ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 14. Ό διάβολος πολεμά τον υποτακτικό

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

14. Ό διάβολος πολεμά τον υποτακτικό



οροσ


Ό ήγούμενος, με συμβουλή τού Γέροντα Δανιήλ, γιά νά δοκιμάσει τον αδελφό Δαμασκηνό αν όντως μετανόησε άληθινά καί θέλει νά διορθωθεί καί νά κάνει ύπακοή, τού είπε: «Αδελφέ Δαμασκηνέ, αν θέλεις νά μήν υπακούς στο θέλημά σου καί νά προκόψεις άπό σήμερα κατά Θεόν, σοϋ δίνω έντολή νά μή ξαναβγείς έξω, στο προαύλιο τού μοναστηριού, καί νά μήν περάσεις τήν εξώπορτα τού μοναστηριού γιά κανένα λόγο. Ό άδελφός Δαμασκηνός δέχθηκε μέ χαρά τήν έντολή αύτή. έφόσον μάλιστα ήταν σύμφωνη καί μέ τή θέλησή του καί μέ τή συνήθεια που είχε καί πρώτα. Άπ’ έκείνη τήν ημέρα καί γιά άρκετό χρονικό διάστημα δέν βγήκε έξω άπό τό μοναστήρι.
Αλλά τί συνέβη όμως; Ένώ μέ δική του θέληση ό π. Δαμασκηνός έκανε δέκα χρόνια νά βγει έξω άπό τό μοναστήρι, τώρα ποό έλαβε έντολή νά μή βγαίνει έξω, δέν πέρασε ούτε ένας μήνας άπό τήν ήμέρα πού έλαβε τήν έντολή κι ό έχθρός τής ύπακοής διάβολος κίνησε τέτοιο πόλεμο έναντίον τού αδελφού αυτού, πού δεν μπορούσε πουθενά να σταθεί ήσυχος· ούτε στην έκκλησία ούτε στην προσευχή ούτε στό φαγητό ούτε καί στόν ύπνο ακόμη. Τού έβαλε σφοδρή επιθυμία νά βγει όπωσδήποτε έξω από τό μοναστήρι. Πήγε στόν ηγούμενο, έπεσε στα πόδια του, τόν παρεκάλεσε θερμά νά τού λύσει τό έπιτίμιο καί την εντολή που τού είχε δώσει, γιά νά μπορεί νά βγαίνει κι αύτός έξω στό προαύλιο καί στόν περίβολο τής μονής. Ό ήγούμενος κάλεσε πάλι τόν Γέροντα Δανιήλ νά πάει στό μοναστήρι του. Ό μοναχός Δαμασκηνός, μόλις είδε τόν Γέροντα Δανιήλ στό μοναστήρι, έπεσε στά πόδια του καί μέ κλάματα τόν παρεκάλεσε νά μεσιτεύσει στόν ηγούμενο νά λύσει τό έπιτίμιο, διότι τού είπε «θά πέσω άπό τό παράθυρο έξω καί θά σκοτωθώ, δεν μπορώ νά ύποφέρω τόν πόλεμο αύτόν, νομίζω πώς μ’ έχουν φυλακισμένο, θά σκάσω, δεν αντέχω άλλο». Ό γερο-Δανιήλ παρεκάλεσε τόν ηγούμενο καί έλυσε τό έπιτίμιο δίνοντας τήν άδεια στό μοναχό Δαμασκηνό νά πορεύεται κι αύτός όπως καί οί άλλοι πατέρες. Τότε, ό γερο-Δανιήλ, μέ τη γαλήνη τής ψυχής του ζωγραφισμένη στό πρόσωπό του, είπε στόν αδελφό Δαμασκηνό: «Βλέπεις τώρα, αδελφέ, ποιά είναι ή πραγματική καί ποιά ή ψεύτικη αρετή; Γι’ αυτό, μήν έχεις ποτέ έμπιστοσύνη στόν εαυτό σου. Νά νεκρώνεις τό θέλημά σου, όταν σού λέει ό λογισμός νά κάνεις κανένα κρυφό πράγμα, καμμιά ευτελή αρετή καί προκοπή καί νά λες καί σύ μέ ’ κείνους τούς ευλογημένους πατέρες, τόν Άββά Δωρόθεο καί τούς άλλους: «Ανάθεμά σε λογισμέ, έσύ κι ή γνώσις σου». Νά έλέγχεις πάντα τό θέλημά σου καί νά κάνεις ύπακοή, γιά νά αποκτήσεις τή χάρη τού Θεού, ή όποια θά σού χαρίσει ειρήνη λογισμών, γαλήνη ψυχής, καθαρό νού, αδιάλειπτη προσευχή καί άκρα ταπείνωση· τότε κάθε κίνηση, κάθε διάβημά σου θά είναι έργο ύπακοής, πού θά σέ παραστήσει ενώπιον τού Θρόνου τής Μεγαλωσύνης τού Θεού, γιά νά λάβεις τό πολύτιμο στεφάνι τής ύπακοής καί νά ζείς αιώνια μέ τόν αιώνιο καί πλουσιοπάροχο μισθαποδότη Θεό. τόν Δεσπότη Χριστό καί πρωτεργάτη τής ύπακοής Ιησού τόν Κύριο καί Θεό ημών».
Μέ τά λόγια αυτά τού θεοφώτιστου γερο-Δανιήλ καί τήν έργασία τής ύπακοής ό άδελφός Δαμασκηνός απέκτησε τή μακάρια ησυχία τών λογισμών καί έπιδόθηκε στήν κατά Θεόν προκοπή, προς δόξαν Θεού, Πατρός, Υίού καί Πνεύματος Αγίου. Αμήν.


