝΟΣ ΠΕΤΑΒΙΟΥ ( + 304)


Ό Βικτωρΐνος (Victorinus Poetovionensis), πού μαρτύρησε τό 304, έζησε κατά τό β' ήμισυ τοΰ Γ' αιώνα, διακρίθηκε γιά την μόρφωσή του καί, άγνωστο πότε, έγινε έπίσκοπος Πεταβίου (Pettau) στην Παννονΐα (σημερ. Αύστρΐα). Ό συμπατριώτης του Ιερώνυμος (De viris illustribus 74. Epist. 50,10· 70,5) τόν θεωρεί ως τόν άρχαιότερο λατί νο συστηματικό έξηγητή, αλλά, παρατηρώντας τά όχι άψογα λατινικά του, πληροφορεί ότι χρησιμοποιούσε πολύ καλύτερα την έλ ληνική, κάτι πού θά συνέβαινε μόνο άν ήταν έλληνικής καταγωγής. Ερμήνευσε άπό την ΠΑ Γένεση, "Εξοδο, Λενϊτικό, Ήσαΐα, Ιεζεκιήλ, Άββακούμ, Εκκλησιαστή καί rΑσμα άσμάτων, καίάπότήνΚΑ Ματθαίο καί Αποκάλυψη. Στό έργο του έπηρεάστηκε άπό τόν Πα πία, τόν Ειρηναίο, τόν 'Ιππόλυτο καί ιδίως άπό τόν Ωριγένη. Αύτό φαίνεται άπό τό μόνο σωζόμενο έργο του, τό Υπόμνημα στήν Άποτ κάλυψη (πού είναι έρμηνεία μόνο μερικών χωρίων), τό όποίο άργό τερα έπεξεργάστηκε ό 'Ιερώνυμος, μέ σκοπό νά τό βελτιώσει καί νά τό άπαλλάξει άπό τίς έμφανεΐς χιλιαστικές ιδέες, πού βρίσκουμε καί στό έργίδιό του De fabrica mundi (Περί κατασκευής τοΰ κόσμου). Πολλοί θεωροΰν τόν Βικτωρΐνο διασκευαστή άπό τά έλληνικά τοΰ έργου Ad versus omnes haereses, πού παραδόθηκε ώς κεφάλαια 4653 τοΰ έργου τοΰ Τερτυλλιανοΰ De praescriptione. Ένώ γενικά έφάρμο ζε ίστορικογραμματική έρμηνεία, ένίοτε άσκοΰσε καί άλληγορική μέσω τοϋ ’Ωριγένη.

Commentarii in Apocalypsim Joannis. Διασκευή ώριγένειων κυρίως σχετικών κειμένων γιά την έρμηνεία όρισμένων χωρίων τής Άποκαλύψεως.

Tractatusde fabrica mundi (Πραγματεία περί της δημιουργίας τοϋ κόσμου).

Adversus omnes haereses (Κατά πασών τών αιρέσεων).

'Αμφιβαλλόμενα:

Στόν Βικτωρΐνο αποδίδονται καί τά έξης έργα, είτε από τήν χειρόγραφη παράδοση είτε από τούς έρευνητές: α) De decern virginibus. β) In Cenesim. γ) Ad lustinum Manichaeum, πού όμως θεωρούνται αμφιβαλλόμενα.



4.ΣΥΝΟΔΟΣ  ΣΥΛΛΟΓΗ  (ΕΛΒΙΡΑΣ) ΙΣΠΑΝΙΑΣ (περί τό 306)



Ή πρώτη δυτική σύνοδος, τής όποιας οί κανόνες διασώθηκαν αύ τούσιοι, πραγματοποιήθηκε στην ισπανική πόλη Iliberis, στήν σημερινή Γρανάδα τής ’Ανδαλουσίας. Ή ιστορικότητα της είχε παλαιότερα αμφισβητηθεί, άλλα σήμερα γίνεται δεκτή. Συζητεΐται άκόμα ό χρόνος συγκλήσεώς της. Φαίνεται όμως ότι μπορεί νά τοποθετηθεί περί τό 306. Στήν σύνοδο αντιπροσωπεύτηκαν 32 έπισκοπές μέ 19 έπισκόπους καί 13 πρεσβυτέρους, ενώ έλαβαν μέρος μερικοί άκόμα πρεσβύτεροι, διάκονοι καί λαϊκοί. Τίς εργασίες διηύθυνε μάλλον ό έπίσκοπος του Cadix Φήλικας, αλλά τό πρόσωπο πού κυρίως επηρέαζε τήν σύνοδο ήταν ό Οσιος Κορδούης.

Ώς έργο τής συνόδου εμφανίζονται στις μεταγενέστερες συλλογές 81 κανόνες (διατάγματα). Οί ερευνητές εργάστηκαν πολύ γιά νά συνδέσουν τούς κανόνες μέ προβλήματα καί καταστάσεις τής εποχής καί νά έξη γήσουν άκόμη κάποιες άσυμφωνίες μεταξύ τους, άλλά χωρίς αποτέλεσμα γενικώς άποδεκτό. Οί 81 κανόνες έχουν τόν χαρακτήρα περισσότερο συλλογής (collectio) παρά έργου μιας συνόδου μέ συντακτική επιτροπή, πού άντιμετωπίζει εποχικά προβλήματα τού εκκλησιαστικού βίου. Ό Μ. Mcignc, τού όποίου τίς άπόψεις δέν συμμερίζονται όλοι, διακρίνει τρεις ομάδες κάνόνων, δηλαδή τρεις συλλογές (A,B,C) πού ενώθηκαν σ' ένα σώμα, όπως συνηθιζόταν στίς τοπικές Εκκλησίες γιά τίς πρακτικές άνάγκες τους. "Ετσι στήν περιοχή τής ’Ανδαλουσίας συγκροτήθηκε ή πρώτη στήν Δύση κανονιστική συλλογή, πού περιλαμβάνει: τήν Α' όμάδα κανόνων 121, οί όποίοι ανήκουν πράγματι στήν σύνοδο Έλβίρας, τήν Β' όμάδα κανόνων 6375, τών όποιων ή σύνταξη εύκολα τοποθετείται μεταξύ τών συνόδων Arles (314) καί Νίκαιας (325), καί τήν C όμάδα μέ τούς λοιπούς κανόνες, οί όποίοι τοποθετούνται στίς επόμενες δεκαετίες. Οί κανόνες τών ομάδων Β καί C έχουν εντυπωσιακά παράλληλα (μέχρι ταυτότητα) σέ κανόνες τών συνόδων Άρελάτης (314), Άγκύρας (314), Νεοκαισαρείας (314/19), Νίκαιας (325), Σαρδικής (343) καί στούς «Άποστολικούς».

Οί κανόνες 121 τής Έλβίρας άντιμετωπίζουν περιπτώσεις έκτροπής χριστιανών σέ ειδωλολατρία, θανάσιμων άμαρτημάτων, διαζυγίου, γάμου, πορνείας και παρθενίας, ένώ μόνο τρεις (1820) άφοροΰν τούς κληρικούς. Ενδεικτικός τού αύστηροϋ κλίματος πού επικράτησε στήν σύνοδο είναι ό κανόνας 18, πού στερεί τήν θεία Ευχαριστία άκόμη καί στήν ώρα τού θανάτου, άπό κληρικούς πού έπεσαν στό αμάρτημα τής πορνείας.



5.ΦΙΛΕΑΣ ΘΜΟΥΕΩΣ (+307)



Ό Φιλέας, γνωστός γιά τήν παιδεία καί τά πολιτικά του άξιώμα τα, έγινε περί τό 300 έγγαμος επίσκοπος Θμούεως τής Αίγυπτου. Μεταξύ 304-307 συνελήφθη καί μαρτύρησε μέ διαταγή τού Κλαυδίου Κουλκιανού, διοικητή Αίγύπτου. Πρόσφατα βρέθηκε στόν κώδικα Bodmer XX τό Μαρτύριον τού Φιλέα στά έλληνικά, πού άρχίζει μέ τίς λέξεις «Απολογία Φιλέα έπισκόπου» καί πού σέ μερικά σημεία διαφέρει άπό τό ήδη γνωστό λατινικό. Ό συντάκτης τού έλλην. Μαρτυρίου ήταν αύτόπτης των γεγονότων, τά όποια έκθέτει πειστικά, δίνοντας έμφαση στίς άπολογητικές καί πληροφοριακές απαντήσεις τού Φιλέα πρόςτόν ρωμαίο διοικητή Κουλκιανό. Τό λατινικό κείμενο συντάχτηκε λίγο μετά, μάλλον βάσει τού ελληνικού.

Ό Ευσέβιος, πού αναφέρει τό μαρτύριο τού Φιλέα (Έκκλησ. ιστορία Η' 9, 68), παραθέτει άπόσπασμα «άπό των Φιλέου πρόςΘμουΐ τας γραμμάτων»: Η' 10), τά όποια ό τελευταίος έγραψε άπό τήν φυλακή. Καί μολονότι τό άπόσπασμα προϋποθέτει μία μόνο Επιστολή, φαίνεται ότι ό Ευσέβιος γνώριζε περισσότερες. Πάντως ή επιστολή αυτή είναι κείμενο μοναδικής σημασίας, γιατί σ’ αύτό ή διαδικασία καί τά είδη βασανισμού περιγράφονται όχι απλώς άπό αύτόπτη καί παραστάτη ένός μάρτυρα, αλλά άπό τόν ίδιο τόν μάρτυραήρωα. Ή τόσο λεπτομερής καταγραφή των πολλών ειδών βασανισμού άναδεικνύει τό κείμενο σέ σπουδαία πηγή τής Ιστορίας τού μαρτυρίου.

Στά λατινικά σώθηκε Επιστολή πού έγραψαν πρός τόν Μελίτιο άπό τήν φυλακή οί αιγύπτιοι έπίσκοποι Ησύχιος, Παχώμιος, Θεόδωρος καί Φιλέας γιά θέματα έκκλησιαστικής τάξεως, μέ άφορμή τήν μή άποδοχή τών μετανοούντων πεπτωκότων άπό τόν έπίσκοπο Μελίτιο. Καί άπό τό κείμενο αύτό, πού πιθανόν νά γράφηκε άπό τόν Φιλέα, συνάγεται ότι ό Φιλέας ήταν φορέας τής Παραδόσεως καί γι’ αύτό άπό την φυλακή του τάχτηκε μέ τό μέρος του Πέτρου ’Αλεξάνδρειάς, πού, Ακολουθώντας τόν Διονύσιο Κορίνθου (Β' αί.) τόν Κυπριανό Καρθαγένης (Γ' αί.) καί τόν Διονύσιο ’Αλεξάνδρειάς (Γ' αι.), συγχωρούσε τούς πεπτωκότες.

Επιστολή πρός Θμουΐτας. Γράφηκε στήν φυλακή καί σώζεται Αποσπασματικά.

Επιστολή πρός Μελίτιον. Σώζεται στήν λατινική καί τήν υπογράφουν Ακόμα οί έπίσης φυλακισμένοι έπίσκοποι 'Ησύχιος, Παχώμιος καί Θεόδωρος.

Επιστολή Μελιτιανών (σέ πάπυρο, έλληνικά καί κοπτικά). Κείμενο σχετικό μέ τό περιεχόμενο των παραπάνω έπιστολων, γραμμένο Από Μελι τιανούς.



6. ΠΑΜΦΙΛΟΣ ( + 309)



Αναθεωρητής roυ κειμένου τής Βίβλου

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Ό μάρτυρας Πάμφιλρς έδρασε στό τέλος του Γ' καί τις αρχές του Δ' αί. στην Καισαρεία τής Παλαιστίνης. Επηρέασε την ζωή τής Εκκλησίας μέ τό διδακτικό, τό κριτικό καί τό όργανωτικό έργο του. 'Υπήρξε θερμός θιασώτης καί ένσυνεΐδητος συνεχιστής τής παρα δόσεως του ’Ωριγένη, γιά τόν όποίο έγραψε πεντάτομη Απολογία μέ τήν βοήθεια του Εύσεβίου Καισαρείας, χωρίς καθώς φαίνεται νά συμμερίζεται άπόλυτα τίς άκρότητες του μεγάλου αλεξανδρινού, του όποίου πάντως έγινε ό πρώτος μεγάλος απολογητής. "Ιδρυσε σχολή στήν Καισάρεια τής Παλαιστίνης, όπως παλαιότερα (234) ό ’Ωριγένης. Έκεΐ δέν περιορίστηκε μόνο στήν γενική διδασκαλία. Εργάστηκε μεθοδικά γιά τήν κριτική άποκατάσταση του κειμένου των θ' καί τής ΚΔ άπό αντίδραση έν μέρει πρός τό ανάλογο έργο πού γινόταν στήν ’Αντιόχεια (Λουκιανός). Τό κείμενο μάλιστα των Ο' πού έξέδωσε άνέσυρε κυρίως άπό τά «Τετραπλά» καί «Έξαπλά» τοΰ ’Ωριγένη, τού όποίου ή έργασία έτσι άξιοποιήθηκε, με τήν βοήθεια έπειτα καί τοΰ Εύσεβίου Καισαρείας. Τό διορθωμένο τούτο βιβλικό κείμενο διαδόθηκε μεταξύ ’Αλεξάνδρειάς καί ’Αντιόχειας, ένώ ό Μ. Κωνσταντίνος ζήτησε νά τοΰ σταλούν αντίγραφά του στήν Κωνσταντινούπολη. Ενδεικτικό τής σπουδαιότητας τής κριτικής εργασίας τού Παμφίλου είναι ότι τό κείμενό του, πού σωζόταν στήν βιβλιοθήκη τής Καισάρειας μέχρι τό 640, όταν οί "Αραβες κατέλαβαν τήν περιοχή, χρησιμοποίησε καί ό Ιερώνυμος γιά τήν λατινική μετάφραση τής Γραφής.

Παράλληλα ό Πάμφιλος διοργάνωσε κι εμπλούτισε τήν Ιδρυμένη άπό τόν ’Ωριγένη βιβλιοθήκη τής Καισάρειας καί μάλιστα κατάρτισε άξιόλογο άντιγραφικό εργαστήριο. Μέ τήν βοήθεια τής βιβλιοθήκης αύτής κατόρθωσαν ό ιστορικός Εύσέβιος καί ό 'Ιερώνυμος νά συντάξουν τά ιστοριογραφικά καί άποθησαυριστικά τους έργα.

ΒΙΟΣ

Ό Εύσέβιος Καισαρείας έγραψε Βίο τού Παμφίλου. Τό έργο χάθηκε, άλλα ό ίδιος ιστορικός δίνει γιά τόν Πάμφιλο εύκαιριακά λίγες μά σημαντικές πληροφορίες, τίς όποιες συμπληρώνει ό 'Ιερώνυμος. Γνωρίζουμε λοιπόν ότι ό Π. γεννήθηκε τό 240/45 στην Βηρυττό άπό πλούσιους καί μορφωμένους γονείς, τούς όποίους κληρονόμησε. Σπούδασε στην σχολή τής ’Αλεξάνδρειας, άκουσε ΐσως εκεί τόν Πιέριο καί γρήγορα έγινε θαυμαστής καί απολογητής τού Ωριγένη. "Ενεκα συμπτώσεως ή ένεκα ώριγενισμοϋ ό Π. έγκαταστάθηκε στήν Καισαρεία τής Παλαιστίνης, ΐσως περί τό 280/1. Ή μεγάλη του παιδεία, ή άγάπη του πρός τήν έρευνα καί τό ένδιαφέρον του νά συνεχίσει καί νά μιμηθεΐ τόν ’Ωριγένη ήταν καλές προϋποθέσεις γιά νά ιδρύσει έκεΐ σχολή. Στήν Καισάρεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος άπό τόν ’Αγάπιο, δίδαξε μέχρι τό 307 καί διακρίθηκε γιά τήν σύνεση, τήν σοφία, τήν έργατικότητα καί τήν όργανωτικότητά του. Προηγουμένως είχε διανείμει τήν μεγάλη του περιουσία στούς ενδεείς καί ζοΰσε πολύ άσκητικά. ’Απέκτησε πολλούς μαθητές, ό σπουδαιότερος τών όποιων ήταν ό Εύσέ βιος πού αύτοχαρακτηρίστηκε «ό Παμφίλου», πρός τιμήν τοϋ προστάτη καί δασκάλου του.

Μέ τήν βοήθεια συνεργατών καί μαθητών οργάνωσε κι έμπλούτισε τήν βιβλιοθήκη τής Καισάρειας καί  τό σπουδαιότερο συνέστησε άντιγρα φικό έργαστήριο, πού έδωσε πλήθος άντιγράφων τής Γραφής καί έργων έκ κλησιαστικών συγγραφέων, μεταξύ τών όποιων τήν πρώτη θέση κατείχε ό ’Ωριγένης. Στόν χαμένο Βίο τοϋ Π. ό Εύσέβιος είχε περιλάβει καί κατάλογο τής βιβλιοθήκης. Τό 307 ό Π. συνελήφθη μέ μαθητές ίου καί στίς 16 Φεβρουάριου τού 309 άποκεφαλίστηκε.

ΕΡΓΑ

Άπό τό πλούσιο κριτικό έργο τοϋ Π. μόνο ίχνη μπορούμε νά έπισημά νουμε (βλ. Εύθαλίου, "Εκθεσις κεφαλαίων τών Πράξεων: PG 10, 154953). Στήν φυλακή έγραψε ’Απολογίαν υπέρ Ώριγένους σέ πέντε βιβλία. Στήν σύνταξη τόν βοήθησε καί ό Εύσέβιος, ό όποίος μετά πρόσθεσε άκόμη ένα βιβλίο. Άπό τό έργο σώζεται (έκτός άπό άποσπάσματα στήν συριακή) μόνο τό πρώτο βιβλίο σέ λατινική μετάφραση τοϋ Ρουφίνου, θιασώτη επίσης τοϋ ’Ωριγένη στήν Δύση. Στό πρόσωπο τοϋ Π. έχουμε τόν πρώτο σπουδαίο ά πολογητή τοϋ ’Ωριγένη, τοϋ οποίου έκθέτει τίς άπόψεις περί θεολογίας, περί Θεοϋ Πατέρα, περί θεότητας τοϋ Υίοϋ, περί άγ. Πνεύματος, περί τής Γραφής, περί τής άναστάσεως, περί κολάσεων τών αμαρτωλών, περί ψυχής καί άλλοιώσεως αύτής κ.ά.

Τό έργο γράφηκε μέ άφορμή τίς κατηγορίες πού άποδίδονταν τότε στόν ’Ωριγένη άπό πολλούς καί δή άπό τόν Μεθόδιο Όλύμπου καί τόν Πέτρο Αλεξάνδρειάς. Ό Ιερώνυμος γνώριζε καί Επιστολές του

ΕΥΣΕΒΙΟΥ, Έκκλησ. ίστορία (σέ πολλά σημεία κατά τό εύρετήριο)

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Περί τών έν Παλαιστίνη μαρτύρων
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Εις τόν ΒίονΚωνσταντίνον Δ'



7. ΠΙΕΡΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΑΣ

Έζησε μέχρι τίς αρχές τοΰ Δ' αί. (καί ίσως λίγο μετά τό 309) ώς θεολογών πρεσβύτερος καί ύπεύθυνος (άπό τό 281 μέχρι τό 300) τής λεγόμενης Κατηχητικής σχολής τής ’Αλεξάνδρειας. Περί τοΰ προσώπου καί τοΰ έργου του έχουμε πολύ λίγες ειδήσεις καί αυτές άλ ληλοσυγκρουόμενες. Ό Φώτιος (Μνριόβιβλος 119) άναφέρει ότι τόν όνόμαζαν «νέον ’Ωριγένη», κάτι πού προϋποθέτει καί διδακτικό καί συγγραφικό έργο. ’Από τόν Φίλιππο Σιδήτη, τόν 'Ιερώνυμο καί τόν Φώτιο προσγράφονται αντίστοιχα στόν Πιέριο «Σπουδάσματα», «Tractatus» καί «Βιβλίον» δώδεκα λόγων. Πιό συγκεκριμένα διασώζονται οί έξής τίτλοι (ή θέματα) λόγων καί κηρυγμάτων του:

ΕΙς τό Κατά Λονκάν Ευαγγέλιον, Εις τό Πάσχα καί τόν Ώσηέ, Περί τής Θεοτόκου, Εις τόν βίον τοΰ άγιου Παμψίλου (+ 309) καί Ex emplaria. Τά Exemplaria (Ιερώνυμος) ήσαν μάλλον αντίγραφα τής ΚΔ καί πιθανόν κριτική έκδοση ή κείμενο μέ κριτικές παρατηρήσεις.

Πάντως είναι προβληματικό άν ό Πιέριος έπέζησε τοΰ μαθητή του Παμφίλου, του γνωστού ώριγενίστή, καί άν έζησε τά τελευταία έτη τοΰ βίου του στήν Ρώμη, όπως θέλει ό 'Ιερώνυμος. "Ισως νά πρόκειται γιά δύο πρόσωπα, τό ένα πού έζησε περίπου μέχρι τό 300 στήν Αλεξάνδρεια καί τό άλλο πού τελείωσε την ζωή του στήν Ρώμη μετά τό 309.

Ό Φώτιος παρατηρεί ότι ό Πιέριος όρθοδοξοΰσε ώς πρός τόν Υιό, άλλά έσφαλλε ώς πρός τό Πνεύμα, τό όποίο θεωρούσε ύποδεέστερο των δύο άλλων προσώπων τής άγ. Τριάδας. Σώζονται μόνο άποσπά σματα άπό τόν Ιερώνυμο καί τόν Φίλιππο Σιδήτη.


8. ΠΕΤΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (300-311)

ΓΕΝΙΚΑ


Εργάστηκε μέ πολλή έπιτυχΐα ώς διδάσκαλος ή προϊστάμενος της άλεξανδρινής σχολής, άναδείχτηκε ένας από τούς πρώτους άντιω ριγενιστές καί τό 300 διαδέχτηκε στόν θρόνο τής ’Αλεξάνδρειας τόν Θεωνά. Έπισκόπευσε καρποφόρα μέχρι τό 303, οπότε στόν διωγμό τού Διοκλητιανού συνελήφθη καί κλείστηκε στίς φυλακές. “Ηδη όμως ήταν συντάκτης θεολογικών καί δή άντιωριγενιστικών έργων, στά όποια έκφραζόταν θετικά όχι μόνο γιά τήν θεότητα τού Χριστού, άλλά καί γιά τις δύο του φύσεις. Οί απόψεις αύτές είναι σημαντικές γιά τήν πρωιμότητά τους. Επιπλέον ή διατύπωσή του ότι ό Χριστός «τό συναμφότερον τοίνυν δείκνυται, ότι Θεός ήν φύσει καί γέγονεν άνθρωπος φύσει» (άπό τό χαμένο έργο του «Περί τής Σωτήρος επιδημίας») είναι κυριολεκτικά πολυσήμαντη καί μάλλον γνωστή στόν ’Αθανάσιο, πού άνέπτυξε τήν θεολογία τού «φύσει καί άληθινός Υιός τού Θεού» ό Κύριος.

Στό διάστημα τής φυλακΐσεώς του δέν έπαυσε νά ποιμαίνει καί νά γράφει. Ιδιαίτερα τόν άνάγκασε σ’ αύτό ή στάση τού συνδεσμώτη του Μελιτΐου Λυκοπόλεως έναντι των πεπτωκότων κατά τούς διωγμούς. JO Μελίτιος ακολουθούσε αύστηρή τακτική έναντι των πεπτωκότων καί μέ άντικανονικές πράξεις έπιδίωκε νά ύποκαταστή σει τόν Πέτρο, επειδή αύτός εφάρμοζε τήν έπιεΐκεια. Ό Π. αναγκάστηκε μέ άγνωστες συνθήκες νά κηρύξει συνοδικά έκπτωτο (305;) τόν Μελίτιο, νά άρνηθεΐ τό βάπτισμα των μελιτιανών καί νά γράψει άπό τήν φυλακή Επιστολή, στήν όποια όριζε τόν επιεική τρόπο ά ποδοχής των πεπτωκότων καί άπέτρεπε τό εθελοντικό (είσπηδητι· κό) μαρτύριο. Είκοσι χρόνια μετέπειτα ή Α' Οικουμενική Σύνοδος υιοθέτησε τήν βασική θέση τού Π., μειώνοντας όμως τά 4 έτη τιμωρίας πού πρότεινε αύτός σέ 3 γιά όσους χριστιανούς, χωρίς ιδιαίτερες πιέσεις, θυσίασαν στά είδωλα (βλ. Κανόνες Τ, ια', ιδ' Νίκαιας καίγ', ι' Πέτρου). Στίς άλλες περιπτώσεις, πού είναι δευτερεύου σες, ή Νίκαια εμφανίζεται λίγο αύστηρότερη άπό τόν Πέτρο.