Όσιακός θάνατος ερημίτη



Ό π. Δανιήλ, ό νεώτερος τών Δανιηλαίων. άπό τά ησυχαστήρια των Κατουνακίων, μοϋ διηγήθηκε κατά τις τελευταίες αύτές ημέρες μας, πώς κοιμήθηκε τόν αιώνιο ύπνο ό γερο-Γαβριήλ ό Καρουλιώτης. Μέ τόν γέροντα αύτόν μάς συνέδεε απλή γνωριμία· ήταν τύπος καλού μοναχού και τέλειου ύποτακτικού. "Εμεινε περισσότερα άπό 20 χρόνια στόν Γέροντα του Σεραφείμ, στην ησυχαστική Καλύβη «τών Αρχαγγέλων» στο έπάνω μέρος τών Καρουλίων.
Ύπακούοντας στόν Γέροντά του έμαθε νά είναι όλιγόλογος, ταπεινός, νά λέγει άκατάπαυστα τήν ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ. Υίέ τού Θεού, έλέησόν με», νά είναι έγκρατής καί άκρως ασκητικός, τόσον ώστε δεν έτρωγε λάδι ούτε καί τήν ήμέρα τού Πάσχα, καθ’ όλη τήν άσκητική του ζωή. Κοινωνούσε δε πολύ συχνά καί μετείχε, με πλήρη έπίγνωση τής άναξιότητάς του, στο μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, όπου τακτικώτατα μεταλάμβανε τών Άχράντων Μυστηρίων τό Σώμα καί Αίμα τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Ή πολλή άσκηση καί στέρηση τού οργανισμού του άπό τίς απαραίτητες τροφές σε συνδυασμό μέ τήν αδύναμη κράση του συνετέλεσαν στό νά πάθει άβιταμίνωση καί καθίζηση τών οστών άπό έλλειψη άσβεστίου, ίσως καί κατά παραχώρηση Θεού γιά δοκιμασία. 'Έτσι άδυνάτισε πολύ καί οί άδελφοί Δανιηλαίοι τόν παρέλαβαν στό ήσυχαστήριό τους, όπου φρόντιζαν νά έχει όλα τά άπαραίτητα. Αύτός ό εύλογημένος όμως, ένώ δέχθηκε πρόθυμα νά συμμορφωθεί μέ όλη τήν πνευματική σειρά καί τάξη τής Αδελφότητας τών Δανιηλαίων, ζήτησε νά τού έπιτρέψουν νά μή καταλύει έλαιον, έπειδή σ’ όλο τό προηγούμενο διάστημα μέ τόν Γέροντά του Σεραφείμ δέν είχαν χαλάσει τή σειρά τους αύτή καί δέν έτρωγαν λάδι ούτε τό Πάσχα. ’Έτσι πρό τής επιμονής του αυτής οί πατέρες Δανιηλαίοι υποχώρησαν στό θέμα αύτό τής ύπερβολικής έγκράτειας.
Στήν κατάσταση αύτή έμεινε κλινήρης γιά είκοσι δύο ήμέρες. Στις 3 Νοεμβρίου, εορτή τής άνακομιδής τών Λειψάνων τού άγιου Γεωργίου, μετά άπό τή Θεία Λειτουργία πού τέλεσε ό ιερομόναχος τής συνοδείας τών Δανιηλαίων Γρηγόριος καί κοινώνησαν όλοι, ό νεώτερος πατήρ Δανιήλ είπε στόν γερο-Γαβριήλ, πού ήταν άσθε
Αδιάκοπη ή ανάταση τής ψυχής σ’ αυτές τις λίθινες άετοφωλιές.
νής: «Πάτερ Γαβριήλ, μετά από πέντε ήμερες έχουμε τήν εορτή των Αρχαγγέλων, που είναι και ή ονομαστική σου έορτή καί θά κάνουμε καί λουκουμάδες. Προς τιμήν τών Αρχαγγέλων θά πρέπει καί σΰ νά κάμεις έξαίρεση καί νά καταλύσεις, νά φας έστω καί δυο λουκουμάδες. Ό π. Γαβριήλ χαμογελώντας είπε στον πατέρα Δανιήλ: «Πάτερ Δανιήλ, εσείς νά φτιάξετε λουκουμάδες καί προς τιμήν τών Αρχαγγέλων νά φάτε, άλλά έγώ δέν θά φάω μαζί σας, γιατί μέχρι τότε θά έχω φύγει άπ' έδώ!»
Ό πατήρ Δανιήλ δέν έδωκε τότε σημασία στά λόγια αυτά, διότι νόμισε πώς άστειεύεται ή ότι θέλει νά έπιστρέψει στό ήσυχαστήριό του. Μετά από δύο μέρες βάρυνε πολύ ή κατάσταση τής υγείας τού πατρός Γαβριήλ καί οί έπισκέψεις μας στό κελλάκι του ήταν συχνότερες. Τήν τρίτη μέρα, 6 Νοεμβρίου, ό Γέροντας τών Δανιηλαίων π.Μόδεστος, μόλις σηκώθηκε άπό τον ΰπνο, πριν από την Ακολουθία τού Όρθρου, για να κάμει τον Κανόνα του, σκέφθηκε να δεί πρώτα τον ασθενή αδελφό καί μετά να κάμει την προσευχή του.
Όταν πήγε στο κελλί τού π. Γαβριήλ, τόν βρήκε προσευχόμενο, άλλα πολύ καταβεβλημένο. Έτρεξε αμέσως στο κελλί τού γέροντος Γερο-ντίου μοναχοϋ καί τού είπε ότι ό π. Γαβριήλ δέν ήταν καλά.
Ό γέρων Γερόντιος πήγε μαζί με τόν μοναχό Νήφωνα στο κελλί τού άσθενοϋς. Αυτός τούς δέχθηκε όπως πάντα, χαμογελαστός καί μέ καλοσύνη, παρόλο που είχε όψη μελλοθάνατου. Τόν ρώτησαν άν θέλει τίποτα, άν θέλει νά κοινωνήσει. Τους απάντησε ότι, άν άρχισε ή Θεία Λειτουργία, θέλει νά κοινωνήσει. Έάν όμως δέν είχε αρχίσει ή Θεία Λειτουργία, νά τού φέρουν Άγιο Άρτο. Αμέσως τού φέρανε τά Άχραντα Μυστήρια καί κοινώνησε μέ πολλή εύλάβεια καί μέ δάκρυα στά μάτια, όπως πάντα.
Ό π. Νήφων κάθισε μαζί του γιά νά τόν προσέχει καί ό γέροντας Γερόντιος πήγε στην Ακολουθία. Ό π. Γαβριήλ όμως βάραινε καί ό π. Νήφων τόν άφησε καί πήγε στήν κουζίνα, κατέβασε τό προζύμι καί τό έβαλε στο νερό, γιά νά ζυμώσουν τήν επαύριον τό ψωμί ποϋ θά χρειάζονταν γιά νά μοιράσουν στήν κηδεία. Άφού έβαλε τό προζύμι στο νερό, έπέστρεψε στό κελλί τού ασθενούς μαζί μέ τόν π. Δανιήλ, ό όποίος φρόντιζε γιά τή δίαιτα τού άδελφοϋ, διότι σάν πιο επιτήδειος. είχε τό διακόνημα τού νοσοκόμου, οπότε περιποιείτο καί τόν ασθενή.
Τότε καί οί δύο μαζί είδαν τόν γερο-Γαβριήλ νά βρίσκεται σέ έκσταση ήταν έκτος έαυτού είχε τά μάτια στραμμένα προς τά έπάνω. στήν οροφή τού δωματίου, καί έλεγε: «Λουλούδια, πολλά λουλούδια, ά! Τί ωραία πού είναι στόν Παράδεισο! 'Ο Παράδεισος... άχ! Είναι άξια ή ψυχή νά απολαύσει αυτά τά ωραία αγαθά;».
Ό γέρο Νήφων κι ό πατήρ Δανιήλ έμειναν κι αυτοί μέ τήν ανάσα κομμένη, τόν άκουγαν καί περίμεναν νά συνέλθει. Πράγματι, υστέρα άπό λίγο συνήλθε καί έλαμπε άπό χαρά. Όταν τόν ρώτησαν οί πατέρες τί ήταν αυτά που έλεγε καί τί έβλεπε, πήραν τήν άπάντηση: «’Ά! Δέν ήταν τίποτα, πατέρες μου καί άδελφοί μου, έκαμα άχ καί έλεγα γιά τις πολλές μου άμαρτίες. Είμαι καλά όμως τώρα καί δέν θέλω τίποτα». Τούς είπε έτσι, γιατί δέν ήθελε νά είναι κανείς έκεΐ την ώρα πού θά πέθαινε. Όπως μου είπαν οί πατέρες, περίμενε το θάνατό του με πολλή χαρά καί λαχτάρα.
Τότε ό π. Νήφων πήγε γιά λίγο στην κουζίνα γιά νά φροντίσει γιά τό προζύμι, καθότι ήταν μάγειρας, κι ό π. Δανιήλ πήγε στήν Ακολουθία τού Όρθρου.
Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά τής ώρας καί ό π. Νήφων, άφού τακτοποίησε τά πράγματα στήν κουζίνα, γύρισε καί πάλι κοντά στον ασθενή. Τόν βρήκε με τά χέρια σταυρωμένα στο στήθος, τό δεξί πάνω στο άριστερό, τά μάτια κλειστά, σάν νά κοιμόταν. Ό π. Γαβριήλ είχε παραδώσει τό πνεύμα, τη μακαρία ψυχή του, στά χέρια τού Πανάγαθου Θεού καί ή γαλήνη ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Ξεψύχησε καί πέταξε σάν πουλάκι στους ουρανούς, τήν παραμονή των Αρχαγγέλων τού σωτηρίου έτους 1963. Τόν ύποδέχθηκαν στά ουράνια Σκηνώματα οί άγιοι Άγγελοι καί οί Όσιοι αγιορείτες Πατέρες, προς δόξαν Θεού.