Ό Πέτρος μαρτύρησε μέ άποτομή τής κεφαλής στίς 25 Νοεμβρίου τού 311.


ΕΡΓΑ

Τά έργα του, πού όλα χάθηκαν, γνωρίζουμε μόνο άπό τούς μνημονευό μένους τίτλους, άπό λίγα αποσπάσματα καί άπό κοπτικές μεταφράσεις. Δεν είναι όμως βέβαιο άν πρόκειται περί τίτλων βιβλίων ή περί τίτλων κεφαλαίων.

Περί θεότητος (» τού Χριστού). Σώζονται τέσσερα μόνο άποσπάσματα. Επίσης άλλα άποσπάσματα στην συριακή, τήν άρμενική καί την άραβική.

Περί τής Σωτήρος ημών επιδημίας. Μόνο ένα άπόσπασμα, δηλαδή τό πολυσήμαντο χωρίο: «Τό συναμφότερον τοίνυν δείκνυται, ότι Θεός ήν φύσει καίγέγονεν άνθρωπος φύσει». ’Ίσως τό προηγούμενο έργο ν’ αποτελεί μέρος τού παρόντος.

Περί ψυχής («Περί τού μηδέ προϋπάρχειν τήν ψυχήν»). Μόνο τέσσερα άποσπάσματα. Τό ένα στήν συριακή.

Περί άναστάσεως. Επτά άποσπάσματα στήν συριακή. Τό ένα σώζεται καί στήν έλληνική.

Επιστολή περί μετάνοιας. Γραμμένη άπό τήν φυλακή (306) ώς πασχάλιο γράμμα. Σώθηκε τό μέρος της πού άφορά τόν τρόπο άποδοχής τών πεπτω κότων. Διακρίνεται σέ 14 παραγράφους, πού ΐσχυσαν ώς 14 κανόνες τής Εκκλησίας. Μεταφράστηκαν στήν συριακή, τήν γεωργιανή καί τήν σλαβική.

Τρικεντίω τινί (περί πάσχα «λόγος» ή έορταστική επιστολή). Σώζονται πέντε άποσπάσματα στό «Πασχάλιον χρονικόν».

Επιστολή πρός Άλεξανδρεϊς. Γραμμένη άπό τήν φυλακή, συνιστά στό ποίμνιό του νά μήν έπικοινωνεΐ μέ τόν Μελίτιο καί τούς άντικανονικούς κληρικούς του. Σώζεται στήν λατινική.

Έπιστολαί:

α) Πρός τούς εαυτού κληρικούς. Μ. Richard: Symbolae Osloenses 38 (1963) 80 (ένα απόσπασμα), β) Επιστολή έόρτιος. Δύο άποσπάσματα. Μ. Richard: Mu 86 (1973) 267. γ) ’Από Επιστολή πασχάλια μάλλον προέρχεται τό άπό σπασμα, πού έκδίδεται ώς 15ος κανών (βλ. Επιστολή περί μετάνοιας) καί συνιστά την νηστεία τής Τετάρτης καί τής Παρασκευής καί απαγορεύει την γονυκλισία κατά την Κυριακή ( «χαρμοσύνης ήμέρας») καί στό διάστημα τής Πεντηκοστής.

Άποσπάσματα άδηλων έργων

Αμφιβαλλόμενα:

α) Επιστολή πρός Άπολλώνιον Λυκοπόλεως
β) Επιστολή (πρός ’Ορθοδόξους):
γ) Δύο κοπτικά άποσπάσματα από δύο επιστολές, ή μία τών όποιων Πρός Διοκλητιανόν

Νόθα:

Διδασκαλία. "Ενα απόσπασμα
Λόγος περί καταφρονήσεως τών έγκοσμίων... Στην κοπτική:

'Ομιλία εις τήνβάπτισιν τον Χριστού
'Ομιλία εις τήν Γέννησιν (τού Κυρίου). Στήν αραβική

Παραίνεσις. Απόσπασμα ομιλίας στήν κοπτική


9. ΜΕΘΟΔΙΟΣ (ΟΛΥΜΠΟΥ) (311/2;)


ΓΕΝΙΚΑ



Ό Μεθόδιος είναι φυσιογνωμία εντυπωσιακή καί δυσερμήνευτη. "Εδρασε μάλλον ώς διδάσκαλος παρά ώς επίσκοπος στό τέλος τού Γ' καί τις αρχές του Δ' αί. Τό έργο του υπενθυμίζει τό κλίμα των αρχαίων απολογητών, μολονότι έχει στοιχεία τοϋ Ειρηναίου τής Λυών. Προσπάθησε νά εισαγάγει στήν εκκλησιαστική γραμματεία τήν καθολική χρήση του διαλόγου κατά μίμηση τοΰ Πλάτωνα. Ή μέθοδός του όμως δέν είναι διαλεκτική αλλά σαφώς άλληγορική, άκόμα καί όταν φαίνεται νά ερμηνεύει τυπολογικά τήν ΠΔ. Κατά τούτο επηρεάζεται άπό τόν Ωριγένη, μολονότι είναι ό πρώτος σημαντικός άντιωριγενίστής, όπως ό σύγχρονός του Πάμφιλος είναι ό πρώτος σημαντικός άπολογητής τοΰ Ωριγένη. Γι' αυτό οί ώριγενιστές περί φρόνησαν (Σωκράτης) τόν Μ., ενώ οί άντίωριγενιστές τόν εγκωμίασαν (Έπιφάνιος Κύπρου).

Ό Μ, είχε μεγάλη φιλοσοφικοηθική παιδεία καί λογοτεχνικό τάλαντο. Μέ τήν βοήθεια καί τής άλληγορικής μεθόδου άνέμιξε τήν βιβλική κοσμολογία καί ανθρωπολογία μέ τήν πλατωνική μεταφυσική καί τήν λαϊκοφιλοσοφική καί δή στωική ηθική. Τό γεγονός αύ τό, σέ συνδυασμό μέ τήν έμμονη προσπάθείά του «τήν κατά τό πνεύμα ( = όχι γράμμα) διάνοιαν δηλώσαι τής Γ ραφής» (Συμπόσιο ν Ε' 2), εξηγεί γιατί ό Μ. εκφράζει λίγο τό κλίμα τής ιστορικής ’Εκκλησίας.'Βέβαια μιλάει γιά τήν ’Εκκλησία, αλλά περιέργως θεωρεί ότι οί ψυχές προσκολλώνται πρώτα στόν Λόγο (ώριγενιστικό θέμα) κι έπειτα σχετίζονται μέ τήν Εκκλησία. Ή λογοτεχνική μορφή τού έργου του καί ή τάση νά θεολογεί ερήμην τών παραδοσιακών μορφών τής Εκκλησίας τόν όδηγοΰν συχνά σέ ασαφείς καί μάλιστα εσφαλμένες χριστολογικές διατυπώσεις, τίς όποιες ό Φώτιος θεώρησε άρειανικές παρεμβάσεις (Μυριόβιβλος 237). ’Έτσι π.χ. ό Λόγος πρό αιώνων είσήλθε στόν Χριστό, πού ονομάζεται «πρώτον βλάστημα» καί «πρεσβύτατος τών αιώνων» (Συμπόσιον Γ' 4). Συγχρόνως θεωρεί τόν Χριστό «άνθρωπον άκράτω θεότητι καί τελεία πεπληρωμέ νον καί Θεόν έν άνθρώπω κεχωρημένον» (αυτόθι).

Επιχειρεί ένιαία θεώρηση τής ιστορίας καί τής αιωνιότητας, αρχίζοντας άπό τήν πρώτη ημέρα τής δημιουργίας καί τελειώνοντας μέ τήν έβδομη (τής άναστάσεως καί τής χιλιετούς βασιλείας: Συμπόσιον Θ' 1) καί τήν όγδοη ήμέρα, ή οποία ταυτίζεται μέ τήν αιωνιότητα. Στό πλαίσιο τούτο διακρίνει τρία στάδια τής ίστορίαε τίκ σωτηρίας (Συμπόσιον Ε' 7): τήν εποχή των 'Εβραίων, οπότε δόθηκε ή «σκιά τής εικόνος» τής ούράνιας βασιλείας· τήν έποχή μας (= τής Εκκλησίας), οπότε δόθηκε ή εικόνα τής βασιλείας καί τήν αληθινή βασιλεία, τήν πραγματική βασιλεία, πού θ’ άκολουθήσει τήν ανάσταση, οπότε καί ή αληθινή έορτή τής σκηνοπηγίας, στήν όποια θά μετάσχουν οί άγνοί. Είναι φανερό ότι ό Μ. επηρεάζεται άπό έγ κρατιτικές καί φιλοσοφικοηθικές ιδέες, ώστε αθέλητα ίσως νά άφαιρεΐ τόν ιστορικό ρεαλισμό άπό τήν Εκκλησία, νά βλέπει μέ κάποια νεοπλατωνική απαισιοδοξία τόν κόσμο καί νά άπολυτοποιεΐ τήν παρθενία, δεχόμενος τόν γάμο νόμιμο, αλλά ώς συγκατάβαση πρός τήν ανθρώπινη άδυναμία (Γ' 11). Πάντως ή παρθενία εντάσσεται στήν σωτηριολογική προοπτική κι έτσι διαφοροποιείται άπό τήν φιλοσοφική άσκητική, όπως π.χ. τοΰ Πορφυρίου.

Ή έπιδίωξη καί δοξολογική παρουσίαση τής παρθενίας ή αγνείας έχει μορφή άρετολογίας καί ήθικολογίας, οί όποιες αποκτούν αύτο νομΐα στήν σκέψη του: ή παρθενία σημαίνει τήν ομοίωση πρός τόν Θεό, διό καί μόνο οί παρθένοι θ’ άποκτήσουν άγγελικάπνευματικά σώματα κατά τήν όγδοη ημέρα. Οί άναφορές του στήν ουράνια βασιλεία δεν εκφράζουν σχετικές έμπειρίες, γιά νά χαρακτηρίσουμε νηπτική θεολογία τό έργο του. Εντούτοις άπό τήν θεματολογία καί τόν συμβολισμό τού έργου του Συμπόσιον πήραν πολλά στοιχεία οί μεταγενέστεροι συγγραφείς, όπως ό Γρηγόριος Νύσσης (Περί παρθενίας) καί ό ’Αμβρόσιος Μιλάνου (Περί Εκκλησίας).

Τήν συμμετοχή τού Μ. στά προβλήματα τής Εκκλησίας δείχνει μόνο ή πολεμική του κατά τού νεοπλατωνικού Πορφυρίου, κατά των γνωστικών (στό έργο του Περί αύτεξουσίου) καί κατά τού Ωριγένη, τόν όποίο δέν κατανόησε ορθά σέ όλες τίς περιπτώσεις τής εναντίον του πολεμικής.

Ό ποιητής

Πέρα τούτων ό Μεθόδιος άπέκτησε Ιδιαίτερη σημασία γιά τήν ιστορία τής εκκλησιαστικής ύμνογραφΐας, διότι τό έργο του «Συμπόσιον» κλείνει μέ προσωδιακό ύμνο στήν παρθενία, πού μάλλον γράφηκε στό τέλος τού Γ' αί. Ό ύμνος έχει 24 ιαμβικές στροφές, ή κάθε μία των όποιων άποτελεΐται άπό τρεις δεκαπεντασύλλαβους ή δεκαεξασύλλαβους ή δεκατετρασύλλαβους στίχους καί έναν όκτα σύλλαβο στίχο (Κ. Μητσάκης). Στήν πρώτη στροφή καί άλλοϋ τό μέτρο δέν τηρείται. "Ετσι έχουμε στίχο στήν αρχή πέρα των τεσσάρων συνήθων. Τίς στροφές, πού μάλιστα έχουν άκροστιχΐδα τό έλ ληνικό αλφάβητο, άκολουθεΐ πάντα τό ίδιο έφύμνιο


Τό προσωδιακό αυτό ποίημα δέν προοριζόταν γιά λειτουργική χρήση (έχει χαρακτηριστικά καί καταλύσεις του μέτρου πού δέν εξηγούνται) καί δέν βρήκε μιμητές. "Η ακροστιχίδα του καί τό αναπτυγμένο έφύμνιο οδήγησαν ερευνητές στην υπερβολική άποψη οτι σ’ αύτό έχουμε τόν πρόδρομο τού Κοντακίου. Τό κλίμα του όμως είναι δλως άλλο από έκεΐνο των Κοντακίων.

Ή ταυτότητα τον Μεθοδίου

'Η παρακολούθηση τής ζωής καί τής δράσεως τού Μεθοδίου είναι σχεδόν αδύνατη, ένεκα ή τής σιωπής ή τής συγχύσεως των πηγών. Ό Ευσέβιος δέν τόν παρουσιάζει στήν Ιστορία του, μάλλον έπειδή ό Μ. ήταν άντιωριγενιστής. Ό Ιερώνυμος (De v/'r/s ill. 83) τόν ονομάζει έπίσκοπο Όλυμπου τής Λυκίας καί μετά Τύρου, ώς καί μάρτυρα κατά τούς χρόνους τού Δεκίου (249251) ή Βαλεριανοϋ (253-259) στήν Χαλκίδα τής Ελλάδας. Νεώτερες πηγές τόν αναφέρουν ώς έπίσκοπο Πατάρων ή Μύρων ή Ιΐδης ή Φιλίππων (Μακεδονίας). Επειδή όμως ή μελέτη των έργων του οδηγεί στό συμπέρασμα ότι έδρασε πρός τό τέλος τού Γ' καί τις αρχές τού Δ' αι., αποκλείεται νά μαρτύρησε επί Δεκίου. "Η σύγχυση προήλθε πιθανώς από τήν ύπαρξη δύο ή τριών Μεθοδίων: ενός μάρτυρα επί Δεκίου στήν Χαλκίδα καί ένός ή δύο επισκόπων στήν Μικρασία.

Πρέπει όμως νά λεχτεΐ οτι ό συντάκτης των έργων πού προσγράφονται στόν Μεθόδιο κατανοεΤται άριστα ώς λαϊκός κατηχητής ή διδάσκαλος πού δίδαξε σε πολλές πόλεις. Τήν παράδοση πού τόν θέλει έπίσκοπο καί μάρτυρα (311 ή 312) δέν μπορούμε νά τήν επιβεβαιώσουμε.

ΕΡΓΑ

Ό Μεθόδιος συνέταξε πολλά έργα, άπό τά όποια σώθηκαν λίγα. ’Από αύτά πάλι πολλά παραδόθηκαν, κατά περίεργο τρόπο, σέ σλαβική μετάφράση. Χρονολόγησή τους δέν φαίνεται δυνατή. Ό λόγος του Μ. είναι προσεκτικά έπιτηδευμένος καί παγερός. Τό λεξιλόγιό του ένίοτε έξεζητημένο, άλλά συχνά γίνεται λογοτεχνικός μέχρι καθαρά ποιητικός.

Συμπόσιον ή περί άγνείβς. Διαλογικό έργο, πού φιλολογικά μιμείται τό πλατωνικό Συμπόσιο καί ούσιαστικά έπιθυμεΐ ν’ άπαντήσει σ’ αύτό, νά πάρει διάφορη άπό έκεΐνο θέση στό θέμα του έρωτα. Εντούτοις πολλές άπό τίς σκέψεις καί τά έπιχειρήματά του είναι πλατωνικά. Οί δέκα παρθένες δέν διαλέγονται τελικά, άλλά παίρνουν τόν λόγο γιά νά έγκωμιάσει κάθε μία μέ δικό της τρόπο τήν παρθενία καί τήν άγνεία. Στό τέλος, μέ κορυφαία τήν Θέκλα, ψάλλεται ό "Υμνος πρός τήν παρθενία. Ή έμφάνιση στόν ύμνο τοϋ τονικοϋ στοιχείου εις βάρος τοϋ ποσοτικού (προσωδίας) κρίνουν μερικοί ότι τοποθετεί αύτόν στά προδρομικά ποιήματα τοϋ μεταγενέστερου Κοντακίου. Τό έργο σώθηκε στό πρωτότυπο.

Περί Θεού καί ύλης καί (ή) περί αύτεξουσίου. 'Έργο διαλογικό, στό όποίο ό Μεθόδιος καί δύο άλλοι (ένας όπαδός τού γνωστικού Ούαλεντίνου κι ένας φιλόσοφος) συζητούν τό θέμα τής άρχής τού κακού, τό όποίο γιά τόν Μ. δέν είναι ούσία, άλλά ένέργεια ή ένέργημα ένεργείας. Σώθηκε κατά τά 2/3 στήν έλληνική καί όλόκληρο σέ σλαβική μετάφραση.

Άγλαοφών ή Περί άναστάσεως. Διάλογος περί άναστάσεως των νεκρών σωμάτων καί κατά ώριγενιστικών άπόψεων. Σημαντικό του μέρος σώθηκε άποσπασματικά στό πρωτότυπο καί όλόκληρο σέ σλαβική μετάφραση.

Περί διακρίσεως τροφών. Σώθηκε σέ σλαβική μετάφραση.

Περί βίου καί πράξεως λογικής. Σώθηκε στήν σλαβική. Εξετάζεται τό θέμα τής άνισότητας των άνθρώπων, ή όποια κατανοεΐται ώς κίνητρο πρός τελείωση πνευματική.

Περί των γενητών. Σώζονται στήν έλληνική διά τοϋ Φωτίου άποσπάσμα τα, πού ίσως άποτελοϋν μερική σύνοψη τοϋ έργου καί όχι αύτολεξεί μεταφορά.

Περί λέπρας. Σώζονται Αποσπάσματα στην έλληνική καί μετάφραση στήν σλαβική.

Περί βδέλλης. Σώζεται στην σλαβική.

Κατά Πορφυρίου. Ό Μ. έγραψε ογκώδες έργο γιά νά Αναιρέσει τήν διατριβή Κατά Χριστιανών (σέ 15 βιβλία) τοΰ νεοπλατωνικού Πορφυρίου ( + 301/5). Δυστυχώς χάθηκαν καί τά δύο έργα. Γιά τήν γνησιότητα των λίγων έλλην. Αποσπασμάτων ή συζήτηση συνεχίζεται.

Είς τόν Ίώβ. Ερμηνευτικά άποσπάσματα σέ Σειρές.

’Αποσπάσματα:

Περί μαρτύρων

ΕΙς τήν Γένεσιν

Άπολεσθέντα:

Πιθανόν νά έγραψε ύπόμνημα στήν Γένεση καί στό Άσμα ασμάτων καί Περί σώματος.

Νόθα:

Είς τόν Συμεώνα καί είς τήν “Ανναν τή ήμέρςι τής ύπαντήσεως... "Εργο τού Ε'ΣΤ' αί.

Λόγος είς τά βαΐα των φοινίκων

Είς τήν Άνάληψιντοϋ Κυρίου. Σώζονται άποσπάσματα στήν Αρμενική

’Αποκαλύψεις. "Εργο του Ζ' αϊ., γραμμένο Αρχικά στήν συριακή, Από τήν όποια έγιναν τέσσερες έλληνικές μεταφράσεις, όπως καί λατινική, Αρμένική, Αραβική καί σλαβική

Άποσπάσματα: Tρία Περί τοΰ Σταυρού καί τού Πάθους: PG 18, 397404. 


10. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (233-301)

Νεοπλατωνικός φιλόσοφος

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Ό Πορφύριος υπήρξε σπουδαίος νεοπλατωνικός φιλόσοφος καί διακρίθηκε γιά τό κριτικό του πνεύμα καί τήν εύρυμάθειά του. Διαδραμάτισε άποφασιστικό ρόλο στήν έκδοση, τήν διάδοση καί τήν έρμηνεία των έργων του Πλωτΐνου (+ 270), του όποίου έγινε μαθητής καί συνεργάτης στήν Ρώμη, άνήγαγε τήν κάθαρση καί τήν σωτηρία τής ψυχής σέ κεντρικό θέμα τής φιλοσοφίας καί αναθεώρησε μερικώς τό τριαδικό σύστημα (των ύποστάσεων) του δασκάλου του. Εκδήλωσε κριτική διάθεση έναντι των λαϊκοθρησκευτικών άντιλή ψεων τής έποχής του, των μυστηριακών «θεουργιών» καί των δεισιδαιμονιών, άλλά καί δέν τίς άπέρριψε τελείως. Νόμισε ότι αύτές χρησιμεύουν ως ένδιάμεσα στάδια πρός άνοδο τής ψυχής καί προπαντός πίστευε ότι μπορεί νά τις άποκαθάρει μέ άλληγορική έρμη νεΐα. Τά θρησκευτικοθεολογικά του ενδιαφέροντα είναι εμφανή, κατανοοϋνται άριστα στό γενικό θρησκευτικό φιλοσοφικό κλίμα τής έποχής καί συγγενεύουν μέ άντιλήψεις τοΰ χριστιανισμού, τόν όποίο γνώρισε στό πρόσωπο καί μάλιστα στό έργο τού Ωριγένη (+ 253/4). "Αγνωστο πότε άκριβώς πολέμησε τήν Εκκλησία μέ 15 «λόγους» «Κατά χριστιανών», οι όποίοι, έκτός άσήμαντων άποσπασμάτων, χάθηκαν. Φαίνεται όμως ότι άσκησε ρηχή κριτική καί άντίπαρέτα ξε τά λαϊκά άντιχριστιανικά έπιχειρήματα, πού τότε, άλλά καί πα λαιότερα, κυκλοφορούσαν. Τήν κριτική του έπικεντρώνει στήν έκ τού μηδενός δημιουργία τοΰ κόσμου καί τήν συντέλεια, στό μυστήριο τής ένανθρωπήσεως τού Υιού τού Θεού καί στήν άνάσταση τών νεκρών. Παρά ταΰτα ό κόσμος γιά τόν Πορφύριο έχει κάποια άρχή, πού όφείλεται στήν μορφή, τήν όποια λαμβάνει ή αιώνια προϋπάρ χουσα ύλη. Ή μορφοποίηση άποτελεΐ σημείο χρονικής ένάρξεως.

Χαρακτηριστικό τής άντιδράσεως, τήν όποια προκάλεσε ό Πορφύριος μέ τήν έναντίον τών χριστιανών πολεμική του, είναι ότι ό σχεδόν σύγχρονός του Μεθόδιος Όλύμπου ( + 311/12;) έγραψε «Κατά Πορφνρίον» έργο, πού δυστυχώς χάθηκε. ’Αλλά καί πολλοί έκκλη σιαστικοί συγγραφείς καί πατέρες, όπως π.χ. ό Εύσέβιος Καισαρείας, ό Γρηγόριος Νύσσης, ό Δίδυμος Τυφλός, ό Ιωάννης Χρυσόστομος καί άλλοι, γνωρίζουν τόν Πορφύριο'καί άναιροΰν άντιλήψεις του. Παράλληλα, έμφανίστηκαν χριστιανοί συγγραφείς, πού όχι μόνο χρησιμοποίησαν μερικώς, όπως ήταν φυσικό, τήν γλώσσαόρολογία των νεοπλατωνικών καί τοϋ Πορφυρίου, άλλα καί έπηρεάστηκαν άμε σότερα από αυτήν. Ό συντάκτης των «’Αρεοπαγιτικών συγγραφών» π.χ. χρησιμοποίησε ακόμα καί τίτλο έργου τοϋ Πορφυρίου, ό όποίος έγραψε «Περί θείων ονομάτων», πού δυστυχώς χάθηκε.