Ό χημικός Γεράσιμος Μενάγιας



Όταν ήμασταν με τόν Γέροντά μου στά Κελλιά τής Κερασιάς, ως τό 1942, γνωριστήκαμε με τόν μακαρίτη Γέροντα Γεράσιμο μοναχό τόν Μενάγια, άπό τήν Κεφαλλονιά, ό όποίος μάς διηγήθηκε τό παρακάτω αξιοπερίεργο καί σπουδαίο γεγονός.
Οί γονείς του, πλούσιοι καί ευκατάστατοι Κεφαλλονίτες, τόν έστειλαν νά σπουδάσει στή Γερμανία χημικός. Άπό νέος ήταν πολύ εύλαβής καί διακρινόταν γιά τήν εύσέβειά του, άλλά δεν έπαυε κι αυτός νά έχει τις διάφορες νεανικές επιθυμίες καί άδυναμίες τής έποχής του.
Στο φοιτητικό του δωμάτιο έκανε κάθε βράδυ τήν προσευχή του, διάβαζε Απόδειπνο, όπως είχε διδαχθεί άπό τους ευσεβείς γονείς του. Μετά άρχιζε τή μελέτη των διαφόρων μαθημάτων τής έπιστήμης του. Με τήν πάροδο τού χρόνου καταλάβαινε, πρίν νά άνάψουν τά ήλεκτρικά φώτα, ότι τό δωμάτιό του φωτιζόταν με ένα παράξενο φως, πού στήν αρχή ήταν λίγο, άλλά μέ τόν καιρό γινόταν τόσο έντονο, πού δεν χρειαζόταν νά ανάψει άλλο φώς. Στήν άρχή δεν έδωσε σημασία στο φαινόμενο, άλλά μετά άρχισε νά πιστεύει πώς διαφέρει άπό τούς άλλους νέους τής έποχής του. Έτσι αραίωσε σταδιακά τις συναναστροφές του και σιγάσιγά απομακρύνθηκε από κάθε φίλο καί γνωστό του.
Σημείωσε μεγάλη πρόοδο στην έπιστήμη του. άρίστευε σέ όλα τα μαθήματα καί έγινε ένας άπό τούς καλύτερους χημικούς τής εποχής του. Όταν πήρε τό πτυχίο του. προσλήφθηκε αμέσως ως χημικός καί διορίστηκε διευθυντής στα εργοστάσια τού Μπενάκη, στο Κάιρο τής Αίγύπτου.
Τό περίεργο εκείνο φώς τόν ακολούθησε καί στο Κάιρο. Έκεί τον κυρίευσε ή ιδέα τού έγωισμοϋ καί τής υπερηφάνειας καί πίστευε ότι μόνο αυτός είναι ανώτερος καί κανένας άλλος. ’Έγινα. μάς είπε, δύστροπος, τόσο που δεν δεχόμουν άπό κανέναν κουβέντα καί άρχισα να συναναστρέφομαι μέ πνευματιστές. Τελικά δαιμονίστηκε καί ύπέφερε πολύ άπό τό δαιμόνιο που τόν τυραννούσε.
Άπό τό εργοστάσιο δεν τόν άφηναν να παραιτηθεί, γιατί ήταν αγαπητός καί απαραίτητος. Ό Πνευματικός του όμως τού συνέστησε νά φύγει αμέσως καί να πάει στό Άγιον Όρος. Πήγε στή Μονή τού Αγίου Παύλου, όπου ύπήρχαν συμπολίτες του ποό τόν δέχθηκαν μέ χαρά καί προθυμοποιήθηκαν να τόν βοηθήσουν. Αφού όμως προχώρησε πολύ ή άσθένειά του. τόν έστειλαν μέ έναν άδελφό τής μονής στον γέροντα Καλλίνικο στά Κατουνάκια, ό όποίος φημιζόταν γιά τις αρετές του άλλα καί γιά τό ιδιαίτερο χάρισμα τού έξορκισμού των δαιμόνιων.
Ό γερο-Καλλίνικος, πρακτικός μοναχός, ταπεινός, άπλούς, στό ήθος άπλαστος καί στους τρόπους άκακος, στην άρχή άπέφευγε νά τόν δεχθεί, προφασιζόμενος πώς είναι πολό άμαρτωλός καί άνάξιος γιά ένα τέτοιο επιχείρημα, άλλά γιά λόγους ύπακοής στους πατέρες τής Μονής τού Αγίου Παύλου τόν δέχθηκε. Γιά έξι μήνες τόν έβαλε μέσα σέ ένα κελλί καί άκολουθοϋσε τη σειρά καί τό πρόγραμμα των άλλων πατέρων στην προσευχή καί τις ιερές Ακολουθίες.
Μετά τους έξι μήνες ό γερο-Καλλίνικος τόν έκειρε μοναχό μέ τό όνομα Γεράσιμος, άντί τού πρώτου ονόματος ποό ήταν Σπυρίδων, καί τού είπε: «Αδελφέ, τώρα θά κάνουμε έναν άγώνα μαζί. Σαράντα ημέρες καί σαράντα νύχτες θά κάνουμε άδιάκοπη προσευχή, θά παρακαλέσουμε τόν Κύριο ημών Ίησοϋν Χριστόν, την Παναγία Αύτού Μητέρα, τόν Τίμιο Πρόδρομο καί Βαπτιστή Ιωάννη, τόν άγιο Γεράσιμο καί όλους τους Αγίους, νά πρεσβεύσουν καί αυτοί στον Δεσπότη Χριστό, νά κάμει τό έλεός Του και νά σε άπαλλάξει άπό την τυραννία τού σατανά.
Θά εξομολογείσαι καθαρά καί είλικρινά στον Πνευματικό καί θά εξευτελίζεις τόν έαυτό σου ενώπιον θεού καί άνθρώπων. θά θεωρείς τον έαυτό σου σάν τόν χειρότερο άνθρωπο, θά έχεις όλους τους άλλους άνθρώπους καλύτερους σου καί μάλιστα θά τό πιστεύεις αύτό μετά πεποιθήσεως μεγάλης».
Έπί σαράντα ήμερες δεν βάλαμε, μάς είπε, ό π. Γεράσιμος μπουκιά στό στόμα μας, παρά μόνον κάθε δύο μέρες πού κάναμε λειτουργίες τρώγαμε μόνον άντίδωρο καί πίναμε άγιασμό. Στό διάστημα αύτό με πείραξε τόσο πολύ ό σατανάς, πού πέντε φορές δοκίμασα νά φύγω άπό τό ησυχαστήριο, άλλά μέ προλάβαινε ή συνοδεία τού Γέροντα καί μέ γύριζε πίσω.