Ό Πορφύριος γενικά στήριξε τήν τριαδική θεώρηση τοϋ δντος, πού είχε συστηματοποιήσει ό Πλωτίνος. Τό δν δηλαδή άποτελεΐ τό έν, πού είναι απόλυτο καί άπαθές, ό νους, πού μέ έκχυση προέρχεται άπό τό έν, καί ή ψυχή, πού μέ τόν ίδιο τρόπο προέρχεται άπό τόν νοΰ. Μέ τήν έπήρεια όμως τής άριστοτελικής λογικής συνέδεε ή ταύτιζε τήν τριάδα τοϋ όντος περισσότερο μέ τόν νοητό κόσμο καί τήν λογική ούσία. Ή ψυχή (τοϋ κόσμου) ακόμη έμπεριέχει «τούς λόγους» τών όντων, δηλαδή τις γενικές μορφές δλων τών γνωστών δντων, καί συνίστά τήν πεμπτουσία τών άτομικών ψυχών (άνθρώπων καί ζώων), πρός τίς όποιες δέν συγχέεται. "Ολα τά όντα μεταξύ τους έχουν ποιοτική διαφορά. Εκείνο πού γεννά είναι άνώτερο άπό τό γεν νώμενο. Σταθερό στοιχείο παραμένει ή άμφΐδρομη κίνηση άπό τό έν πρός τίς έπιμέρους ψυχές, οί όποιες έκφυλιστικά προέρχονται άπό τήν ψυχή, καί άπό τίς έπιμέρους ψυχές πρός τό έν, μέ τό όποίο αύ τές έπιθυμοϋν νά ένωθοϋν. 'Η κίνηση αυτή, πού γίνεται μεταξύ τών δύο άντίθετων άκρων, δηλαδή τοϋ θείου ένός καί τοϋ μηδενός (ύλης), προϋποθέτει έρωτα τοϋ ένός κι επιβάλλει τήν άσκηση, τίς νηστείες, τήν κάθαρση τής ψυχής καί τήν έκσταση. Αύτός πού μέ βούληση έλεύθερη καταπολεμεί τά πάθη του επιτυγχάνει τήν γνώση τοϋ Θε οϋ, τόν όποίο τότε «έχει παρόντα».

ΒΙΟΣ

Ό Πορφύριος γεννήθηκε στήν Τύρο τής Φοινίκης τό 233 καί όνομαζό ταν Μάλχος. Τό όνομά του έξελλήνισε ό δάσκαλός του στήν Αθήνα Κάσ σιος Λογγΐνος. Άπό τό 263 μέχρι τό 268 μαθήτευσε στον Πλωτΐνο, στήν Ρώμη. Μία μελαγχολία τόν έφερε στά πρόθυρα τής αυτοκτονίας, τήν όποια άπέφυγε μέ τήν συμβουλή του Πλωτΐνου νά άποσυρθεΐ στό Λιλύβαιο τής Σικελίας. ’Αρκετά μετά τόν θάνατο τοϋ Πλωτίνου (270), έπανήλθε στήν Ρώμη, συνέχισε ώς διάδοχος τό έργο τοϋ δασκάλου του, τόν όποίο ποικιλο τρόπως ύπεράσπισε, παντρεύτηκε τήν Μαρκέλλα καί συνέταξε πλήθος μελετών. Τήν τελευταία του μελέτη, «Περί Πλωτίνου βίου», έγραψε τό 301. Πέθανε στό διάστημα μέχρι τό 305.

ΕΡΓΑ

Ό Πορφύριος μελέτησε, πλήν τής φιλοσοφίας, καί δλες τίς έπιστήμες τής έποχής του. Γι’ αύτό καί τά έργα του έκτείνονται στόν χώρο όχι μόνο της φιλοσοφίας, άλλά καί τής φιλολογίας, τής ρητορικής, τής ψυχολογίας, τής ήθικής, τής άστρολογίας, των μαθηματικών καί άλλου. Τά σημαντικότερα των διασωθέντων έργων του είναι τά έξης:

Περί του έν Όδυσσεία τών Νυμφών άντρου.

Υπομνήματα εις έργα Πλάτωνος.

Εισαγωγή εις τάς Άριστοτέλους κατηγορίας (ή Περί των πέντε φωνών: γένος, είδος, διαφορά, ίδιον, συμβεβηκός).

Εις τάς Άριστοτέλους κατηγορίας κατά πεϋσιν καί άπόκρισιν.

Υπομνήματα είς άλλα έργα τοϋ Άριστοτέλους.

Περί Πλωτίνου βίου καί της τάξεως των βιβλίων αύτοΰ.

Πυθαγόρου βίος.

Άφορμαί πρός τά νοητά.

Περί των τής ψνχής δυνάμεων

Περί άποχής έμψύχων.

Πρός Μαρκέλλαν.

Περί τής έκ λογίων φιλοσοφίας.

Περί άγαλμά των..

Περί θείων όνομά των.

Των Χαλδαίων τά λόγια.

'Ομηρικά ζητήματα.

Είς τά «Αρμονικά» Πτολεμαίου υπόμνημα.

Τίς έκδόσεις τών έργων τούτων, των αύτοτελών καί τών άποσπασμάτων.





11. ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ (+ 312)

Εισηγητής τής άντιοχειανής έρμηνευτικής


ΓΕΝΙΚΑ

Ό πρεσβύτερος Λουκιανός καταγόταν από τά Σαμόσατα (ή την Αντιόχεια), είχε μεγάλη παιδεία, έκκλησιαστική καί θύραθεν, καί ασχολήθηκε στήν Αντιόχεια μέ τήν κριτική τοϋ βιβλικού κειμένου καί μέ τήν έρμηνεία γενικά τής Γραφής. ’Αναθεώρησε έν μέρει τό κείμενο των Ο" καί τής ΚΑ, πού διαδόθηκε στήν ’Αντιόχεια καί τήν Κωνσταντινούπολη, όπου τό έφερε ό Ιερός Χρυσόστομος. βΟ Λ., έρ γάστηκε μέ πολλήν ελευθερία καί συχνά διόρθωνε φιλολογικά τούς Ο' (π.χ. εϊπον αντί είπαν των Ο' ή ό έλεος άντί τό έλεος). Παράλληλα κατά τρόπο γενικό άπέβη ό άρχικός εισηγητής στήν ’Αντιόχεια τής ίστορικογραμματολογικής έρμηνευτικής μεθόδου. Τό πολυσήμαντο αυτό γεγονός υπογραμμίζει τά προσόντα καί τήν εύρεία έπιρ ροή του Λ. γιά τόν όποίο δυστυχώς διασώθηκαν πενιχρές ειδήσεις καί αυτές γριφώδεις καί δυσερμήνευτες. Τοϋτο όφεΐλεται στό ότι χάθηκαν όσα λίγα έγραψε καί στό ότι τόν έπικαλέστηκαν ώς πρόγονο πνευματικό καί αυθεντία ό "Αρειος καί οι όπαδοΐ του. Στίς 7 ’Ιανουάριου τοϋ 312 μαρτύρησε στήν Νικομήδεια, ημέρα πού ή δυτική ’Εκκλησία τιμά τήν μνήμη του. Ή ανατολική Εκκλησία τόν τιμά στίς 15 ^Οκτωβρίου.

Ή έμμεση πληροφορία τοϋ Άρεΐου ότι ό ίδιος υπήρξε «συλλου κιανιστής», οπαδός ή μαθητής δηλ. τοϋ Λ. (Έπιφανίου, Πανάριον 69,6), ή γνώμη τοϋ ’Αλεξάνόρου ’Αλεξάνδρειάς ότι ό Λ. ήταν διάδοχος (= στόν θρόνο ή στήν κακοδοξία;) τοϋ Παύλου Σάμοσατέα (Θε οδωρήτου, Έκκλησ. ΐστ. Α' 3) καί ή τιμή πού έπιφύλαξε ή Εκκλησία στόν Λ. (βλ. Ευσεβίου, Έκκλησ. ιστορία Θ' 6,3 καί προπαντός τό Εγκώμιο στόν Λ. τοϋ Χρυσοστόμου: PG 50, 519526), δημιούργησαν ατούς έρευνητές δυσεπίλυτο πρόβλημα, πού συχνά λύθηκε μέ τήν ύπόθεση ότι πρόκειται γιά δύο πρόσωπα. Φαίνεται όμως ότι κάτι τέτοιο πρέπει νά άποκλειστεΐ.

Ό Λ. δέν ανέπτυξε σαφή τριαδολογία καί χριστολογία. ’Επηρεάστηκε βέβαια άπό τήν περί Λόγου θεολογία τοϋ ’Ωριγένη καί γενικά ίσως διέκρινε τόν Λόγο τοϋ Πατέρα άπό τόν δημιουργημένο Λόγο τοϋ Υίοϋ, άλλ’ οϋτε οί άντίπαλοί του οΰτε οί μαθητές του μπορούσαν νά τοϋ προσγράψουν συγκεκριμένη διδασκαλία, ή δποία μάλιστα νά συγγενεύει πρός τήν διδασκαλία τοϋ Άρείου ή πολύ περισ σοτερο πρός τήν διδασκαλία του Παύλου Σαμοσατέα.

Φαίνεται ότι ό Λ. γιά διάφορες, μή θεολογικές, αΙτίες δέν διέκοψε τίς σχέσεις του μέ τόν καταδικασμένο (268) Παΰλο Σαμοσατέα καί γι’ αύτό έμεινε σέ άκοινωνησία μέ τούς κανονικούς έπισκόπους Άν τιοχείας (Δόμνο, Τίμαιο, Κύριλλο) μέχρι τό 303. Τότε, στόν διωγμό τού Διοκλητιανοΰ, συνελήφθη, κακοπάθησε καί τό 312 ύπέστη μαρτυρικό θάνατο, γεγονός πού έρριξε στην λήθη άτυχεΐς έκφράσεις του καί τήν άτυχέστατη άκοινωνησία του μέ τούς κανονικούς έπισκόπους ’Αντιόχειας. Τό ίδιο άκριβώς είχε συμβεΐ στόν Γ' αί. μέ τόν Ιππόλυτο. Τό μαρτύριό του άφάνισε τήν πικρία τής Εκκλησίας τής Ρώμης, στην όποία είχε δημιουργήσει είδος κινήματος χωριστικού.

Τό μόνο κριτήριο γιά τίς θεολογικές άπόψεις τού Λουκιανού είναι τό Σύμβολο (Αθανασίου, Περί συνόδων 23), πού παρουσίασαν ώς δικό του έργο οί πρώιμοι όμοιουσιανοί στήν σύνοδο Άντιοχείας τό 341 καί μετά στήν σύνοδο Καρίας τό 367. Τό κείμενο τούτο, έστω σέ μιά προηγούμενη μορφή του, γιά τήν έποχή τού Λ. είναι όρθόδο ξο (= ό Λόγος εϊκόνα άπαράλλακτη τής ούσίας καί τής δυνάμεως τού Πατρός) καί μόνο γιά τήν μετά τό 325 έποχή είναι κακόδοξο ή ύποπτο, έπειδή δέν έχει τόν δρο όμοούσιος. "Αρα, έάν τό Σύμβολο έκφράζει δντως τόν Λ., οί άρειανόφρονες παραβίασαν τό πνεύμα του καί ή άναφορά τους στό πρόσωπό του κατανοεΐται κυρίως άπό τήν άνάγκη νά βρούν έρείσματα σέ αύθεντίες έρμηνευτικές καί σέ πρόσωπα πού ή Εκκλησία τιμούσε. Ιδιαίτερα ό "Αρειος άναφέρθηκε στόν Λ., διότι τόν είχε στήν ’Αντιόχεια δάσκαλο, τού δφειλε τήν ί στορικογραμματική μέθοδο καί χρειαζόταν τήν θεολογική του άσά φεια ή κάποιες άγνωστες σ’ έμάς άτυχεΐς έκφράσεις του. Πρόσφατα ό Boularand άρνήθηκε τήν προέλευση τού Συμβόλου τούτου άπό τόν Λ., δπότε ή θεολογική εικόνα τού Λ., πού θεωρείται καί εισηγητής τής άντιοχειανής Σχολής, γίνεται άφόρητα σκοτεινή. Τό περίφημο τούτο Σύμβολο στήν σημερινή του μορφή είναι μεταγενέστερο καί πιθανότατα έργο τού σοφιστή Άστερίου, πού ίσως νά χρησιμοποίησε κάποιο σχετικό κείμενο τού Λουκιανού.

Οί έρευνητές άναζητοΰνΐχνη τής λουκιανίκης άναθεωρήσεως τού βιβλικού κειμένου, πού φαίνεται κυριάρχησε στήν Κωνσταντινούπολη.

Επιστολή πρός Άντιοχέϊς τού Α. (τής όποιας τό ΠασχάλιονΧρονικόν διασώζει τόν πρόλογο χάθηκε.

Ερμηνευτικό άπόσπασμα στόΙώβ 2, 910
’Απολογία του ένώπιον τού κριτή (Ρουφίνου, Histor. Eccl. 9,6) ίσως νά μήν είναι γνήσια.




12. ΑΡΝΟΒΙΟΣ (De Sicca)

Απολογητής

Ό Άρνόβιοςέζησε κι έδρασε ώς ρητοροδιδάσκαλος στύν βορειο αφρικανική πόλη Sicca κατά τό β' ήμισυ τοϋ Γ' αί. Στις άρχές του Δ' αί. καί ίσως τό 304/310, έχοντας πλέον ήλικία περίπου 60 έτών, μεταστράφηκε στόν χριστιανισμό. Σύμφωνα όμως μέ τόν "Ιερώνυμο (Chron. ad 2343), τόν όποίο δεν έχουμε σοβαρό λόγο νά μήν άκο λουθήσουμε, ό έπίσκοπος τής πόλεως διατύπωσε άμφιβολίες γιά την ειλικρίνεια του Άρνοβίου, πού ώς τότε ήταν πολέμιος τής Εκκλησίας.

"Ο Α. λοιπόν συνέταξε έπταμερές έργο Adversus nationes (Κατά εθνών), γιά νά δείξει τήν είλικρίνειά του καί προπαντός γιά νά δικαιολογήσει τήν πράξη τής μεταστροφής του. Μέ τήν θέρμη, τήν ά πολυτότητα, τήν άφέλεια καί τήν λίγη γνώση τοϋ νεοφώτιστου, απορρίπτει συλλήβδην τήν θρησκεία καί τήν σκέψη τού άρχαίου κόσμου, από τόν όποίο έντούτοις έπηρεάζεται άφάνταστα καί γιά τόν όποίο δίνει πολύ χρήσιμες πληροφορίες.

Ό Ά. δέν πρόλαβε νά γνωρίσει άρκετά τήν Παράδοση τής Εκκλησίας καί τίποτα στό έργο του δέν θυμίζει τήν ζωή καί τό ήθος της. Λείπει άπό αυτό ή καλή γνώση τής Π καί ΚΔ, όπως καί ή θεο λογική διάσταση, πού σχεδόν έξαντλεΐται στην διαπίστωση των δύο φύσεων τοΰ Χριστού καί στην άνάστασή του. Εκφράζει βέβαια έν θουσιασμό γιά τόν χριστιανισμό, άλλά ή γνώση του γι’ αυτόν είναι πολύ έπιφανειακή καί συχνά τελείως ανεπαρκής μέχρι κι έσφαλμέ νη. “Ετσι π.χ. θεωρεί τόν Θεό Πατέρα κυρίως Θεό (Deus princeps) καί τόν Χριστό δευτέρας τάξεως θεό, στόν όποίο μάλιστα οί έθνικοί θεοί όφείλουν τήν ύπαρξη καί τήν δύναμή τους (Α' 28 καί Γ' 2)!

Ό Α. έπαναφέρει τό κλίμα των άπολογητών έκείνων τού Β' αι., πού δέν έμφανίστηκαν ώς φορείς τής Παραδόσεως, όπως ό Άθηνα γόρας, ό Θεόφιλος ’Αντιόχειας καί μάλιστα ό λατίνος Μινούκιος Φή λικας τού Γ' αί. Τούς 51 έλληνες καί ρωμαίους συγγραφείς πού άναφέρει γνωρίζει (πλήν δύο περιπτώσεων) έμμεσα καί άπό ανθολόγια τής έποχής του. Γι’ αυτό καί ή κριτική πού άσκεϊ έναντίον τους είναι συνήθως άφελής καί χωρίς έπιχειρήματα.



13.ΣΥΝΟΔΟΙ ΑΓΚΥΡΑΣ (314), ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ (314/319)

Α. Ή πρώτη γνωστή άπό κείμενά της σύνοδος έπισκόπων τού Δ' αί. συγκλήθηκε τό 314 στήν "Αγκυρα τής Γαλατίας (Μικρασίας), μεταξύ Πάσχα καί Πεντηκοστής, όπως ήταν ήδη συνήθεια. Στήν σύνοδο αύτή, όπου έλαβαν μέρος 12 έως 18 έπίσκοποι άπό τήν Συρία καί τήν Μικρασΐα, άναφέ ρονται άπό τόν Ζωναρά καί τόν Βαλσαμώνα ώς προεξάρχοντες οί Βιτάλιος ’Αντιόχειας, Άγρικόλαος Καισαρείας (Καππαδοκίας) καί Βάσΐλειος Άμασείας.

Τής συνόδου άφορμή καίρια υπήρξε ή άναστάτωση, πού δημιούργησε στήν Εκκλησία τό γεγονός των ποικιλοτρόπως πεπτωκότων κατά τούς διωγμούς, πού έφαρμόστηκαν μέ Ιδιαίτερη σφοδρότητα στήν ’Ανατολή άπό τόν Διοκλητιανό (284-305) καί τούς διαδόχους του Γαλέριο (305-311) καί Μαξιμΐνο (307-313), άλλά καί άπό τόν Λικίνιο (308-323).

Στήν διάρκεια του 303 έκδόθηκαν διαδοχικά τέσσερα διατάγματα κατά των χριστιανών: τούς άπαγόρευαν τήν λατρεία, τούς δήμευαν τά ίερά σκεύη καί τις .ιερές Γραφές τους καί φυλάκιζαν δσους άνήκαν στόν κλήρο. Τό τέταρτο μάλιστα διάταγμα υποχρέωνε τούς ύπηκόους όλο υς νά θυσιάσουν στούς έθνικούς θεούς. Σέ δλες τίς περιπτώσεις ή θυσία στούς θεούς καί δή στόν αύτοκράτορα (μέ τήν όποία οΐ Ρωμαίοι νόμιζαν ότι έξασφάλιζαν τήν ένότητα καί τήν πειθαρχία των φυλών τής ρωμαϊκής αύτοκρατορίας) ήταν άρκετή γιά νά άφεθοΰν οί χριστιανοί έλεύθεροι, όπως βέβαια καί οί μανι χαΐοι καί οί όπαδοί χριστιανιζόντων θρησκειών.

Οί συνέπειες τής μή συμμορφώσεως πρός τά διατάγματα ποίκιλλαν άπό φυλακίσεις, έξανδραποδισμό, καταναγκαστικά έργα σέ όρυχεϊα, βασανιστήρια φοβερά καί μαρτυρικό θάνατο. Μεγάλος άριθμός χριστιανών όιιο λόγησαν, βασανίστηκαν καί μαρτύρησαν, άλλά καί μεγαλύτερος άρνήθη καν τήν πίστη τους, θυσιάζοντας στούς θεούς, ή προσποιήθηκαν άπό φιλαυτία καί δειλία ότι άρνούνται τήν πίστη τους.

"Οσοι λοιπόν προσποιήθηκαν άρνηση τής πΐστεώς τους καί όσοι γενικά μετανόησαν, διότι τήν άρνήθηκαν  οί περισσότεροι δηλαδή πεπτωκότες  έπιζητοϋσαν τήν έπανένταξή τους στήν ’Εκκλησία. Αύτοί άκριβώς άποτέ λεσαν τό πρόβλημα. Θά μπορούσαν νά γίνουν καί πάλι κανονικά μέλη τής Εκκλησίας; "Οπως στόν Γ' αΐ., μέ άφορμή μάλιστα τόν διωγμό τού Δε κίου, έτσι καί τώρα έμφανίστηκαν οί ύπεραυστηροί χριστιανοί, πού άρνούν ταν έπανένταξή των πεπτωκότων στήν ’Εκκλησία άκόμη καί στήν έπιθα νάτια κλίνη, καί οί συνετοί έπιεικεΐς, πού δέχονταν μέ όρους τούς πεπτωκότες, έφόσον αύτοί είχαν μετανοήσει έμπρακτα. Τών τελευταίων τήν τακτική άποδέχτηκε ή σύνοδος Άγκύρας, ή όποία στούς 10 άπό τούς 25 κανόνες της περιγράφει τούς όρους, πού όφείλουν κατά περίπτωση νά τηρήσουν οί πεπτωκότες γιά τήν μετοχή στήν θεία Εύχαριστία.καί τό κήρυγμα, μολονότι τούς έπιτρέπει νά συμπαρίστανται μέ τούς λοιπούς πρεσβυτέρους στόν ναό.

Παράλληλα ή σύνοδος συνέταξε κανόνες περί σαρκικών Αμαρτημάτων, «cpi φόνέων καί χειροτονιών. Γιά πρώτη φορά μάλιστα όρίζεται ότι ό διάκονος μπορεί νά νυμφευτεί καί μετά την χειροτονία του, Αρκεί νά τό έχει δηλώσει πρίν άπό αύτήν στόν έπίσκοπό του (κανόνας 10).

Οι κανόνες μεταφράστηκαν στην λατινική καί τίς λοιπές Ανατολικές γλώσσες, πού δημιούργησαν χριστιανική γραμματεία.

Β: Στήν Αρμενική σώθηκαν 10 κανόνες, πού συνδέονται μέ σύνοδο στήν καππαδοκική Καισαρεία, τής έποχής Αμέσως μετά τήν σύνοδο Άγκύρας (314). Οί κανόνες 1,35,7 καί 9 τής Καισάρειας είναι ίδιοι μέ τούς κανόνες 2025 της ’Άγκυρας.

Γ. Στήν Νεοκαισάρεια τού Πόντου, τής όποιας πρώτος έπίσκοπος υπήρξε ό Γρηγόριος Θαυματουργός ( + μεταξύ 270 καί 275), συνήλθε σύνοδος, Αγνωστο πότε Ακριβώς. Πάντως μετά τήν σύνοδο Άγκύρας (314) καί μέχρι τό 319. "Ελαβαν μέρος 17 έπίσκοποι τών διοικήσεων Γαλατίας (Μικρα σίας), Αρμενίας, Συρίας καί Παλαιστίνης. Συνέταξαν 15 κανόνες, πού Αφορούσαν στόν γάμο, τήν πολυγαμία, τήν πορνεία, τήν διγαμία, τούς πρεσβυτέρους καί τούς χωρεπισκόπους. Όρίζεται ότι ό μέλλων νά χειροτονηθεί πρέπει νά είναι ήλικΐας 30 έτών. Σώθηκαν μεταφράσεις λατινικές καί σέ Ανατολικές γλώσσες.



14.ΣΥΝΟΔΟΣ ARLES (ΑΡΕΛΑΤΗΣ) (314)



Σώζεται σπουδαίο γιά την Δύση κανονιστικό κείμενο τοΰ έτους 314, πού περιλαμβάνει 22 κανόνες έκκλησιαστικής εύταξίας. Αύτοί άποστέλλονται στόν Σΐλβεστρο Ρώμης μ’ Επιστολή, τής όποίας ή γνησιότητα συζητεΐται, άλλα δεν είναι εύκολο ν’ άπορριφθεΐ (πολύ βραδύτερα προστέθηκαν στούς 22 καί άλλοι 6 κανόνες άπό Επιστολή τοϋ Ρώμης Σιρικίου, τού έτους 418). Καί τά δύο κείμενα όφείλονται σέ σύνοδο τοΰ 314, πού συνήλθε στήν Arles τής Γαλλίας μέ πρόσκληση τοϋ αύτοκράτορα τής Δύσεώς Κωνσταντίνου, γιά νά έπανεξετάσει τό θέμα των δονατιστών τής Β. ’Αφρικής (βλ. κεφάλ. Δονάτος). Τό γεγονός τής αύτοκρατορικής προσκλήσεως γιά σύνοδο έκ κλησιαστική συμβαίνει γιά πρώτη φορά στήν ζωή τής ’Εκκλησίας. Ό αύ τοκράτορας διευκολύνει τό ταξίδι των συνοδικών καί άναλαμβάνει τά έξοδα τής συνόδου. Τό θέμα τοΰ δονατισμοΰ είχε κριθεΐ τό 313 άπό σύνοδο στήν Ρώμη, άλλά ή άπόφαση δέν έγινε δεκτή άπό τούς δονατιστές, οί όποίοι έ πειδή δέν δικαιώθηκαν ζήτησαν καί την κρίση των έπισκόπων τής Γαλατίας. Οί τελευταίοι, πού άντιπροσώπευαν περί τίς 44 έπισκοπές, άνταποκρίθηκαν καί χωρίς προγενέστερη συνεννόηση μέ τόν Ρώμης, πού όμως έστειλε άντιπροσώπους, άποφάσισαν, μέ πρόεδρο μάλλον τόν Μαρίνο τής Arles ό,τι καί ή σύνοδος τής Ρώμης μέ μικρή άπόκλιση. Ό Καικι λιανός, τόν όποίο κατηγορούσαν οί δονατιστές, έμενε δ κανονικός έπίσκοπος Καρθαγένης καί οί κατήγοροι καταδικάζονταν.