Την τεσσαρακοστή ημέρα αίσθάνθηκα ένα μεγάλο φούσκωμα καί βάρος άσήκωτο στην κοιλιά μου, που μού ερχόταν νά κάνω έμετό, άλλά δέν μπορούσα. Μετά τόν Εσπερινό, όταν ό γερο-Καλλίνικος μέ πολλή κατάνυξη καί δάκρυα έψαλλε τόν ΰμνο «Φώς ιλαρόν, αγίας δόξης, άθανάτου Πατρός ουρανίου άγιου Μάκαρος, Ιησού Χριστέ, έλθόντες έπί τήν ήλιου δύσιν, ίδόντες φως έσπερινόν, ύμνούμεν Πατέρα, Υιόν καί άγιον Πνεύμα Θεόν. Αξιόν σε έν πάσι καιροίς ύμνείσθαι φωναϊς αίσίαις, Υίέ Θεού, ζωήν ό διδούς, διό ό κόσμος σέ δοξάζει», φθάνοντας στό μέσον τού ύμνου, εκεί πού λέγει «ύμνούμεν Πατέρα, Υιόν καί άγιον Πνεύμα Θεόν...», μού ήρθε καί πάλι νά κάμω έμετό. Καί τότε είδα νά βγαίνει άπό τό στόμα μου ένα πράγμα σάν αλεπού, άφήνοντας πολλή βρώμα καί δυσωδία. Αμέσως έπεσα κάτω, ήρθαν οί άδελφοί καί μέ σήκωσαν καί άλάφρωσα λίγο. Όταν είχε σχεδόν τελειώσει ό Εσπερινός καί ό γερο-Καλλίνικος έψαλλε τόν ύμνον «Νύν απολύεις τόν δούλον σου Δέσποτα...» τότε λευτερώθηκα τελείους καί αισθανόμουνα τόν έαυτό μου ελαφρό σάν πουλάκι. Καθάρισε ό νούς μου, έφυγαν οί ζάλες καί οί διαρκείς πονοκέφαλοι πού είχα καί άπό τότε έλευθερώθηκα οριστικά άπό τό φοβερό έκείνο δαιμόνιο πού μέ τυραννούσε τόσο. Δέν φοβόμουνα πλέον νά μείνω μόνος μου.
Μετά άπ’ αύτό, ό γερο-Καλλίνικος έδωκε ρητή έντολή στον π. Γεράσιμο, όσο βρίσκεται στή ζωή, νά μήν άναφέρει σέ κανέναν τό θαύμα πού τού έκαμε ό Θεός καί έλευθερώθηκε άπό τό δαιμόνιο. Αφού άποθεραπεύθηκε, μέ τήν εύλογία τού γέροντα Καλλινίκου, έφυ
γε καί πήγε στή Σκήτη τού Αγίου Βασιλείου, οπού έμεινε μέχρι τά χρόνια τής Κατοχής τών Γερμανών, όπόταν δημιουργήθηκαν πολλές και μεγάλες δυσκολίες στή ζωή. Τό 1944 τον πήραν οί αδελφοί στή Μονή τού Αγίου Παύλου καί έζησε εκεί βίο ένάρετο. Σέ βαθύ γήρας παρέδωκε την ψυχή του στον Κύριο ημών Ίησούν Χριστόν.
Ό γέροΚαλλίνικος αποτελούσε μία ξεχωριστή μορφή τού Αγίου Όρους, λόγω τών αρετών καί τών χαρισμάτων πού ήταν πλουτισμένος άπύ τόν Πανάγαθο Θεό, σάν αντιμισθία τής μεγάλης πίστεως καί αγάπης πού Τού είχε. "Ελαμπε σάν πύρινος στύλος, πού καίτοι βρισκόταν στή μεγάλη ερημική χαράδρα τών κάτω Κατουνακίων, ή λάμψη του έφτανε στύ ύψος τού ούρανομήκους Άθωνα. Τήν αρετή του έτίμησαν έξέχοντα πρόσωπα, βασιλείς, στρατιωτικοί καί πολιτικοί πού κατά καιρούς τον έπισκέπτονταν καί έφευγαν ενθουσιασμένοι άπύ τή σοφία καί τό άρωμα τής άρετής πού άδιάκοπα σκορπούσε σ’ όλους τούς γύρω καί πλησίον του. Ό Ρώσος άσκητής παπαΠαρθένιος άπό τά Καρούλια, πρώην στρατηγός τού Τσαρικού στρατού, καί ό επίσης Καρουλιώτης ιερομόναχος Θεοδόσιος, πρώην Πρύτανης τού Πανεπιστημίου τής Μόσχας, τόν έπισκέπτονταν τακτικά καί τόν συμβουλεύονταν γιά νά τούς καθοδηγεί στήν πνευματική ζωή καί τή νοερά προσευχή.
Ή επίδρασή του στον επιφανή νεοέλληνα λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη ήταν τόση, πού όταν ό Βασιλιάς Κωνσταντίνος ό Α'. καταγοητευμένος άπό τά θαυμάσια λογοτεχνικά του έργα, θέλησε νά τόν παρασημοφορήσει, ό λογοτέχνης Μωραϊτίδης, μέσω τού μαθητού καί υποτακτικού τού γέροντος Καλλινίκου πατρός Γερασίμου Μενάγια, ζήτησε τή γνώμη τού γερο-Καλλίνικου γιά νά δεχθεί ή όχι τό προσφερόμενο παράσημο άπό τόν Βασιλιά καί μόνο όταν έλαβε καταφατική άπάντηση τό δέχθηκε.
Ό γερο-Καλλίνικος είχε μάθει πολύ καλά τή ρωσική γλώσσα καί τούτο βοηθούσε πολύ τούς άδελφούς Ρώσους, πού κατά χιλιάδες τόν έπισκέπτονταν. Γι  αύτό καί ένας Ρώσος καθηγητής Θεολογίας στήν Ακαδημία τού Αγίου Σέργιου, πού τό 1912 μέ 13 έπισκέφθηκε τό Άγιον Όρος καί παρέμεινε σ’ αύτό περίπου έξι μήνες, όταν έπέστρεψε. δημοσίευσε στό ρωσικό περιοδικό «Ό Χριστιανός» πολλές άπό τις έμπειρίες του. Μεταξύ αυτών έγραφε καί γιά τόν γέροντα Καλλίνικο: «...Έγνώρισα καί ένα θαυμάσιο Γέροντα, τόν λεγόμενο Καλλίνικο μοναχό, πού κατά τρόπο θαυμαστό συνενώνει πνευματική έμπειρία κα'ι περίσκεψη μέ σπάνια αγάπη και προσήνεια πρός τούς μοναχούς κα'ι όλους τούς ανθρώπους. Τον πνευματικό του πλούτο δαψιλώς τόν σκορπίζει κα'ι πρός τούς Ρώσους μοναχούς, πού τού ζητούν λόγους διδασκαλίας, συμβουλής καί παρακλήσεως».
Όλοι ανεξαιρέτως αυτοί πού τόν έπισκέπτονταν έφευγαν μέ την εντύπωση πώς είδαν έναν πνευματοφόρο μοναχό, πού ή χάρις τού Θεού τόν έχει επισκιάσει καί επαναπαύεται σ’ αυτόν. Όλοι ομολογούσαν πώς έπρόκειτο για μία όσιακή μορφή, έπιβλητική καί αγία, πραγματικό ασκητή, τής έρήμου πολίτη, ουράνιο άνθρωπο καί έπίγειο Άγγελο.


Απάτη τού δαίμονα μέ τα όνειρα



Λίγο πιο πάνω άπό τό σημερινό Ησυχαστήριο τών άγιογράφων αδελφών Δανιηλαίων ζούσε πρίν άπό λίγα χρόνια σέ μιά ξεροκαλύβα ένα άπλό. αγαθό καί πολύ ενάρετο γερο-ντάκι μέ τό όνομα γερο-Πέτρος.
Επειδή οί αδελφοί Δανιηλαίοι καλλιεργούσαν τό μέρος κάτω άπό τήν καλύβη του, μετέφεραν πόσιμο νερό μέ σωλήνες άπό πολύ μακριά, 45 χιλιόμετρα, άπό τις υπώρειες τού Άθωνα. Γιά τό σκοπό αυτό είχαν κατασκευάσει δεξαμενές καί κήπους γιά τις άνάγκες τής μεγάλης τότε αδελφότητος πού αριθμούσε 812 μοναχούς, εκτός τών φιλοξενουμένων προσκυνητών. ’Έτσι ό σατανάς σφήνωσε στό μυαλό τού γερο-Πέτρου τήν ιδέα πώς οί άδελφοί Δανιηλαίοι θέλουν σώνει καί καλά νά τού πάρουν τήν Καλύβη μέ τή μικρή περιοχή γύρω του.
Οί άδελφοί Δανιηλαίοι. ώς φιλόξενοι καί έξαιρετικά φιλάδελφοι έκ παραδόσεως. φρόντιζαν μαζί μέ άλλους ερημίτες καί ήσυχαστές καί τόν γερο-Πέτρο. Τού έδιναν φαγητό, παξιμάδια καί ό,τι άλλο ή φιλόξενη καρδιά τους μπορούσε νά οικονομήσει.
Γιά τήν καλοσύνη τους αύτή ό σατανάς έβανε στό νού τού γερο-Πέτρου πώς όλα αυτά οί Δανιηλαίοι τά κάνουν μέ σκοπό νά τού πάρουν τό ξεροκάλυβό του, πού δέν είχε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο πέρα άπό πέτρες καί βράχια.
Ή ιδέα αυτή έγινε τόσο επίμονη καί τυραννική, πού πολλές φορές έβλεπε στον ύπνο του άδελφούς άπό τή Συνοδεία τών Δανιηλαίων, τόν γέροντα Στέφανο, τον γέροντα Δαμασκηνό καί άλλοτε τον αγαθό Γερόντιο, να παρουσιάζονται μπροστά του μέ τσεκούρια, μέ μαχαίρια καί μέ ρόπαλα καί να τόν απειλούν πώς δήθεν θέλουν να τόν σκοτώσουν.
Ό γέροΠέτρος, μή ύποφέροντας τούς καθ' ύπνον εφιάλτες, αποφάσισε να εξομολογηθεί στόν Πνευματικό παπαΓεράσιμο, που έμενε καί ήσύχαζε στην έρημο τού Αγίου Βασιλείου.
Μπαλκόνια μουχλιασμένα απ' τόν καιρό, μά και χαρούμενα κάτω άπ τό ήλιόφως.
Ό Πνευματικός, όταν ακούσε την έξομολόγηση τού γερο-Πέτρου, ώς έμπειρος που ήταν σ’ αύτά τα πράγματα, διότι είχε πάθει κι ό ίδιος τέτοια συμφορά άπό τούς δαίμονες, κατάλαβε τήν απάτη τού σατανά καί έπειδή ό γερο-Πέτρος ώς άγαθός καί απλός άνθρωπος πού ήταν αλλά καί τελείως άγράμματος δεν ήταν σέ θέση νά καταλάβει τί θά πεί πνευματικός πόλεμος τού σατανά, έθεώρησε καλό νά δώσει στον γερο-Πέτρο την ακόλουθη συμβουλή: «Ακούσε. γερο-Πέτρο· αυτά που βλέπεις στον ύπνο σου είναι από τον διάβολο και όχι άπό τους αδελφούς Δανιηλαίους, οί όποίοι  σέ ύπεραγαπούν. Έάν τούς ξαναδείς στον ΰπνο σου, να τους περιφρονήσεις, να γυρίσεις στ άλλο σου πλευρό καί αυτοί θά γίνουν άφαντοι».


Ή συμβουλή τού Πνευματικού



Μετά δυότρείς μέρες άπό τή συμβουλή αυτή τού Πνευματικού, παρουσιάζονται καί πάλι στόν ύπνο τού γερο-Πέτρου άπειλητικές οί μορφές των αδελφών Δανιηλαίων, όπως καί πρώτα. Τότε ό γερο-Πέτρος έ'βαλε σέ ένέργεια τή συμβουλή τού Πνευματικού καί γύρισε νά κοιμηθεί στ’ άλλο πλευρό, περιφρόνησε τις φαντασίες τους καί προσπάθησε νά κοιμηθεί.
Βλέπει τότε τά φαντάσματα τού σατανά, που παίρνανε τις μορφές τών αδελφών Δανιηλαίων, τόν γερο-Στέφανο μέ τόν γερο-Δαμασκηνό νά σηκώνουν πότε τό ένα πόδι καί πότε τό άλλο καί νά ρίχνουν διαρκώς αμέτρητα ακάθαρτα καί βρωμερά «άέρια...», τά όποια, καίτοι ήσαν στόν ύπνο, έκαναν τόσο κρότο καί άφηναν τέτοια άποφορά καί δυσοσμία, πού ξύπνησαν τόν γερο-Πέτρο καί τόν εξανάγκασαν μέσα στά άγρια μεσάνυχτα νά πεταχτεί επάνω καί νά πάει εκείνη τήν ώρα στό Ησυχαστήριο τών αδελφών Δανιηλαίων μέ τό κομποσχοίνι στό χέρι.
Βρήκε τούς ανθρώπους εκεί νά ήσυχάζουν καί νά κοιμούνται, χωρίς νά έχουν καμμιά ιδέα τών όσων συνέβησαν στόν αγαθό γερο-Πέτρο· καί ναι μέν πληροφορήθηκε άπ’ αυτό ό γέροΠέτρος ότι ήταν απάτη καί τέχνασμα τού σατανά, αλλά ή Καλύβη του έπί πολλές ήμέρες καί νύχτες διατηρούσε τή βρωμερή άποφορά πού άφήκαν τά «άέρια» τών βρωμερών δαιμόνων.
Προσοχή, λοιπόν, άδελφοί μου. τό παράδειγμα αύτό τής πλάνης τού σατανά ας μάς γίνει ένα καλό μάθημα, γιά νά μή δίνουμε σημασία στά όνειρα μέ τά όποια μπορεί εύκολα ό σατανάς νά πλανέψει τόν άνθρωπο καί νά τόν κάνει νά χάσει τό μεγαλύτερο αγαθό, αύτό που λέγεται αγάπη μέ τούς αδελφούς.


Ό γέρων Καλλίνικος



Σέ όλο τό "Αγιον Όρος, άπό τόν δέκατο τρίτο καί δέκατο τέταρτο αιώνα, καλλιεργήθηκε καί αναπτύχθηκε ή νηπτική προσευχή. Ιδιαίτερα δέ ξεκίνησε άπό τη Σκήτη τής Γλωσσίας, έκεί πού σήμερα είναι ή περιφέρεια τής Προβάτας. στή Βίγλα, στα Καυσοκαλύβια, στα Κατουνάκια. στή Μικρή καί Μεγάλη Άγιάννα, στή Σκήτη τού Αγίου Βασιλείου καί σέ διάφορα άλλα μέρη.
Στή Σκήτη τής Γλωσσίας καί στή Βίγλα δίδαξαν τη νηπτική ή νοερά προσευχή ό άγιος Γρηγόριος ό Σιναΐτης, οί άδελφοί Ιγνάτιος καί Κάλλιστος Ξανθόπουλοι καί πολλοί άλλοι άγιορεΐτες πατέρες. Στή Βίγλα ό γέρων Κορνήλιος. ό όποίος έγραψε καί μέθοδο νηπτικής θεωρίας καί πρακτικής έξασκήσεως γιά τή νοερά καί καρδιακή προσευχή. Στά Κατουνάκια υπήρξαν πολλοί που είχαν τό χάρισμα τής προσευχής αυτής, άλλά μέχρι τών ημερών μας έφτασε ή φήμη τής μεγάλης άρετής καί πνευματικής διακρίσεως δύο άπό τους πλέον σπουδαίους έργάτες τού είδους: α) Τού προαναφερθέντος θεωρητικού καί σοφού γέροντος τών Δανιηλαίων Δανιήλ καί β) τού ήσυχαστικώτατου γέροντος Καλλινίκου, ό όποίος άγωνίστηκε γιά πενήντα πέντε καί πλέον χρόνια στήν ερημική Καλύβη τού «Αγίου Γερασίμου τού Νέου», στά λεγάμενα κάτω Κατουνάκια.
Ό γέρων Καλλίνικος, καθώς μάς διηγήθηκαν οί Γερο-ντάδες μας καί οί έκείνου διάδοχοι, δηλ. ό εύλαβέστατος γέρων Χριστόδουλος καί ό υποτακτικός του πατήρ Καλλίνικος ό νέος, ήταν μία μεγάλη άσκητική μορφή, που άφοσιώθηκε κυριολεκτικά στή νηπτική προσευχή καί μάλιστα έγινε γιά πολλά χρόνια έγκλειστος.
Ό γέρων Καλλίνικος γεννήθηκε στήν Αθήνα τό 1853 άπό γονείς ευσεβείς καί ένάρετους. Από νέος είχε τήν τάση καί τή διάθεση γιά μοναστική ζωή καί ησυχασμό. Έτσι, άφού έμαθε τα πρώτα γράμματα (καί γιά τήν έποχή έκείνη μορφώθηκε άρκετά), γεννήθηκε μέσα του ή έπιθυμία να άπομακρυνθεί άπό τόν κόσμο καί νά γίνει μοναχός. Χρόνια παιδευόταν μέ τήν Ιδέα αύτή, ώσπου μία μέρα ό Κώστας Θειάσπρης αύτό ήταν τό κοσμικό του όνομα έμαθε μέ ποιόν τρόπο μπορεί νά μεταβεί στο Άγιον Όρος. Τελικά, σέ ήλικία περίπου είκοσι δύο έτών. έφυγε άπό τόν Πειραιά κι έφτασε στό Άγιον Όρος μέ ένα καΐκι πού μετέφερε ξυλεία. Μόλις βγήκε στή Δάφνη, πληροφορήθηκε ότι στα μέρη τής Άγιάννας καί στην έρημο των Κατουνακίων υπάρχουν μεγάλοι ασκητές καί ερημίτες. ’Έφυγε αμέσως καί πήγε στή Σκήτη τής 'Αγίας ’Άννης. Εκεί έμαθε πώς στα Κατουνάκια υπάρχουν πολλοί ένάρετοι ησυχαστές. Πήγε στα Κατουνάκια, ζήτησε καί βρήκε τον γέροντα παπαΔανιήλ. ένα εύλαβέστατο γερο-ντάκι πού είχε κτίσει τήν Καλόβη καί το εκκλησάκι τού «Αγίου Γερασίμου τού Νέου», στά Κάτω Κατουνάκια.
Ό Γέροντας τού ησυχαστηρίου αύτού παπαΔανιήλ στήν αρχή δέν ήθελε να τον κρατήσει καί πρόβαλλε αντιρρήσεις στον ενθουσιώδη αυτό νέο: «Παιδί μου, έδώ ή ζωή είναι πολύ σκληρή καί άπαράκλητη. Έδώ τρώμε μία φορά τήν ημέρα καί κείνο ξεροφαγία. Μόνο τά Σαββατοκύριακα καί τις μεγάλες εορτές βάζουμε λίγο λαδάκι. Νερό τρεχούμενο δέν υπάρχει, πίνουμε μέ μεγάλη οικονομία βρόχινο νερό πού τό μαζεύουμε στις στέρνες. Φρούτα καί κηπουρικά είδη δέν ύπάρχουν. Έσύ είσαι νέος καί καλομαθημένος από τήν Αθήνα, όπου βρίσκονται όλα τά αγαθά· Γι’ αυτό έμείς δέν μπορούμε νά σέ βαστήξουμε έδώ. Άν θέλεις νά γίνεις μοναχός, πήγαινε σέ κανένα άπό τά κοινόβια μοναστήρια, πού έχουν άφθονα νερά τρεχούμενα, έχουν ωραίους κήπους μ’ όλα τα αγαθά, έδώ είσαι πολύ νέος καί δέν θά άντέξεις».
Ό Κώστας, σ’ όλες αύτές τις αντιρρήσεις τού Γέροντος παπαΔανιήλ απάντησε μέ παρακλητικό τρόπο: «Σεβαστέ Γέροντα, έδώ δέν ήρθα νά βρώ αγαθά καί άναπαύσεις, μελέτησα καλά τή ζωή πού κάνετε καί μέ τή βοήθεια τού Θεού καί τις ευχές σας αποφάσισα νά μείνω έδώ κοντά σας. Παρακαλώ νά μέ δεχθείτε καί νά μέ δοκιμάσετε κι άν δέν κάνω υπομονή σ’ ό,τι μού αναθέσετε, τότε μέ διώχνετε».
Ό γέροντας παπαΔανιήλ κάμφθηκε άπό τήν έπιμονή καί τις παρακλήσεις τού Κώστα καί τόν κράτησε υπό δοκιμή στή συνοδεία του. “Υστερα άπό σκληρή δοκιμασία τόν έκειρε μοναχό καί τόν ονόμασε Καλλίνικο. Ό μοναχός Καλλίνικος έδειξε τόση προθυμία στήν ύπακοή, τήν τέλεια αυταπάρνηση καί όλα τά διακονήματα. ώστε προβλημάτισε τόν Γέροντά του κι όλη τή συνοδεία, διότι ήταν περισσότερο έγκρατής άπό όλους τούς άλλους καί σέ μικρό χρονικό διάστημα έλαβε πολλά καί μεγάλα χαρίσματα. Ήταν ταπεινός, λιγόλογος καί δόθηκε άπό πολύ νέος, μ’ όλη τή δύναμη τής ψυχής του, στήν καρδιακή νοερά προσευχή.
Τό 1884 κοιμήθηκε ό Γέροντας του παπαΔανιήλ καί τότε έπιδόθηκε περισσότερο στην πνευματική θεωρία καί τή νοερά προσευχή. "Εμεινε όμως πάντα πιστός στις αρχές που παραδόθηκαν από τον Γέροντα του.
Πέντε χρόνια μετά τό θάνατο τού Γέροντά του πήγαν και κάθισαν κοντά του δύο ύποτακτικοί, ό Νεόφυτος καί ό Δανιήλ ό νεώτερος, ό όποίος έγινε Ιερομόναχος καί τότε πλέον ό γερο-Καλλίνικος έλαβε τη μεγάλη άπόφαση νά γίνει έγκλειστος. Αύτό τόν βοήθησε νά άπαλλαγεΐ άπό τις πολλές φροντίδες καί ένοχλήσεις πού είχε άπό τους διάφορους μοναχούς καί εύλαβείς προσκυνητές καί έπιδόθηκε πιο πολύ στην εργασία τής νοεράς προσευχής. Μετά προσετέθη στη συνοδεία του καί ό ευλαβέστατος γέροντας μοναχός Χριστόδουλος.
Ό γέρων Καλλίνικος, τόσο πολό προχώρησε στην άρετή, ώστε απέκτησε τό χάρισμα τής διακρίσεως των λογισμών καί μ' αύτό ειρήνευε όλους όσους τόν έπισκέπτονταν, οί όποίοι  έφευγαν ενθουσιασμένοι άπό τίς σοφές συμβουλές του. Επιπλέον έλέγετο πώς είχε λάβει άπό τόν Θεό τό χάρισμα τού έξορκισμοϋ των δαιμόνιων.

Ρώσος ασκητής στον ’Άθωνα



Κατά διήγηση τού αείμνηστου γέροντος Καλλινίκου άπό τά Κατουνάκια στους Γερο-ντάδες μας, κατά τό σωτήριο έτος 1912-13, παρουσιάστηκε μία νύχτα στον γέροντα Καλλίνικο ό Ρώσος Ιερομόναχος Σεραπίων, άπό τό Μοναστήρι τού Αγίου Παντελεήμονα, ό όποίος γιά χρόνια συνήθιζε νά συμβουλεύεται τόν γέροντα Καλλίνικο καί νά παρακολουθεί μαθήματα τής νοεράς προσευχής, άλλά τή βραδιά έκείνη παρεκάλεσε τόν Γέροντα νά τού δώσει άδεια καί εύλογία νά φύγει άπό τό μοναστήρι καί νά έπιδοθεί κατά μόνας, μ’ όλη τή δύναμη τής ψυχής του, στή νοερά προσευχή.
Ό γέροντας Καλλίνικος είπε αρχικά στον Ρώσο ιερομόναχο πώς αύτό που θέλει νά κάνει, νά απομονωθεί δηλαδή άπό κάθε ανθρώπινη επικοινωνία καί συμπαράσταση, είναι έπικίνδυνο καί πώς τά άκρα είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι ό εχθρός καί πολέμιος τού άνθρώπινου γένους σατανάς θά τόν πολεμήσει πολύ σκληρά. Γι’ αύτό, τού πρότεινε νά μήν άπομακρυνθεί πολό άπό τούς άνθρώπους καί «εν Χριστώ» αδελφούς καί νά παραμείνει στή μετάνοιά του, στο μοναστήρι.
Μπροστά στην έπιμονή καί τις θερμές παρακλήσεις τού Ρώσου ίερομονάχου ό γέροΚαλλίνικος υποχώρησε και συγκατατέθηκε να πάει μεν ό Ρώσος στην έρημο, άλλα νά τόν επισκέπτεται συχνά γιά νά τόν παρακολουθεί, μη τυχόν παραπλανηθεί ή μπλεχτεί σέ καμμιά πλεκτάνη τού δόλιου δαίμονα, ποό μέ πολλή μανία πολεμεί τους εργάτες τής νοεράς προσευχής. Ό παπαΣεραπίων έκινείτο άπό τη φλόγα τής προς τόν Θεόν αγάπης καί την επιθυμία τής καρδιάς του λόγω τής επίμονης κλήσης τού Αγίου Πνεύματος που άκατάπαυστα τού έλεγε «υίέ, δός μοι σήν καρδίαν», αλλά καί άπό την πρώτη έντολή τού Δεκαλόγου: «Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου έξ όλης τής καρδιάς σου, καί έξ όλης τής ψυχής σου, καί έξ όλης τής ισχύος σου καί έξ όλης τής διανοίας σου» (Λουκ. Γ 27). Εφοδιασμένος λοιπόν μέ την ευχή καί ευλογία τού καθοδηγητή του γέροντα Καλλινίκου τέλεσε τή Θεία Λειτουργία στο εκκλησάκι τού Αγίου Γερασίμου, κοινώνησε τά Άχραντα Μυστήρια καί αναχώρησε πρός τήν έρημο τού ’Άθωνα. Ό γέρων Καλλίνικος δέν έπαυσε νά προσεύχεται μέρανύχτα στόν αρχηγό καί τελειωτή κάθε καλού καί αρετής, στόν Κύριο ήμών Ίησούν Χριστόν, γιά τή θεία βοήθεια καί σκέπη τού άδελφού καί μαθητή του παπαΣεραπίωνα, που βγήκε νά παλέψει μέ τόν σατανά, στήθος μέ στήθος, στή μοναξιά καί στήν έρημο.

Μετά άπό δώδεκα χρόνια


Είχαν περάσει άπό τή βραδιά εκείνη δώδεκα ολόκληρα χρόνια κι ό πατήρ Σεραπίων δέν είχε δώσει σημεία ζωής. Μία βραδιά, όπως είπε ό γερο-Καλλίνικος, μετά τό μεσονύκτιο, ακούσε νά κτυπούν τήν πόρτα τού ήσυχαστηρίου του. Στήν έρώτηση «ποιος είναι;» «ακούσε γνωστή φωνή, αλλά πολύ αδύνατη, νά τού λέγει «Δι’ εύχών τών αγίων Πατέρων ήμών. Κύριε Ίησού Χριστέ ό Θεός, έλέησον ήμάς». Ό Γέρων είπε τό «Αμήν», άλλ’ έπανέλαβε τήν έρώτηση «ποιος είσαι καί τί θέλεις τέτοια ώρα;». Τότε ακούσε τή φωνή νά τού λέγει: «Γέροντα, είμαι ό δούλος τού Θεού καί μαθητής σας παπαΣεραπίων». Ό γερο-Καλλίνικος, φοβούμενος τήν πλάνη τού σατανά, τού είπε νά πει τό Σύμβολο τής Πίστεως, τό «Πιστεύω», καί κείνος μέ δάκρυα είπε τό «Πιστεύω», τό «Πάτερ ήμών» καί τό «Είς Άγιος, Εις Κύριος Ίησούς Χριστός είς δόξαν Θεού Πατρός καί Πνεύματος Αγίου. Αμήν». Τότε ό γερο-Καλλίνικος άνοιξε τήν πόρτα, άγκάλιασε τόν παπαΣεραπίωνα, ό όποίος, άπό την άκρα ασιτία και την εξαντλητική άσκηση, ήταν σκελετωμένος. Ίσχνόφωνος καί με φωνή παλλόμενη άπό τή συγκίνηση ρώτησε:
«Πού ήσουν, αδελφέ, τόσα χρόνια καί γιατί δέν φάνηκες να σέ ίδώ; Πίστεψέ με, σε είχα για χαμένο. Πού έμενες μέχρι τώρα; Τί έτρωγες τόσον καιρό;». Ό παπαΣεραπίων απάντησε στον γέροΚαλλίνικο:
«Πάτερ άγιε, άπό τότε πού μού έδωσες τήν εύχή σου, πήγα πάνω στήν κορυφή τού ’Άθωνα καί έμεινα έκεί τρεις μέρες καί τρεις νύχτες. Άλλα μή μπορώντας να βαστήξω τό πολΰ κρύο τής νύχτας, κατέβηκα στήν «Παναγία»· έμεινα για λίγο έκεί καί πιο κάτω βρήκα μία σπηλιά στήν όποια μέχρι σήμερα κάθισα. Ό γερο-Καλλίνικος ρώτησε καί πάλι τον παπαΣεραπίωνα: «Καλά, αδελφέ, έγώ ξέρω πώς σ’ αύτά τά μέρη βόσκουν πάνω άπό 500 τραγιά τής Λαύρας καί γυρίζουν πάντα δύο καί περισσότεροι βοσκοί. Πώς δέν σέ είδαν αυτοί; Δέν σέ ένοχλούσαν; Δέν περνούσαν άπ’ έκεί;»
Προειδε τον θάνατό του
Ό Ρώσος άσκητής απάντησε: «Γέροντα, όταν πήγα, δοκίμασα νά μείνω στήν «Παναγία», άλλ’ έπειδή περνούσαν άπ’ έκεί πολλοί προσκυνητές καί μ’ ένοχλούσαν. ανακάλυψα μία σπηλιά πιο κάτω, μπροστά άπό τήν όποια κάθε μέρα περνούσαν τά τραγιά καί οί βοσκοί τής Λαύρας κρέμασα το ράσο μου στο στόμιο τής σπηλιάς κι έτσι, μέ τή σκέπη τού Θεού, σ’ όλο αύτό τό διάστημα δέν μέ είδε ποτέ κανείς. Έβγαινα από τή σπηλιά, μάζευα κάστανα, διάφορα χόρτα, βλασταράκια, βαλάνια και καμμιά φορά έβγανα ρίζες και βολβούς. Αύτά αποτελούσαν την τροφή μου. Νερό έπινα άπό το σπιτάκι πού είναι το πηγάδι στην «Παναγία». Εκείνο πού μέ ευχαριστούσε και μέ γέμιζε χαρά μέρανύχτα ήταν ή αδιάκοπη προσευχή, αυτή μού έ'δινε πολλή καί ανείπωτη ευφροσύνη, κάθε επιθυμία ξένη προς την προσευχή δεν μπορούσε να σταθεί, γιατί δεν άφηνα ούτε στιγμή το μυαλό μου νά σκεφθεί τίποτε άλλο έκτος άπό την προσευχή, πού μέ ανέβαζε σέ θείες θεωρίες καί βλέποντας τά μυστήρια τού Θεού δέν ήθελα τίποτε άλλο. Όταν μπαίνει, Γέροντα, έκείνο τό Θείο φως μέσα στην καρδιά, τη θερμαίνει καί τη φωτίζει καί τόση γλύκα καί χαρά αισθάνεσαι, πού δέν έρχεται ούτε χωράει άλλη έπιθυμία. Άλλα τί λέγω; Ξεχάστηκα. Συγχώρεσέ με. Γέροντά μου. πού σού λέω τέτοια πράγματα, σύ είσαι ό δάσκαλός μου, κι αύτά τά πράγματα τά γνώρισες πολύ πριν άπό μένα. Ό γερο-Καλλίνικος. σάν άκουσε αύτά, θαύμασε καί συγκινημένος είπε στο Ρώσο: «Πές μου, πάτερ, κι άλλα τέτοια, διότι σέ άξίωσε ό Θεός νά δεις καί νά γνωρίσεις έκείνα. πού πολλοί πεθύμησαν καί δέν είδαν!». Καί τότε τού είπε ό π. Σεραπίων: «Ένα μόνον πεθύμησα, πάτερ άγιε, τή θεία Κοινωνία. Θέλιο νά μεταλάβω τό Σώμα καί Αίμα τού Δεσπότου Χριστού καί Γι’ αύτό ήρθα νά πάρω τή θεία Κοινωνία καί τήν άγια ευχή καί εύλογία σας, γιατί ό καιρός τής έμής άναλύσεως πλησίασε καί δέν θέλω νά φύγω άπό τον κόσμο τούτο χωρίς τά θεία αύτά καί ψυχοσωτήρια εφόδια».
Μετά άπό αύτά πού είπε ό Ρώσος ασκητής, τελέσαμε τήν ίδια μέρα τή Θεία Λειτουργία καί κοινώνησε τά ’Άχραντα καί Πανάγια Μυστήρια. Φάγαμε λίγο παξιμάδι μέ λάχανα καί αναχώρησε πάλι για τήν αγαπημένη του έ'ρημο. Αύτή ήταν καί ή τελευταία φορά πού τον είδαμε, διότι φαίνεται τον πήρε ό Κύριος καί Αγαπημένος Νυμφίος Δεσπότης Χριστός στή Βασιλεία τών Ούρανών. νά χαίρεται αιώνια μέ τον Θεό καί όλους τούς Αγίους Του.

Εισαγωγή  σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :
ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ









Kindly Bookmark this Post using your favorite Bookmarking service:
Technorati Digg This Stumble Stumble Facebook Twitter
YOUR ADSENSE CODE GOES HERE

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

 

Flag counter

Flag Counter

Extreme Statics

Συνολικές Επισκέψεις


Συνολικές Προβολές Σελίδων

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρουσίαση στο My Blogs

myblogs.gr

Στατιστικά Ιστολογίου

Επισκέψεις απο Χώρες

COMMENTS

| ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ © 2016 All Rights Reserved | Template by My Blogger | Menu designed by Nikos Vythoulkas | Sitemap Χάρτης Ιστολογίου | Όροι χρήσης Privacy | Back To Top |