Σημαντικότερο είναι ότι οί συνοδικοί τής Arles συνέταξαν καί κανόνες, πού ρύθμιζαν προβλήματα σχετικά μέ τήν πρακτική των δονατιστών, μέ τίς υποχρεώσεις τών κληρικών καί τόν ηθικό βίο τών χριστιανών. "Οσοι κληρικοί κατά τόν διωγμό (ΔιοκλητιανοΟ) άπό δειλία παρέδωσαν (tradito res) δημοσίως ιερά βιβλία ή σκεύη τής Εκκλησίας καθαιροΰνται, ένώ οί ίδιοι άν έλαβαν μέρος σέ χειροτονία, χωρίς άλλο κώλυμα, ή χειροτονία έ κείνη είναι έγκυρη. Οί στρατιωτικοί μπορούν νά ύπηρετοΰν στόν ρωμαϊκό στρατό, άρκεϊ ν’ απέχουν άπό είδωλολατρικές τελετές (μυστήρια). Οί με τανοοΰντες πεπτωκότες (lapsi) πρέπει νά προσκομίζουν συστατικά γράμματα όχι άπό όμολογητές, άλλά άπό τήν έκκλησιαστική τους άρχή. Ό κανόνας τής συνόδου Καρθαγένης (257) έπί Κυπριανού, πού όρίζει άναβα πτισμό τών προερχομένων άπό αίρεση, παραμερίζεται. Τώρα όρίζεται ότι, άν ό προερχόμενος άπό αίρεση βαπτίστηκε στό όνομα τής άγιας Τριάδας καί άν όμολογεί τό σύμβολο (τής πίστεως), γίνεται στήν Εκκλησία δεκτός μόνο μ’ έπίθεση τών χειρών πρός έπίκληση τοΰ άγ. Πνεύματος χάριν τοϋ ύποψηφΐου (καν. 9). Σημειώνουμε, τέλος, ότι ό πρώτος κανόνας άφορά στόν κοινό έορτασμό του Πάσχα, πού θεωρείται έπιβεβλημένος.

Μολονότι ό Ρώμης πρέπει νά ήταν χολωμένος, διότι ή σύνοδος τής Arles επανεξέτασε ό,τι σύνοδος μέ τήν προεδρία του είχε ήδη κρίνει, οί γάλλοι έπίσκοποι άποστέλλουν μ’ Επιστολή τίς άποφάσεις τους στόν Σίλβεστρο Ρώμης, γιά νά τις κοινοποιήσει σέ άλλους έπισκόπους, οί όποίοι όφείλουν νά τίς έφαρμόσουν.


15.       ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ (αρχές Δ' αί.)

Α. Αί Διαταγαί αί διά Κλημέντος καί Κανόνες έκκλησιαστικοί των άγιων Αποστόλων.

Ό κώδικας Vindobon. hist. gr. 7 (1Β' αϊ.) παραδίδει, μόνος αύτός, αφελές ήθικοκανονιστικό άπόκρυφο έργο μέ τόν τίτλο Αί Αιαταγαί αί διά Κλή μεντος καί Κανόνες έκκλησιαστικοί των άγιων Αποστόλων. Τό πρώτο μέρος τοϋ τίτλου είναι προφανώς μεταγενέστερη προσθήκη. Στό έργίδιο έμφανί ζονται οί Απόστολοι, συναθροισμένοι μ’ έντολή τοΰ Κυρίου, νά αποφασίζουν μέ την σειρά (’Ιωάννης, Ματθαίος, Πέτρος, Άνδρέας, Φίλιππος, Σίμων, ’Ιάκωβος, Ναθαναήλ, Θωμάς, Κηφάς, Βαρθολομαίος καί ’Ιούδας Ιακώβου. Δέν ταυτίζεται ό Πέτρος μέ τόν Κηφά καί ό Ναθαναήλ μέ τόν Βαρθολομαίο) γιά τίς δύο όδούς, τό γνωστό δηλ. θέμα τής Διδαχής καί άλλων κειμένων, καί γιά τήν θέση τών έπισκόπων, πρεσβυτέρων, αναγνωστών, διακόνων, χηρών, λαϊκών καί γυναικών στήν Εκκλησία. Περιέργως, διατυπώνουν γνώμες ή Μάρθα καί ή Μαρία, έκφέρονται ανόητες λέξεις, καί δηλώνεται στήν Αρχή ότι «έάν τις δοκή συμφέρον Αντιλέγειν, Αντιλεγέσθω αύτώ» (δποιος νομίζει χρήσιμο νά Αντείπει σ’ αύτόν πού μιλά, άς τοΰ Αντείπει). Τά ήθικολογικά του στοιχεία είναι πολύ γενικά καί γνωστά, ένώ τά κανονιστικά έπιπόλαια καί χωρίς γνώση τής πραγματικότητας τής ζωής τής Εκκλησίας.

Τό έργο τοποθετείται στίς Αρχές τοΰ Δ' αί. καί χρησιμοποιήθηκε άν χρησιμοποιήθηκε σέ περιθωριακές κοινότητες ή σέ ίουδαιοχριστιανικές όμάδες τοϋ συριακοΰ καί αιγυπτιακού χώρου. Διασώθηκε ακόμα σέ λατινική, συριακή, κοπτική (σαχιδική), Αραβική καί αίθιοπική μετάφραση

Β. (Επιτομή» τον Η' βιβλίου τών «Διαταγών των Αποστόλων»:

Διδασκαλία τών άγ. άποστόλων περί χαρισμάτων.

Διατάξεις τών άγ. άποστόλων περί χειροτονιών διά Ίππολύτου. Παύλον... διατάξεις περί κανόνων έκκλησιαστικών.

Πέτρον καί Παύλον... διατάξεις.

Περί ευταξίας διδασκαλία πάντων τών άγ. άποστόλων.

Άπό παρανόηση ή συλλογή τών παραπάνω κανονιστικών Απόκρυφων έργιδίων χαρακτηρίστηκε σέ μερικά χειρόγραφα «Επιτομή του Η' βιβλίου τών Διαταγών τών ’Αποστόλων» (βλ. κεφ. Ίουλιανός ό Νεοαρειανός). ’Αλλά ένώ τά έργίδια έχουν τό περιεχόμενο τοΰ Η' βιβλίου, δέν Αποτελούν έ πιτομή του. ’Αντίθετα μάλιστα, τά έργίδια προηγούνται τής τελικής μορφής τών Διαταγών καί άσφαλώς Ανήκουν στόν κύκλο τών κανονιστικών συλλογών, άπό τίς όποιες προήλθαν καί οι Διαταγές. Ή χρονολόγηση τών έργιδίων είναι πολύ δύσκολη. Θεωρούμε όμως βέβαιο ότι τουλάχιστον σέ προηγούμενη μορφή τους θά είχαν σχηματιστεί άπό τίς άρχές τοΰ Δ' αί., ώς έπέκταση τών κανονιστικών συλλογών τοΰ Γ' αί., δηλ. τής «Άποστο λικής παραδόσεως» τοΰ 'Ιππολύτου καί τής «Διδασκαλίας τών ’Αποστόλων» (βλ. Α' τόμο Πατρολογίας, σσ. 377-382).



16.       ΜΕΛΕΤΙΟΥ: Διαθήκη τεσσαράκοντα μαρτύρων

Άπλοϊκό, πρωτότυπο καί περίεργο κείμενο σέ μορφή έγκυκλίου γράμματος. Τό στέλνουν σαράντα όμολογητές χριστιανοί, πού περιμένουν Αποφασισμένοι νά ύποστοϋν τό μαρτύριο στήν Σεβάστεια τής ’Αρμενίας, περί τό 320 έπί Λικινίου. Οί μάρτυρες αυτοί, πού όλοι θά τελειωθοϋν γυμνοί άπό ψύξη πάνω στήν παγωμένη λίμνη τής Σεβάστειας, γράφουν μέ τό χέρι τοϋ Μελετίου τίς έξής τελευταίες έπιθυμίες ή παραγγελίες τους: τά λείψανά τους νά συλλεχτοΰν καί νά παραδοθοΰν όλα μαζί στόν πρεσβύτερο Πρόιδο, νά μή μοιραστούν σέ διάφορα πρόσωπα, άλλά νά ταφούν όλα στό χωριό Σαρείμ κοντά στά Ζήλα οί χριστιανοί νά τηρούν μέ ζήλο τίς έντολές τοΰ Κυρίου. Στό τέλος χαιρετίζουν γνωστά καί συγγενικά τους πρόσωπα. Διασώθηκε ακόμα καί Μαρτύριο τών Τεσσαράκοντα μαρτύρων, άλλά είναι πολύ μεταγενέστερο κατασκεύασμα. Τής Διαθήκης έχει άμ φισβητηθεΐ άπό όρισμένους έρευνητές ή γνησιότητα.



17.ΑΝΩΝΥΜΑ

Α. «Αδαμάντιος»

Άντιγνωστικό διαλογικό κείμενο, τοΰ όποίου άγνοοΰμε τόν συγγραφέα καί τοΰ όποίου ό πλήρης τίτλος είναι: «’Αδαμάντιος. Περί τής εις Θεόν όρ θής πίστεως». Άπό τόν Δ' ήδη αί. Αποδόθηκε στόν Ωριγένη, έπειδή αύ τός όνομάστηκε «Αδαμάντιος». Ό συντάκτης, πού είχε Αναπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο, έζησε μάλλον μεταξύ Συρίας καί Μικρασίας, δέν είχε σχέση μέ τήν θεολογική σκέψη τοϋ ’Ωριγένη, γνώριζε καλά Από τούς Εκκλησιαστικούς συγγραφείς μόνο τόν Αντιωριγενιστή Μεθόδιο Όλύμπου, Ασκησε θεολογία έπιφανειακή, έπανέφερε κάπως τό κλίμα καί τήν νοοτροπία τών Αρχαίων Απολογητών καί συνέθεσε χωρίς μεθοδικότητα τόν Διάλογό του, πού ίσως νά Αποτελεί διασκευή συζητήσεως ένώπιον Ακροατηρίου. Έάν τό έργο (τελευταία §) Αναφέρεται σέ διωγμούς συνεχιζόμενους, γράφηκε μετά τό 300 (έφόσον γνωρίζει τόν Μεθόδιο) καί πριν τό 313 (πού έληξαν οί διωγμοί). Έάν οί μνημονευόμενοι διωγμοί έχουν λήξει, τό έργο γράφηκε μετά τό 313 καί ίσως μέχρι τό 324.

Κύριο πρόσωπο τοΰ διαλόγου, τόν όποίο τυπικά διευθύνει ό έθνικός Εύ τρόπιος, είναι ό Αδαμάντιος. Αύτός έκφράζει τόν συγγραφέα καί τήν όρ θή πίστη. Διακρίνουμε στό κείμενο δύο μέρη. Στό πρώτο Ανατρέπονται οί Απόψεις τών μαρκιωνιστών συζητητών Μεγεθΐου καί Μάρκου, ότι άλλος ό Θεός Πατήρ τών χριστιανών καί άλλος ό δημιουργός Θεός τών ’Ιουδαίων, καθώς καί ή άποψη περί τρίτης Αρχής, τοϋ Δαίμονα δηλ. τών έθνικών. Στό δεύτερο μέρος Ανατρέπονται οί διδασκαλίες ούαλεντινιανών καί βαρδεσα νιστών, ότι ό Θεός δέν είναι δημιουργός τοΰ σατανά, ότι ό Λόγος δέν έλαβε σάρκα κατά τήν ένανθρώπηση καί ότι τά σώματα δέν θά Αναστηθοϋν. Τελειώνει μέ όμολογΐα της όρθής πίστεως Από τόν έθνικό Εύτρόπιο, πού ήδη ζήτησε νά γίνει δεκτός στήν Εκκλησία.

Ό Ρουφΐνος, περί τό 400, μετέφρασε τόν Διάλογο στήν λατινική, πού σέ πολλά σημεία διαφέρει άπό τό έλληνικό κείμενο, ή γιατί ό Ρουφΐνος δέν έμεινε, κατά τήν συνήθειά του, Απόλυτα πιστός στό πρωτότυπο ή γιατί τό σωζόμενο έλληνικό κείμενο γνώρισε διασκευές.

Β. Περί παρθενίας

Πρόσφατα έκδόθηκε στην έλληνική 'Ομιλία περί παρθενίας, πού χειρόγραφα έσφαλμένα την προσγράφουν στόν Μ. Βασίλειο. Ό A. Voobus έπι σήμανε συριακό κείμενο, τό όποίο θεωρεί ώς τό πρωτότυπο, άπό τό όποίο προήλθε ή έλληνική 'Ομιλία. Τά έπιχειρήματά του στηρίζονται κυρίως στήν μορφή παλαιοδιαθηκικών χωρίων τής έλληνικής ’Ομιλίας, τά όποια χωρία προϋποθέτουνάποδίδουν συριακή μετάφραση τής ΠΔ, δηλαδή τήν Πεσιτ τώ. Ό άγνωστος Σύρος, στόν όποίο όφείλεται πιθανότατα τό παρόν κείμενο, έκφράζει πρώιμη θεολογία, ίσως προνικαϊκή, καί μάλιστα έγκρατιτικές τάσεις. Άπολυτοποιεΐ τήν παρθενία καί άποκλείει τούς έγγάμους άπό τόν παράδεισο, άντίληψη πού καταδίκασε ή σύνοδος τής Γάγγρας περί τό 340/2


Γ. Prophetiae ex omnibus libris collectae

Ή συλλογή αύτή άποσπασμάτων άπό προφητικά βιβλία έγινε στήν Β. ’Αφρική άπό άγνωστο ρωμαίο χριστιανό στίς πρώτες δεκαετίες του Δ' αί. Ή σπουδαιότητά της βρίσκεται στό ότι άποτελεί μάρτυρα λατινικής μετα φράσεως τής ΠΑ καί άρα είναι πολύ χρήσιμη γιά τήν ίστορία του λατινικού παλαιοδιαθηκικοϋ κειμένου.



18. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Κόνωνας καί Fnictuosus


A. Κόνωνας

Στό τέλος τοϋ περασμένου αιώνα βρέθηκε τό σύντομο Μαρτύριο τοϋ Κόνωνα, πού δημιουργεί πολλά προβλήματα σχετικά με τήν Αξιοπιστία όσων διηγείται. Ό Κόνωνας, ναζαρηνός πού γέρος ζοϋσε στήν Μαγυδό τής Παμ φυλίας, συνελήφθη καί μαρτύρησε με συνθήκες δυσεξήγητες, μάλλον έπί Ούαλεριανού (257/8) ή έπί Δεκίου κατά τό Ρωμαϊκό Μαρτυρολογίο. 'Η σημερινή μορφή τοϋ κειμένου προέρχεται άπό τήν έποχή τής ειρήνης πού επέβαλε ό Μ. Κωνσταντίνος καί στηρίχτηκε μάλλον σέ παλαιότερες καί ίσως παράλληλες διηγήσεις παρά σέ συγκεκριμένα πρακτικά τής δίκης του μάρτυρα.

Β. Fructuosus

Σύντομο λατινικό κείμενο, πού συντάχτηκε στά χρόνια τής ειρήνης τής Εκκλησίας (μετά τό 313), βάσει πρακτικών τού μαρτυρίου τοϋ έπισκόπου Ταρραγώνας Fructuosus καί των διακόνων του Αύγουρίου καί Εύλογίου. Τά γεγονότα έξελίχτηκαν τό 259. Ό Προυδέντιος χρησιμοποιεί τήν σημερινή μορφή τοϋ Μαρτυρίου (Περιστέφανον 6) καί ό Αύγουστΐνος τήν Αναφέρει (PL 38, 1248).



19. (RETICIUS): Laudes Domini (316/324)

Εναρξη λατινικής χριστιανικής ποιήσεως

Ή χριστιανική ποίηση τής Δύσεωςέγκαινιάστηκε μεταξύ 316 καί 324 μέ τό έργο Laudes Domini, πού περιλαμβάνει 148 έξάμετρα. Τό έγραψε άγνωστος λαϊκός χριστιανός, μέλος τής γαλατικής άριστο κρατίας (στην Autun τής Γαλλίας), γνωστός στήν ρωμαϊκή αύλή, κάτοχος πλούσιας παιδείας καί μέ κλίση στήν ποίηση καί μάλιστα στόν Βιργίλιο, τόν όποίο μιμήθηκε. Τό έργο Laudes Domini, πού δέν έχει σχέση μέ τήν λειτουργική ποίηση, έκφράζει γενικά τό έπίπεδο των χριστιανών άριστοκρατών τής έποχής, άποτελεΐ τρόπο δικαίωσεώς τους κι έχει έμμεσα διάθεση προτρεπτική. Ή έπίδρασή του ύπήρξε γενικά μικρή, όπως άλλωστε συνέβη καί μέ τίς παρόμοιες συνθέσεις Cento τής Proba (360 περίπου) καί τοϋ Αύσονίου(μετά τό + 393). ’Αφιερώνεται στόν Μ. Κωνσταντίνο καί τούς γιούς του, γιά τούς όποίους συνθέτει ειδική προσευχή, έγκωμιάζει τόν Χριστό ώς δημιουργό καί σωτήρα, έπαναλαμβάνει μέ άπολογητική διάθεση τό γνωστό θέμα τής Αρμονίας του κόσμου καί διηγείται μακάβριο έξωβιβλικό θαύμα τό άρχαιότερο σέ στίχους πού συνέβη στήν περιοχή. Γιά νά ύπογραμμίσει δηλ. τήν άνάσταση, περιγράφει πώς μία νεκρή χριστια νή έτεινε άπό τόν τάφο τό χέρι της σέ χαιρετισμό ύποδοχής τού άν δρα της, όταν κι αύτός θαπτόταν άργότερα στόν ίδιο τάφο. Ό Γρηγόριος τής Tours συνδέει παρόμοια διήγηση μέ τόν έπίσκοπό Reticius τής Autun (π. 313/314), τού όποίου σώζονται μόνο ίχνη άπό τά έργα του Υπόμνημα εις τό Ασμα άσμάτων καί Κατά Νοουατια νοΰ (PL 44, 644 καί PL 178, 1864). Ειδικά ό ιερέας Juvencus, πού έγραψε τό πρώτο έκτενές χριστιανικό ποίημα στήν λατινική περί τό 330, έπηρεάστηκε σοβαρά άπό τήν τεχνική των 148 έξαμέτρων τούτων.



20. ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ (τέλος 324 ή άρχές 325)



Πρός τό τέλος τού 324 ή στίς άρχές τού 325 συνήλθε στήν ’Αντιόχεια πολυπληθής σύνοδος, στήν όποια παρέστησαν καί «Αδελφοί λόγιοι», δηλαδή λαϊκοί θεολόγοι. 01 59 έπίσκοποι  μέλη της προέρχονταν άπό τήν Συρία, τήν Παλαιστίνη, τήν ’Αραβία, τήν Κιλικία, τήν Καππαδοκία καί τήν Ισπανία (ό Κορδούης "Οσιος, πού ήδη έργαζόταν μ’ έντολή τού Μ. Κωνσταντίνου γιά τήν καταλλαγή καί την ένότητα των Εκκλησιών τής ’Ανατολής, πού είχαν διαιρεθεί ένεκα τής κακοδοξίας τοϋ Άρείου καί τής καταδίκης του άπό σύνοδο Αλεξανδρινή του 320).

Οί συνοδικοί μέ πρόεδρο τόν μόλις έκλεγέντα στόν θρόνο τής ’Αντιόχειας Εύστάθιο Αντιμετώπισαν τήν κακοδοξία τοΰ Άρείου καί Αναθεμάτισαν τόν ίδιο καί τούς όπαδούς του, Αφού έδειξαν βιβλικά καί θεολογικά τήν Αληθή πίστη καί κατέδειξαν τήν κακοδοξότητα τής διδασκαλίας τού Άρείου καί των σχετικών πρός αύτήν διατυπωμένων Αντιλήψεων. Στήν σύνοδο παρέστησαν καί Λρειανόφρονες, Από τούς όποίους Λντέδρασαν στήν όρθόδοξη πλειοψηφία οί Θεόδοτος Λαοδικείας, Εύσέβιος Καισαρείας (Παλαιστίνης) καί Νάρκισσος Νερωνιάδας, οί όποίοι μολονότι καταδικάστηκαν, παραπέμφθηκαν άπό πνεύμα «φιλαδελφίας» γιά όριστική κρίση στήν σύνοδο, πού σχεδιαζόταν νά συγκληθεΐ στήν Άγκυρα καί πού τελικά έγινε στήν Νίκαια (325, ή Α' Οικουμενική).

Η σύνοδος, όπως φαίνεται, δέν έξέδωσε κανόνες, Αλλά συνέταξε καί Απέστειλε σέ πολλούς έπισκόπους Επιστολήν έγκύκλιον, τήν όποία προφανώς συνέταξε ό μόνος σπουδαίος θεολόγος τής συνόδου, ό πρόεδρός της Ευστάθιος, πού όμως έλαβε ύπόψη του καί τήν δεύτερη Επιστολή τοΰ Αλεξάνόρου Αλεξάνδρειάς ( +328), γραμμένη τό 322 ή τό 324 μέ τήν άμεση θεολογική εύθύνη τοΰ Μ. Αθανασίου, όπως λίγο μετά θά έξηγήσουμε (βλ. κεφ. περί Αλεξάνόρου). Ή Επιστολή, τήν όποία έπικύρωσε ή σύνοδος, Αποτελεί σπουδαιότατο θεολογικό κείμενο, προετοίμασε τήν Α' Οικουμενική Σύνοδο, πού συνήλθε στήν Νίκαια μετά άπό λίγους μήνες, έξηγεΐ πώς καί γιατί ό Υίός είναι «φύσει» καί όχι «θέσει» γέννημα τοΰ Πατέρα, ξεπερνάει τήν ώριγενιστική καί Αρειανική Αντίληψη ότι ό Υίός είναι «θελήσει» γέννημα, έπιμένει στό «άτρεπτον» τοΰ Υιού καί πλήν άλλων όνομάζει τήν Μαρία Θεοτόκο. Γενικά, Ακολουθεί τήν θεματική τής δεύτερης Επιστολής τοΰ Αλεξάνόρου, Αλλά έπισημαΐνει καί κάποιες ήπιες έρμηνεΐες τοΰ Αρειανισμού, όπως ότι ό Υίός ήταν άτρεπτος, Αλλ’ αύτό ένεκα τής αυτεξούσιας θελήσεώς του καί όχι ένεκα τής «φύσει» γεννήσεώς του άπό τόν Πατέρα.

Ή γνησιότητα τής Επιστολής τής συνόδου Αντιόχειας συζητήθηκε πολύ, Αλλά σήμερα οί έρευνητές τήν θεωρούν αύθεντική πλήν τοΰ Holland, πού διατηρεί Αμφιβολίες. Διασώθηκε μόνο σέ συριακή μετάφραση, Από τήν όποία τήν μετέφερε (retroversio) στήν έλληνική ό Ε. Schwartz.

Στήν συριακή έπίσης παραδίνονται 16 κανόνες, πού Αποδίδονται στήν παροϋσα σύνοδο, ένώ πράγματι έχουν συγκροτηθεί πολύ Αργότερα Από Επιστολές τοΰ Μ. Βασιλείου, τό περιεχόμενο των όποιων μερικώς έλαβε κύρος κανονικό.




Πρώτη αποκλειστική  εισαγωγή και δημοσίευση  κειμένων  στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο :

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β'

+ΣΤΥΛ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ


Η ηλεκτρονική επεξεργασία  μορφοποίηση  κειμένου  και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β


Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο , για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το Ιστολόγιο


©ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 http://www.alavastron.net/



Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |